Πέμπτη, 30 Δεκεμβρίου 2010

2011: To fish or not to fish?


Fun fact:
Ο Τρίσταν Μίλερ έκανε τον Μαραθώνιο να μοιάζει με βόλτα. Ο 33χρονος Αυστραλός ολοκλήρωσε την ατελείωτη απόσταση των 42 χιλιομέτρων και 195 μέτρων 52 φορές φέτος, κερδίζοντας μια θέση στο βιβλίο των ρεκόρ Γκίνες. Ο ερασιτέχνης δρομέας εκκίνησε και τερμάτισε σε 52 κούρσες, ταξίδεψε σε 42 διαφορετικές χώρες, ανάμεσα στις οποίες και η Ελλάδα, χωρίς να επηρεαστεί από την κούραση, τις ασθένειες και τα συνεχόμενα, αεροπορικά ταξίδια. Ο τελευταίος του σταθμός ήταν στα πάτρια εδάφη και συγκεκριμένα στο Άλμπερτ Παρκ της Μελβούρνης. “Ανησυχούσα περισσότερο για το αν καταφέρω να βρίσκομαι στην ώρα μου στην πόλη που γινόταν ο Μαραθώνιος, παρά για το αν φτάσω στον τερματισμό. Μάλιστα, κάποιες φορές μέσα σε δυο μέρες αγωνίστηκα σε δυο Μαραθωνίους, προκειμένου να προλάβω να πάρω μέρος στους αγώνες της Ανταρκτικής και της Μογγολίας, που ήταν δυο πολύ μακρινοί προορισμοί”, είπε ο Αυστραλός λίγο μετά τον τερματισμό του αγώνα, που τον έβαλε στο βιβλίο των ρεκόρ. Όλη αυτή η Οδύσσεια που πέρασε ο Μίλερ στοίχισε συνολικά 120.000 δολάρια. Ο “ήρωας της Αυστραλίας”, όπως αποκαλείται πλέον από τους συμπατριώτες του, πούλησε πολλά από τα υπάρχοντά του, προκειμένου να καταφέρει να ανταπεξέλθει στις οικονομικές απαιτήσεις του άθλου του…
Θέμα:
Καθώς τελειώνει η ταλαιπωρημένη για πολλούς χρονιά του 2010, έρχεσαι αντιμέτωπος με τον ίδιο σου τον εαυτό, μιας και δεν είναι απίθανο να είσαι λίγο πιο απογοητευμένος, λίγο πιο εκνευρισμένος, λίγο πιο αδικημένος, λίγο πιο χρεωμένος, λίγο πιο χωρισμένος, λίγο πιο κουρασμένος, λίγο πιο αγχωμένος, λίγο πιο απ’ όλα με μπόλικο από τα πάντα. Και αναλογίζεσαι τι είναι αυτό που έφταιξε. Να ήταν η οικονομική κρίση; Να ήταν η μιζέρια που δεσπόζει στον ρεαλισμό γύρω σου; Να ήταν οι συγκυρίες; Να ήταν οι εκλογές; Να ήταν το τρέξιμο της δουλειάς σου; Να ήταν κάποιο χειρουργείο που σε κράτησε πίσω; Να ήταν κάποιος οικογενειακός σκόπελος, που σκόνταψες πάνω του πολλάκις και ακόμα αγωνιάς να πατήσεις στα πόδια σου; Βάλε άνω παύλα φιλαράκι, γιατί τα πράγματα είναι πολύ απλά για όλους. Η λύση; Πήγαινε στο Μπαλί να γίνεις ψαράς.
Αφορμή:
Αν ένας φαντασιόπληκτος Αυστραλός κατάφερε να χρεωθεί μια περιουσία και να μείνει γδυτός από οικονομικές εγγυήσεις, χωρίς μάλιστα να είναι σίγουρος για το τι κάνει, τότε είμαστε όλοι έρμαια των παρορμήσεών μας. Και αυτό είναι καλό, από το να είμαστε έρμαια των παρορμήσεων των άλλων. Αν λοιπόν το μέσα σου ουρλιάζει κάτι και το ακούς, μην το προσπερνάς. Κάτσε, άνοιξε μια μπύρα, βάλε μια μουσική να παίζει και δες πώς θα βρεις τον τρόπο να ικανοποιήσεις τη λιγούρα σου. Γιατί αυτή σου η λιγούρα είναι σαν την ανάγκη σου να βγάλεις τα πρώτα υγρά της ημέρας – αν την ικανοποιήσεις, μόλις ξύπνησες. Και αφού ξύπνησες, είναι απλό. Πήγαινε στο Μπαλί να γίνεις ψαράς.
Πιθανός στόχος:
Η “Ιθάκη” προσπαθούσε διακαώς να μεταδώσει τη συμπαντική αλήθεια που όλοι αγνοούμε: το ταξίδι είναι μείζονος σημασίας, ενώ ο στόχος δευτερεύουσας. Σωστά. Αλλά πότε έμεινες ικανοποιημένος από την προσπάθειά σου, όταν τελικά το μόνο που κατάφερες είναι να φας τα μούτρα σου; Άσε εμένα να σε διαφωτίσω: ΠΟΤΕ. Για αυτό, βάλε στόχο και κάνε τον πραγματικότητα, ακόμα κι αν αυτό σημαίνει ότι η κούρσα θα κρατήσει μέρες, μήνες, χρόνια. Ακόμα κι αν αυτό σημαίνει ότι δεν θα έχεις στον ήλιο μοίρα και θα είσαι ο περίγελος του κύκλου σου. Ακόμα κι αν αυτό σημαίνει ότι θα θυσιάσεις πράγματα, καταστάσεις και πρόσωπα, που ποτέ δεν σε εκτίμησαν και δεν υπολόγισαν σε σένα (γιατί αν το έκαναν, τότε θα καταλάβουν και θα σε στηρίξουν με κάθε τρόπο). Ακόμα κι αν αυτό σημαίνει ότι θα πας στο Μπαλί να γίνεις ψαράς.
Πιθανό κίνητρο:
Ο τίτλος μπορεί να μην είναι κίνητρο, αλλά μπορεί να είναι λεζάντα στο όνειρό σου. Σαν αυτές που βλέπουμε στην Πειραιώς, στην Εθνική Αθηνών-Λαμίας, στους κακόφημους δρόμους προς το Γκραν Κάνυον, στις πλημμυρισμένες γειτονιές της Νέας Ορλεάνης, στα σαφάρι της Ωκεανίας, ακριβώς έξω από το τείχος του Βερολίνου. Μπορεί να μην το έχεις υπολογίσει στα μαθηματικά σου, αλλά αν το καλοσκεφτείς, το επιδιώκεις κρυφά. Είτε θες να γίνεις βασίλισσα ομορφιάς είτε επίκουρος καθηγητής σε Πανεπιστήμιο, ο τίτλος είναι σχεδόν αυτοσκοπός στην πραγματικότητα που έχεις μεγαλώσει. Και δεν σε αδικώ. Και ο δικός μου τοίχος στο πατρικό μου είναι γεμάτος από πτυχία. Αλλά δεν θα ήταν πιο fun να είχες κι έναν που θα έγραφε: “Ψαράς στο Μπαλί”;
Πιθανή πραγμάτωση:
Υπάρχει μια θεωρία που λέει ότι ποτέ δεν ολοκληρώνεσαι αν αφήνεις πάντα κάτι μισοτελειωμένο. Υπάρχει μια πληγή που σε ξύνει και την ξύνεις μέχρι να βγάλει αίμα, μέχρι να μαζευτούν τα λευκά αιμοσφαίρια να την επουλώσουν, να βγουν τα νεκρά κύτταρα μπροστά για να κλέψουν την παράσταση και τελικά το δέρμα να επανέλθει στα φυσιολογικά του. Τι ωραία που θα ήταν όμως αν αυτή η πληγή έκλεινε τελείως και δεν σε ενοχλούσε ποτέ ξανά! Γιατί, ειλικρινά, ποιος απολαμβάνει τη μια απονεύρωση μετά την άλλη, ως μπάλωμα για μια αναγκαία εξαγωγή; Κάνε την επιτέλους και άσε τις φλωριές. Ένα δόντι που είναι να βγει, ας βγει. Και κάποιος που είναι να γίνει ψαράς, ας γίνει ψαράς. Ψαράς στο Μπαλί.
Πιθανή σφαλιάρα:
Ο Χριστός είπε: “Όταν τρως καμιά ξεγυρισμένη, γύρνα και το άλλα μάγουλο, για να δείξεις ότι δεν σου καίγεται καρφί”… true story. Αν λοιπόν η κατάσταση ξεφύγει μέσα στη νέα χρονιά (λες και μέχρι τώρα τηρούσες το πρόγραμμα), γύρνα και το άλλο μάγουλο, φάε όσα χαστούκια έχει πλέξει το κάρμα για το εγκώμιό σου και… χαμογέλα! Κι αν έχεις δυσκολίες στο χαμόγελο, πιες μερικές μπύρες παραπάνω και βάλε νέο στόχο. Σε εμένα πιάνει. Όχι ο στόχος, το χαμόγελο. Πιες και πάρε με τηλέφωνο να κλείσουμε μαζί τα εισιτήρια για το Μπαλί.
Πιθανή επαναφορά:
Η γενιά του Πρόζακ δεν είναι η δικιά μας, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχουμε μάθει να κάνουμε καταχρήσεις και να επανερχόμαστε στη νηφαλιότητα. Άλλωστε, η δική μας η γενιά, όπως έχω ξαναπεί, είναι η τρισκατάρατη από τις μάγισσες του αμερικάνικου νότου γενιά, που δεν αφήνεται να ηρεμήσει ούτε για μια νότα ευδαιμονίας. Κι όμως! Το 2011 επαναπροσδιορίζει τους στόχους για τον καθένα από εμάς, ό, τι κι αν σημαίνει αυτό. Για μένα βέβαια μεταφράζεται μόνο σε έναν στόχο: Να πάω στο Μπαλί να γίνω ψαράς.
Ευσεβής πόθος:
Όλοι εσείς οι αφελείς πιστοί που έχετε μαρκίζα της ζωής σας το κλισέ του Κοέλο για τις συνομωσίες του σύμπαντος, μαζωχτείτε. Υπάρχει χώρος για όλους στο Μπαλί. Και ψάρια. Πολλά ψάρια.
Ευχή:
Γίνε ψαράς στο Μπαλί. Ή Μπαλινέζος στα Ψαρρά. Μετράει. Και να μην ξεχάσω… Καλή Χρονιά σε όλους.

Πέμπτη, 9 Δεκεμβρίου 2010

Αγαπητέ κύριε Κατεργάρη


Αγαπητέ κύριε Κατεργάρη,

Καταρχάς, θέλω να πάρω την άδεια να σου γράφω στον ενικό, μιας και όλοι ξέρουμε ότι δεν είσαι και το καλύτερο παιδί για να σου συμπεριφέρομαι με το σεις και με το σας. Έπειτα, θα πρέπει να ξεκαθαρίσω ότι ο λόγος που δεν γράφω στον Άγιο Βασίλη είναι καθαρά θέμα πρεστίζ. Ο Santa Claus δεν είναι ο Άγιος Βασίλης, αλλά ο Άγιος Νικόλας. Και ως Νικόλας, δεν επιτρέπω σε καμία περίπτωση την έλλειψη σεβασμού στο έργο και τον ιδρώτα που χύνει κάθε χρόνο ο συνονόματος, για να μείνουν όλα τα παιδιά του κόσμου ευχαριστημένα. Μόνο που αν στείλω γράμμα στον Νικόλα, δεν θα πραγματοποιήσει ποτέ την ευχή μου, γιατί κανείς άλλος από την Αθήνα δεν θα του έχει απευθύνει την ευχή του κι έτσι θα καταλήξει τούτο εδώ το γραφτό να πάει χαμένο. Οπότε, μην το παίρνεις πάνω σου. Μου έχω βάλει το μαχαίρι στο λαιμό.

Σου γράφω λοιπόν για να πραγματοποιήσεις την ευχή μου. Και αυτή η ευχή είναι να με κάνεις ευτυχισμένο. Ναι, θα πρέπει να τρίψεις τα βρώμικα, μαύρα μούσια σου και να λερώσεις την πράσινη, βακχική στολή σου για να κάνεις όλες τις δυνάμεις του κόσμου και του απόκοσμου να ανακατευτούν μέσα στη βράκα που κρέμασα στο χριστουγεννιάτικο δέντρο μου και να με κάνουν ευτυχισμένο. Ξέρω ότι απεχθάνεσαι τις κάλτσες, για αυτό επέλεξα μια λευκή, ξεχειλωμένη βράκα του παππού μου που είναι 107 χρονών, την έραψα στα μπούτια και την έκανα σακί για να χωρέσουν όλες οι δυνάμεις και να μην μου λες μετά ότι δεν έπαιξα σωστά. Σε έχω μελετήσει Κατεργάρη, έχεις την υποχρέωση να το κάνεις.

Δεν θέλω όμως να με ξυπνήσεις όταν γίνει αυτό. Καταρχάς δεν έχω τζάκι, έχω μόνο καλοριφέρ και το σπίτι είναι γκαρσονιέρα. Θα λείπω κάποιες ώρες στη δουλειά, κάποιες άλλες θα είμαι έξω με φίλους, μερικές πάλι θα περπατάω με ακουστικά στα αυτιά μου και πρήξιμο στα αυτά μου, ενώ θα υπάρξουν και μερικές ώρες που θα ταξιδεύω στη Νέα Ορλεάνη για να μην έχουν παράπονο ο Janis και ο Bobby. Οπότε, θα έχεις αρκετό χρόνο.

Αυτό που θέλω να φροντίσεις αρχικά είναι να μην ξεμείνω ποτέ από μπύρα. Δεν είναι αστείο. Η μπύρα με κάνει καλύτερο άνθρωπο. Με κάνει πιο γλυκό και πιο επιρρεπή στο χαμόγελο και στην αγκαλιά. Μου αφαιρεί αυτό που μου δίνει η δουλειά και κάθε τι άλλο αγχωτικό και εκπορνευμένο. Μου χαρίζει δροσιά στα χέρια, όπως αυτή που μου χάριζαν τα πρώτα μπάνια που θυμάμαι στο χωριό μου μαζί με τον αδερφό μου, όταν τον κρατούσα από την κοιλίτσα για να μάθει να κολυμπάει. Μου δίνει την αίσθηση ότι είμαι μοναδικός, γιατί μου λύνει τα πόδια και χορεύω μόνος μου σε ένα ολόκληρο μαγαζί, χωρίς να με νοιάζει τι κάνουν οι άλλοι. Με κάνει πιο αρεστό ερωτικά. Με φέρνει πιο κοντά στο Θείο, όπως οι προσευχές που έκανα, πίνοντας το μελάκι της Θείας Κοινωνίας μικρός. Χάρισέ μου για πάντα τη δυνατότητα να πίνω μπύρα κι εγώ θα σταματήσω να σε λέω Κατεργάρη.

Κάτι άλλο που πρέπει να φροντίσεις για να με κάνεις ευτυχισμένο είναι να μην μου χαλάσεις ποτέ τα πόδια. Πάρε μου τα χέρια και θα με ταΐζει ο άνθρωπός μου. Θα υπαγορεύω και θα μου γράφουν. Θα γνέφω και θα με αγκαλιάζουν. Θα τσακίζομαι, αλλά θα σηκώνομαι. Μην με αναγκάσεις όμως ποτέ να μην μπορώ να τρέξω από ενθουσιασμό. Μην με αναγκάσεις ποτέ να μην μπορώ να λιώσω, να σπάσω τα πόδια μου από τον χορό. Μην με αναγκάσεις ποτέ να μην μπορέσω να σηκωθώ μόνος μου από το κρεβάτι το πιο ωραίο πρωινό μιας τεμπέλικης ημέρας. Μην με αναγκάσεις ποτέ να κάνω έρωτα, χωρίς να τεντώσω τα δάχτυλα των ποδιών μου στο τελείωμα. Ειδικά το τελευταίο, στο απαγορεύω.

Κάνε τα πάντα γύρω μου μουσική. Άσε με να κοιμάμαι με το πιο φαντασμένο κουιντέτο εγχόρδων. Ναι, κουιντέτο. Δεν μου φτάνει ένα τσέλο, θέλω να με κοιμίζουν δύο. Άσε με να ιδρώσω σε άλλο σώμα με την πιο αλαζονική βραχνάδα από σαξόφωνο. Βάλε με ανάμεσα σε αγαπημένους ανθρώπους και ρίξε στο πιάτο τα πιο σκληρά σου χάλκινα, για να δεις ότι μου φτάνουν. Οδήγησέ με στα πιο μανιασμένα, καλοκαιρινά κύματα του σύμπαντος και άσε να παίζουν στο βάθος τα πιο σουρεαλιστικά πλήκτρα του κλαβιέ. Ταξίδεψέ με στα άδυτα του γνωστού κόσμου και στα βαθιά όλων των κόσμων με το πιο σακατεμένο φλάουτο που φύσηξε ποτέ ο Πάνας. Αλλά μην με αφήσεις να κάνω τίποτα από όλα αυτά, χωρίς μελωδία και ρυθμό.

Τέλος, θέλω να μην ξεχνάς ποτέ την ανάγκη μου να ταξιδεύω στην προηγούμενή μου ζωή. Δεν θέλω να εκνευριστείς, αλλά αυτή τη ζωή τη βαριέμαι λίγο. Στην προηγούμενη περνάω καλύτερα. Εκεί, παίζω φυσαρμόνικα για τις μάγισσες και τις τσιγγάνες, ακούω τις μεγαλύτερες σοφίες από τον φίλο μου τον Bobby, έχω το ποτάμι να μου ξεβρωμίζει τα μουσούδια και τη μπαντάνα, αλλά κι ένα φλασκί γεμάτο μπέρμπον. Ειλικρινά ρε Κατεργάρη, μπορείς να φανταστείς κάτι καλύτερο για μια πρώτη ζωή στα μέτρα του ανθρώπου;

Λοιπόν, νομίζω ότι τελείωσα. Η βράκα είναι απλωμένη κι εγώ θα λείπω συχνά από το σπίτι. Το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να βάλεις όλη την σοφία που έχεις μαζέψει από τις ατασθαλίες σου και να μπορέσεις να με κάνεις ευτυχισμένο. Και σε προκαλώ ρε Κατεργάρη. Έλα ένα βράδυ, πάρε με αγκαζέ και άσε με να σε βολτάρω στην ευτυχία μου. Άσε με να σε κεράσω παγωμένη μπύρα και να σε κάνω φίλο ανάμεσα σε αγνώστους. Άσε με να σε χορέψω και να σε σπρώξω να πας με την κυρά της αρεσκείας σου, μέχρι να κλαις από ευδαιμονία τη στιγμή που θα τεντώνεις τα δάχτυλα των ποδιών σου. Άσε με να σε πάω τσάρκα στα καπηλειά απέναντι από τις όχθες του μεγάλου ποταμού, εκεί που γεννήθηκε η τζαζ, για να σου τραγουδήσω για «παράξενα φρούτα». Κι αν δεν απαλλαχτείς από τη μιζέρια σου, αν δεν νιώσεις την ευδαιμονία στα πιο απόκρυφα κι ανεξιχνίαστα σωθικά σου, εμένα να μην με λένε Νικόλα.

Ειλικρινά δικός σου.

Υ.Γ. Να πεις του Άγιου Βασίλη ότι είναι ένας σαλτιμπάγκος. Και να του πεις ότι το είπα εγώ.

Κυριακή, 21 Νοεμβρίου 2010

Η τριλογία μιας μεταμόσχευσης.


Μέρος 1:
Mark Ronson feat. Boy George & The Business Intl. – Somebody To Love
Όπως και να το κάνεις, είμαστε ρεμάλια. Ένας άντρας έχει περασμένη στο γονίδιο του τη συνουσία, όπως το google την αυτόματη αναζήτηση – κάνε πως γράφεις τη λέξη sex και θα σου εμφανίσει μια πλειάδα επιλογών, από το βιβλίο της Madonna μέχρι το redtube.com. Από εκεί κι έπειτα, το μόνο που μένει είναι η επιλογή. Καραδοκείς με αγωνία ποιο κουμπί είναι πιο διαθέσιμο να ξελασκάρει με ευκολία, μετράς μέχρι το δέκα και προσφέρεις υπηρεσίες. Στεγνά. Δεν έχει σημασία αν ο παραλήπτης είναι αρσενικό ή θηλυκό. Ένας άντρας λειτουργεί με οδηγό τα πρωτόγονα ένστικτά του, όπως και να έχει. Μέχρι που φτάνει η στιγμή που η ανάγκη για το άλλο μισό, το καλντερίμι του ‘είναι’ σου, αυτόν ή αυτήν που θα σε κάνει να επαναφέρεις τον εαυτό σου σε αυτό που κάποια στιγμή ονειρεύτηκες, γίνεται τόσο πρωτόγονη, όσο και τα γενετήσια ένστικτά σου. Είναι η στιγμή που αφήνεις όσα φερμουάρ έχεις ξεχάσει μισάνοιχτα και επιδιώκεις να ανοίξεις μόνο ένα. Γιατί δεν θες πλέον το ρίσκο και το άγνωστο και το πονηρό και το επικίνδυνο, αλλά το κλισέ και το βαρετό και το καθημερινό και το παντοτινό. Και μάντεψε! Μόλις το πήρες απόφαση.

Μέρος 2:
P!nk – Glitter In The Air
Πότε ήταν η τελευταία φορά που άνοιξες την παλάμη σου, τη γέμισες με χρυσόσκονη και τη σκόρπισες στον αέρα; Πότε ήταν η τελευταία φορά που σου ήρθε να ξεράσεις, όχι από το πιόμα, αλλά από την ευδαιμονία; Πότε ήταν η τελευταία φορά που βρέθηκες ένα βήμα πριν το ψέμα και ξαναγύρισες πίσω, μόνο και μόνο για να το ανατρέψεις και να γαμήσεις την αλήθεια του; Πότε ήταν η τελευταία φορά που φοβήθηκες, αλλά έστειλες στο διάβολο τις αναστολές σου, μαζί με τον σκύλο της γειτόνισσας; Πότε παραδέχτηκες ότι άφησες τον ήλιο να σε κάψει και δεν κάηκες κατά λάθος επειδή σε παρέσυρε η κουβέντα; Πότε έγινε μούσκεμα το πρόσωπό σου από το άγγιγμα ενός ξένου ανθρώπου και όχι από τη ζέστη της πρωτεύουσας; Πότε άφησες την ανάσα σου να σε προδώσει, λίγα κλάσματα του δευτερολέπτου πριν καταλάβεις πως δεν έχεις νιώσει ποτέ ξανά έτσι; Πότε άφησες τον ίδιο άνθρωπο να σου ανακατεύει τον καφέ και να σε ρωτάει αν θες παραπάνω ζάχαρη, ενώ εσύ ήσουν ήδη υγρός εκεί, χαμηλά; Είναι που το πήρες απόφαση και δεν το αντέχεις. Κανείς τελικά δεν αντέχει τόση χαρά, ας το πάρουμε απόφαση και ας αφήσουμε τη χρυσόσκονη για τις γυναίκες.

Μέρος 3:
The Last Shadow Puppets – Standing Next To Me
Όταν η λήθη γίνεται πραγματικότητα, το μόνο που μένει είναι ο σκυλίσιος κυνισμός της. Γιατί η λήθη είναι η μεγαλύτερη μοιχαλίδα στην ιστορία της συναισθηματικής αλυσίδας. Δεν θυμάται τίποτα, έχει κάθε φορά διαφορετικό καλεσμένο, φεύγει χωρίς να ρωτήσει και έρχεται όταν δεν την περιμένεις. Είναι η στιγμή στη συγκεκριμένη περίοδο της ζωής σου που ανοίγεις το σεντούκι των εμπειριών σου, κάνεις την απαραίτητη καταχώρηση, κρατάς μια φωτογραφία να μην μπορέσει να στην κλέψει η μοιχαλίδα, βγάζεις το συμπέρασμα ότι αγάπησες και σε αγάπησε, ίσως όχι εξίσου, γελώντας ταυτόχρονα με τον εαυτό σου ξανά και ξανά και ξανά και ξανά. Και μετά λίγο περισσότερο σαν τους μετασεισμούς, ίσα-ίσα για να κάνεις fade out. Το τελευταίο στάδιο αυτού του μέρους είναι το πιόμα, όπως συμβαίνει άλλωστε και σε κάθε ακραίο και κατατεθέν γεγονός που σημαδεύει το σύμπαν – από τη ζωή μέχρι το θάνατο.

Encore:
White Noise
Αν είναι να ζω την τριλογία αυτή μέχρι να πεθάνω, ακολουθώντας αιώνια έναν φαύλο κύκλο σαρκικής σφαγής, συναισθηματικής κάλυψης και γλυκιάς μελαγχολίας μέχρι να πάω πάλι πίσω στο πρώτο μέρος, τότε προτιμώ να παραμείνω μόνιμα στο τρίτο και να πάρω αριθμό προτεραιότητας για μεταμόσχευση ήπατος. Ποιος Θεός υπαγόρεψε άλλωστε ότι απαγορεύεται να ζει κάποιος στο προσωπικό του, αφελές και παιδικό σύννεφο για πάντα;

Πέμπτη, 11 Νοεμβρίου 2010

Κύριε, κύριε! Εσείς θα ρίξετε κέρμα;

Υπάρχει η καλή πλευρά των πραγμάτων και η κακή. “Ανατρίχιασα!”, θα μου πεις. Θα καταλήξω… Την κακή την απαρνιέσαι στιγμιαία και τη θεωρείς περιττή, μέχρι να βρεθείς στην κατάλληλη στιγμή για να τη βάλεις σε λειτουργία και να δεις ότι είναι κομμάτι του εαυτού σου και δεν μπορείς να ζήσεις χωρίς αυτήν. Αντιθέτως την καλή σου πλευρά την τιμάς. Την στολίζεις με κοσμητικά επίθετα, την κάνεις κορνίζα, την φοράς για μάσκα κάθε πρωί στη δουλειά, την παρουσιάζεις με τον πιο αξιολάτρευτο τρόπο στο τραπέζι που ετοίμασες για τον άνθρωπό σου και την κάνεις διαχειρίστρια των συναισθημάτων σου σε κάθε περίσταση. Της δείχνεις εμπιστοσύνη σε όλα τα επίπεδα. Μέχρι φυσικά να έρθουν τα σύννεφα, να βρέξουν και να αποκαλύψουν τον κόσμο της σαπίλας, στον οποίο έχεις μεγαλώσει. Και όχι αυτόν που έχουν διαμορφώσει τα κοινωνικοπολιτικά καθεστώτα, αλλά αυτόν που η έλλειψη εμπιστοσύνης έχει τοποθετήσει ως περίβλημα στην προαναφερθείσα καλή πλευρά σου.

Ο κόσμος της σαπίλας δύσκολα βρέχεται από σημάδια λάμψης και λειότητας. Αντιθέτως, η οξείδωση και η φθορά είναι τα πρώτα πράγματα που βλέπει όταν ανοίγει τα μάτια του. Έτσι έχει μάθει. Ο ίδιος αυτός κόσμος κουβαλάει μεγάλη ιστορία στην πλάτη του και ζει παρασιτικά. Τι σημαίνει αυτό; Πως για να αντέξει το επιπρόσθετο βάρος καβαλάει σε άλλες πλάτες. Ανθρώπινες. Εκεί καταφέρνει να αποσπά τροφή, να διογκώνεται, να κάνει οικογένεια, να δουλεύει δεκάωρα και όταν θυμάται να έχει συσπάσεις πολλαπλών οργασμών.

Αν κάποιος έχει αυταπάτες πως η ζωή του κυλάει καθημερινά φορώντας το καλό του προσωπείο, ας γελάσει εις διπλούν. Η εμπιστοσύνη που δείχνουμε όλοι μας κάθε στιγμή που περνάει ανήκει στον κόσμο της σαπίλας. Γιατί αν δεν ισχύει κάτι τέτοιο, τότε ο κόσμος μας θα έπρεπε να είναι το στρουμφοχωριό και τα παιδιά μας θα έπρεπε να βλέπουν στην τηλεόραση τον κόσμο μας. Jamais! Ο κόσμος της σαπίλας δεν γουστάρει στρουμφοπαγωτό. Αντιθέτως, επιδίδεται σε άσεμνες συνήθειες κάθε ώρα και στιγμή. Μεγαλύτερη αντίπαλός του; Μάντεψε… Η εμπιστοσύνη, που του δείχνεις έτσι κι αλλιώς.

Η εμπιστοσύνη τελικά είναι σαν αυτά τα δύσπιστα τα μηχανήματα με τα κέρματα, στα οποία πρέπει να χαρίσεις άπειρα μονόευρα για να κερδίσεις τελικά ένα καρακιτσάτο, λούτρινο βατράχι, το οποίο θα ξεχαστεί στο πρώτο μαγαζί που θα πας για καφέ. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι δεν ξόδεψες τα λεφτά μιας σαββατιάτικης εξόδου για να το αποκτήσεις. Εκτός κι αν η σαββατιάτική σου έξοδος είναι καθημερινή συνήθεια, οπότε δεν σε κόφτει και πολύ, δουλειά να υπάρχει. Τόσο για σένα όσο και για το παράσιτο που κουβαλάς. Αυτό που δεν έχεις υπολογίσει όμως είναι ότι μπορεί εσύ να έχεις μάθει να λειτουργείς σαν πελάτης μηχανημάτων, τι γίνεται όμως όταν κάποια στιγμή ένα και μόνο κέρμα θα είναι αρκετό για να φτιάξει την περιπλανούσα τύχη σου και θα σου δώσει την ευκαιρία να βάλεις stop ή pause έστω στη σαπίλα που σε λούζει πατόκορφα; Θα αδράξεις την ευκαιρία που σου θα σου δώσει το μηχάνημα, φωνάζοντας “Oh Captain, my captain” ή θα συνεχίσεις να παίζεις φανατικά μέχρι να ξεβολέψεις τον κωλαράκο σου και να καταλάβεις το προφανές; Και ποιο είναι αυτό; Όταν στέκεσαι τυχερός σε κάτι, το αρπάζεις από τα μαλλιά, δεν το αφήνεις. Και κυρίως: Δεν απαρνιέσαι την εμπιστοσύνη που σου έδειξε με το πρώτο μονόευρο.

Κύριε, κύριε! Εσείς θα ρίξετε κέρμα στον κόσμο της σαπίλας;

Πέμπτη, 28 Οκτωβρίου 2010

Εγώκαιρος.


Εγώ, το: Η συνείδηση της ατομικότητας. Στη θεωρία της ψυχανάλυσης, το τμήμα της ανθρώπινης προσωπικότητας που βρίσκεται σε επαφή με τον εξωτερικό κόσμο.

Αν το τμήμα μου, που βρίσκεται σε επαφή με τον κόσμο είναι το εγώ μου, τότε θα ήθελα να είμαι πολλαπλή προσωπικότητα για να το απολαμβάνω. Γιατί αν μέσα στο εγώ μου συμπεριλαμβάνεται και το τμήμα της ανθρώπινης συνείδησης, που ευνοεί άτυπα και υποκειμενικά (δεν θα μπορούσε αλλιώς) τον εαυτό της, τότε τα λάθη παίζουν ντόμινο πίσω από το κεφάλι μου και ετοιμάζονται για σφαγή.

Το εγώ είναι ύπουλο, όσο και ένα τρίτο σφηνάκι – νομίζεις ότι δεν σε έχει αγγίξει καν, ενώ ήδη παραπατάς. Λειτουργεί πάντα σύμφωνα με αυτό που υποστηρίζεις, αλλά και πάντα σε συνάρτηση με αυτό που συμβαίνει γύρω σου. Κι αν αυτά (σύμφωνα με το σφηνάκι πάντα) είναι η καλή σου διάθεση, τα νεύρα σου, μια προαγωγή, ένας χωρισμός, κάποιες ενοχλητικές και αδιάκριτες αιμορροΐδες, ο κόσμος που χορεύει, η απαίσια, κλαπατσίμπαλη μουσική, οι καλές κιθάρες, το κάθισμα που δεν βολεύει, το μπαρ που εξυπηρετεί για κεράσματα, αλλά και πολλά άλλα, τότε καταλαβαίνεις ότι ο βαθμός που το εγώ σου μπορεί να σε προσδιορίσει είναι επικίνδυνος και ασταθής.

Από την άλλη βέβαια, το εγώ δεν μπορείς να το αλλάξεις. Η παρουσία του και η αναλογία του στη διαμόρφωσή σου είναι κάτι σαν το παραπάνω λάδι στη σαλάτα – άντε να την ξεπλύνεις και να ξαναβάλεις πάλι τη σωστή πρέζα. Πόρισμα; Θα τη φας όπως ακριβώς την έφτιαξες – λιπαρή, χυμώδη, ανισόρροπη στη γεύση, αλλά και ιδανική για παπάρα. Αν τώρα μπεις στη διαδικασία να παρομοιάσεις το ψωμί με τις αποφάσεις σου, παπαριασμένες στο παραπάνω και λιπαρό εγώ του φαγητού που τρως καθημερινά, την έκατσες.

Καιρός, ο : Η κατάσταση της ατμόσφαιρας που προσδιορίζεται κυρίως από τη θερμοκρασία του αέρα και του εδάφους, από την ατμοσφαιρική πίεση, από την υγρασία και από την ταχύτητα των ανέμων.

Οι άνθρωποι είναι σαν την ατμόσφαιρα πάνω-κάτω. Επηρεάζονται και προσδιορίζονται από πολλούς και αστάθμητους παράγοντες, την ίδια στιγμή που κάθε ένας παράγοντας μπορεί να φέρει και εναλλακτικό αποτέλεσμα, δρώντας με τον ίδιο και απαράλλαχτο τρόπο. Εκτός από τα έντονα καιρικά φαινόμενα, όπως είναι το πέταγμα της πεταλούδας, ο τυφώνας Κατρίνα, το πολικό ψύχος και οι 50 βαθμοί Κελσίου της ερήμου Σαχάρα. Εκεί δεν υπάρχουν και πολλά περιθώρια συναισθηματικής ευελιξίας.

Πάντα παρομοίαζα τον καιρό με την διάθεση. Θεωρώ πως, άμεσα ή έμμεσα, αυτά τα δύο είναι αλληλένδετα. Αν έχει συννεφιά, τότε η μελατονίνη κάνει πάρτι κατάθλιψης στον εγκέφαλό σου και μάλιστα σε αφήνει απρόσκλητο με το μπουκάλι στο χέρι. Αν έχει υγρασία, τότε βήχεις χωρίς λόγο και κολλάς παντού, όχι με τον καλώς εννοούμενο τρόπο, στοιχεία που μπορούν ενίοτε να σε εκνευρίσουν και να σε φέρουν σε δύσκολη θέση. Αν έχει ήλιο, οι σεξουαλικές σου διαθέσεις/επιδόσεις φτάνουν στα επαγγελματικά επίπεδα της Silicon Valley, ενώ αν χιονίζει, το λευκότερο λευκό σε ηρεμεί σε σημείο που κανένα πολιτικό debate δεν σου φαίνεται υποκριτικό. Για φαντάσου…

Τα σημάδια του καιρού συνθέτουν μια πολλαπλή προσωπικότητα, ακριβώς σαν κι αυτή που θα ήθελα να συνθέτει το εγώ μου για να επικοινωνώ με τον εξωτερικό κόσμο. Τώρα που το σκέφτομαι είναι το ίδιο πράγμα, μιας και πάλι σε μένα έχει αντίκτυπο. Αυτή η ψυχοπαθής περσόνα είναι προετοιμασμένη για όλα. Έχει τάσεις φυγής από παντού και για παντού. Προβλέπει, αλλά δεν προβλέπεται. Υγραίνει το τοπίο της που και που, αλλά επανέρχεται στα στεγνά της για να κρατήσει τις ισορροπίες. Βγάζει χρώματα για ανταμοιβή, την ίδια στιγμή που αερίζεται δημόσια, χωρίς να ντρέπεται. Ιδρώνει για να χαρίζει ευδαιμονία και τεστοστερόνη, αλλά καμιά φορά ασπρίζει κιόλας για να μην κακομαθαίνει τους θαμώνες της. Προσαρμόζεται με την εποχή, αλλά ποτέ δεν χαρίζει κάστανα σε μια αναπάντεχη αλλαγή, αν και εφόσον τη γουστάρει. Κι αν πέφτει σε κατάθλιψη που και που, έχει το εγώ της να παίζει ντόμινο με τα λάθη του για ψυχαγωγία.

Κοίτα να δεις. Τελικά, μόνο Αιγόκερως θα μπορούσα να είμαι.

Τετάρτη, 20 Οκτωβρίου 2010

The butterfly effect.


Όταν έχεις φτάσει στην ουρά του Οκτώβρη και , ως αποτέλεσμα, στο κατακάθι της χρονιάς, προσδοκείς από το δίκαιο σύμπαν να αποζημιώσει τους κόπους σου και τα bullets στο πρόγραμμα που είχες πει ότι θα ακολουθήσεις κατά τη διάρκεια της τρέχουσας χρόνιας, τέτοια περίοδο πέρυσι. Αυτό που δεν έχεις υπολογίσει όμως μέσα στα bullets είναι ότι το δίκαιο σύμπαν λειτουργεί τόσο δίκαια όσο και η πολιτική σου συνείδηση - πάντα σου υπαγορεύει ότι θα ψηφίσεις και θα γίνεις ενεργός ως πολίτης, αλλά σε έχει ήδη φάει η καλοπέραση, η οποία μόλις τώρα ορίζω πως περνάει γονιδιακά από τη μία γενιά στην άλλη στα πλαίσια της Ελληνικής-και-καλά-(μοιρο)Δημοκρατίας. Με το σύμπαν λοιπόν να συνωμοτεί με την κυβέρνηση για τη δίκαιη διεξαγωγή της ζωής σου, μάλλον έχεις το παιχνίδι και τα bullets χαμένα από χέρι.
Αποφασίζεις, εύλογα ή όχι, πως το πρόγραμμα που θα φτιάξεις για τη νέα χρονιά θα απαρτίζεται από στόχους και λύσεις που θα σέβονται τον εν λόγω συνασπισμό. Υπολογίζεις τις συνθήκες, τους όρους σύμφωνα με τους οποίους θα προβείς σε ενέργειες, την υλοποίηση αυτών, τις συνέπειες, αλλά και το κόστος μιας πιθανής αποτυχίας. Κάνεις τη σούμα και βγάζεις το συμπέρασμα πως ούτε αυτό είναι αρκετό. Γιατί μια πεταλούδα θα πετάξει στο Τόκιο τον ερχόμενο Μάρτιο και αυτό θα προκαλέσει τυφώνα στο Los Angeles, που εσύ υπολογίζεις να πας για διακοπές μαζί με το άλλο σου μισό. Και τότε διαπιστώνεις ότι πάντα στα σχέδια σου θα πρέπει να υπολογίζεις και την ειρωνεία της φύσης, η οποία μετά από τόση κατάχρηση το διασκεδάζει, επιστρέφοντας τα πυρά. Με λίγα λόγια: Τζίφος και πάλι.
Αφού μέσα σε όλο αυτό βάζεις σφήνα και τα καπρίτσια του καιρού, πας να ολοκληρώσεις το πρόγραμμά σου για την επόμενη χρονιά, η οποία σε θέλει υπάκουο σκυλί της τροφαντής σου συνείδησης και άξιο διάδοχο της οικογενειακής περιουσίας. Μόνο που εσύ δεν είσαι μέσα στην άτυχη γενιά των 700 ευρώ. Εσύ ανήκεις στην τρισκατάρατη-από-τις-μονόφθαλμες-μάγισσες-της-Νέας-Ορλεάνης γενιά των 600 και κάτι ευρώ, η οποία έχει ως μοναδικά της δικαιώματα τα εξής:
• Να πατάει χρόνιο pause στα όνειρα.
• Να κάνει οικονομίες από την τρύπα στο νερό, που έχει κληθεί να δημιουργήσει.
• Να κάνει πλήρες οκτάωρο στο να ψάχνει για δουλειά, χωρίς κανείς να της κολλάει ένσημα.
• Να έρχεται πρώτη στην πυραμίδα της σεξουαλικής όρεξης, μιας και δεν έχει τίποτα καλύτερο και φθηνότερο να κάνει.
• Να σβήνει ένα-ένα τα bullets που δεν μπορεί να πραγματοποιήσει.
Το τελευταίο από μόνο του αναιρεί τα πάντα. Και αυτό σε οδηγεί στη προφανή λύση: Να φας μια πιθανή περιουσία σα να προοριζόταν από την αρχή για μηνιαίο μισθό.
Αφού έχεις μελετήσει μέχρι και την τελευταία λεπτομέρεια για το πρόγραμμα και τους στόχους της νέας σεζόν, το ποστάρεις στο ψυγείο σου, στο desktop, στην ντουλάπα, στο γραφείο της δουλειάς (?), στη λεκάνη της τουαλέτας, αλλά και στο μαξιλάρι, μπας και γίνει με τον καιρό το πρώτο πράγμα που θα βλέπεις όταν ξυπνάς και το τελευταίο πριν πας για ύπνο. Το διαβάζεις, το μαθαίνεις απόξω κι ανακατωτά, το μουρμουρίζεις στον ύπνο σου, το τραγουδάς στον ξύπνιο σου, το φαντάζεσαι όταν έχεις οργασμό, το ξερνάς με τον εμετό σου όταν μεθάς, το κάνεις γαργάρα όταν πλένεις τα δόντια σου, μέχρι που φτάνει ο Οκτώβρης του 2011. Τότε διαπιστώνεις πως όλοι οι παράγοντες που συντέλεσαν στο πολυπόθητο πρόγραμμά σου είναι και αυτοί που τελικά το απολαμβάνουν, ενώ εσύ βασανίζεσαι να τους ικανοποιήσεις έναν προς έναν και χωρίς περικοπές.
Τελικά, πόση εμπιστοσύνη μπορεί να έχει κάποιος σε μια χώρα, που το σύμπαν της γράφει με bullets και ο Οκτώβρης της έχει ακόμα ηλιοφάνεια;

Δευτέρα, 11 Οκτωβρίου 2010

Bourbon, φυσαρμόνικα και χώμα στα μαλλιά.


Πήρα το τρένο που λες χτες και ταξίδεψα μέχρι τη Νέα Ορλεάνη, εκεί που συνήθιζα να πηγαίνω με τον Bobby στην προηγούμενή μου ζωή. Τα ναύλα ήταν εξευτελιστικά φτηνά, αλλά αυτό είναι λογικό, συνυπολογίζοντας το γεγονός ότι έχουν περάσει τέσσερις δεκαετίες από τότε. Φορούσα τη βρώμικη μπαντάνα μου κατά τη διάρκεια της διαδρομής, ως συνήθως, έπαιζα φυσαρμόνικα και ο Bobby τραγουδούσε βραχνά την ψυχή του στην κλίμακα των blues. Οι γαλλικές συνοικίες δεν έμοιαζαν ποτέ πιο μίζερες και πιο όμορφες. Το ίδιο κι εμείς.
Αν και ήμουν φτιαγμένος και δεν καταλάβαινα πολλά, το άρωμα του ονείρου στη γειτονιά που μαγείρευε τα παντζάρια του ο Tom Robins ήταν λυτρωτικό. Σε αυτή τη διασταύρωση η μπόχα είναι τόσο έντονη από τα κόπρανα των ζώων και τις αναπνοές των θαμώνων, που τα μάτια σου δακρύζουν στην πρώτη τζούρα που θα πάρεις μύτη. Τη στιγμή λοιπόν που περνάς έξω από το εργαστήρι, διαπιστώνεις πόσο σημαντική είναι η αίσθηση της όσφρησης, πόσο καταλυτική η μαγειρική ενός θείου αρώματος και πόσες ώρες χρειάζεσαι μετά για να συνηθίσεις και πάλι την αίσθηση του οξυγόνου στα ρουθούνια σου. Εκτός κι αν είσαι τύφλα, όπως εγώ. Από αυτή τη διασταύρωση περνάνε όλες οι μνημόσυνες ακολουθίες και πάνω σε αυτή χρίζονται με προσευχές και ξόρκια οι νέοι φορείς των μυστηρίων. Σε μια τέτοια τελετή έμαθα να παίζω φυσαρμόνικα.
Τριγυρνώντας τα σοκάκια, συνειδητοποίησα ότι μπορώ να μιλήσω γαλλικά. Ο Bobby δυσκολευόταν, οπότε άφησε τα νταλαβέρια σε μένα. Για ένα περίεργο λόγο όλοι μιλούσαν γαλλικά. Για να είμαι ειλικρινής, δεν θυμάμαι τον αρχικό λόγο που πήγαμε εκεί, αλλά, όπως προανέφερα, ήμασταν φτιαγμένοι. Το θέμα είναι ότι καταλήξαμε σε ένα καπηλειό να πίνουμε bourbon και να τρώμε ελιές, την ίδια στιγμή που ο ιδιοκτήτης, ένας αρχοντάνθρωπος με ναυτική ένδυση, αποφάσισε να μας ανεβάσει στη σκηνή για να παίξουμε μουσική. Εγώ του είπα ότι ο φίλος μου μπορεί να τραγουδήσει μόνο στα αγγλικά, οπότε αυτός αντιπρότεινε να τραγουδήσω εγώ. Έδωσα τη φυσαρμόνικα στον Bobby, εκείνος στράβωσε (με τα δίκια του) και ξεκινήσαμε. Μέσα σε λίγα λεπτά το καπηλειό είχε γεμίσει με ντόπιους, ζώα που πέρναγαν μετά την αφόδευσή τους στη διασταύρωση, μάγισσες με ένα μάτι, τα μέλη ενός περιπλανώμενου, θεατρικού θιάσου, μια κουκουβάγια που έκλεινε το μάτι στον Bobby και μια γριά ζητιάνα που τριβόταν στον αρχοντάνθρωπο ιδιοκτήτη και του ζήταγε να μπει μέσα της. Εκείνος φυσικά δεν έκανε ποτέ κάτι τέτοιο, μιας και είναι κατανοητό πως αν έλεγε ναι, η γριά δεν θα άντεχε λόγω ηλικίας. Ήταν κύριος, καταλαβαίνεις. Ο Bobby πάλι ενέδωσε αργότερα στην κουκουβάγια.
Κάπου εκεί έπιασε μπόρα και καθάρισε επιτέλους το μαλλί μου από το χώμα και τον ιδρώτα. Ο Bobby ήταν απασχολημένος, οπότε του πήρα τη φυσαρμόνικα και έκανα μια γύρα μόνος μου μέσα στην καταποντισμένη Ορλεάνη της άλλης πλευράς του Ατλαντικού. Ήταν μια καλή ευκαιρία να σκεφτώ, να παίξω μουσική για μένα και να πιω λίγο παραπάνω bourbon – άλλωστε, που θα έβρισκα τόσο καλό όταν θα επέστρεφα;
Είναι ευλογία που η Νέα Ορλεάνη βρίσκεται κοντά στο πατρικό μου. Μπορώ και πηγαίνω όποτε θέλω κάθε φορά που έρχομαι να δω τους δικούς μου. Είναι ακριβώς πέρα από το λιμάνι και πίσω από το βουνό, μετά το πάρκο με το γυμναστήριο για τα παιδιά και δύο νότες από blues μακριά από την εργατική ζώνη. Εκεί που μεγάλωσα μπορεί να μην άκουγα ποτέ μουσική, στο όριο όμως ανάμεσα στο πατρικό μου και στο ταξίδι για την προηγούμενη ζωή στη Νέα Ορλεάνη έπαιζαν όλοι τρομπέτα και φυσαρμόνικα, είχαν χορωδίες και έκαναν μάγια στα τρίστρατα για την Εκάτη. Μάλλον για αυτό και μπορώ να φτάνω εύκολα εκεί. Παίζοντας μερικά τρίηχα για να βηματίζω γοργά.
Η σκέψη είχε ξεφύγει και το bourbon τελείωνε. Ευτυχώς είχα φλασκί στις μπότες, δεν μου αρέσει να ξεμένω από αλκοόλ. Από αλκοόλ και νότες πιο συγκεκριμένα. Καλά, από αλκοόλ, νότες και χώμα στα μαλλιά μου. Αν δεν έχω ένα από όλα αυτά, δεν θέλω να έχω τίποτα. Χτες τα είχα όλα. Μέχρι και που υπήρχαν στιγμές ευδαιμονίας.
Όταν επέστρεψα, ήταν ήδη αργά και έπρεπε να πάω για ύπνο. Το περπάτημα και η σκέψη με είχαν εξαντλήσει. Στέγνωσα τα μαλλιά μου, έβαλα τη μπαντάνα μου για πλύσιμο, έκρυψα τη φυσαρμόνικα στο παιδικό μου δωμάτιο και ξάπλωσα. Σκεφτόμουν πως δεν αποχαιρέτησα τον Bobby και μου κακοφάνηκε. Μετά σκέφτηκα πως με την πρώτη ευκαιρία θα τον ξαναδώ, οπότε οι τύψεις στη συνείδησή μου έφυγαν μονομιάς, όπως και το bourbon στο φλασκί. Το κρύο έχει ήδη φτάσει στην Αθήνα για τα καλά, αλλά ευτυχώς η υγρασία της Νέας Ορλεάνης ήταν χειρότερη και δεν χρειάστηκε να ανάψω τη θέρμανση. Έκανα μάταιες προσπάθειες να σκεφτώ τι θα έκανα σήμερα, αλλά κατέληξα να δω τρεις ταινίες back-to-back για να περάσει η ώρα και να κατεβάσω τρεις καφέδες για να μείνω ξύπνιος. Τελικά, θα μπορούσα να κοιμάμαι όλη μέρα και δεν θα είχε καμία διαφορά. Αύριο λέω να πεταχτώ και πάλι μέχρι το καπηλειό. Μου έλειψαν το bourbon, οι μυρωδιές και το χώμα στα μαλλιά μου. Άσε που χτες δεν πρόλαβα να χαιρετήσω τον κόσμο, έφυγα τσάρκα μαζί με την βροχή.
Bobby κοιμάσαι; Τι κάνεις αύριο;

Τρίτη, 5 Οκτωβρίου 2010

Τα πρώτα υγρά της ημέρας.


Όλα ξεκινάνε με ένα καλό κατούρημα. Είναι η στιγμή που, είτε θες να το παραδεχτείς είτε όχι, καταφέρνει να σε ξυπνήσει περισσότερο από κάθε άλλη δραστηριότητά σου μέσα στην ημέρα. Είναι η στιγμή που μπορείς και σκέφτεσαι τα περισσότερα πράγματα ταυτόχρονα – να μη λερώσεις το καπάκι της τουαλέτας, το οποίο από τη νύστα βαρέθηκες να σηκώσεις, να μην ξεχάσεις να πάρεις τηλέφωνο για Χρόνια Πολλά, να βάλεις το νερό να ζεστάνει για να φτιάξεις καφέ, να θυμηθείς να πετάξεις τα σκουπίδια, να κάνεις μπάνιο πριν φύγεις ώστε να μην πάρεις ετεροχρονισμένα χαμπάρι πως το αποσμητικό αποδίδει καλύτερα πάνω σε καθαρή μασχάλη και όχι πάνω σε σμήγμα, να βγάλεις από την κατάψυξη τον κιμά να ξεπαγώνει και ίσως να πληρώσεις τα κοινόχρηστα. Βέβαια, το να καταφέρεις τελικά να μην λερώσεις το καπάκι είναι και το μεγαλύτερο κατόρθωμα, μιας και τα πρώτα υγρά της ημέρας είναι εφάμιλλα του αυνανισμού – άντε να προσέξεις που καταλήγουν.

Η επόμενη κίνηση αποδεικνύει ότι ακόμα και σε φάση κατρακύλας πρέπει να έχεις χιούμορ. Όποιος δεν γελάει με τον εαυτό του σε κατάσταση ημικατάθλιψης και ολικής, φατσικής παραμόρφωσης, τότε μάλλον τον έχει πάρει πολύ στα σοβαρά. Αν τα μάτια είναι ο καθρέφτης της ψυχής και εσύ μπορείς να δεις τα μάτια σου μόνο μέσα από έναν καθρέφτη, τότε κάθε μέρα για τουλάχιστον καμιά δεκαριά φορές κοιτάς κατάματα την ψυχή σου και παραμένεις ακλόνητος και σοβαρός. Μόνο που μετά από ένα τέτοιο κατούρημα, η σοβαροφάνεια απαγορεύεται. Γέλα με τα χάλια σου επιτέλους.

Η διαδικασία που χρονοβόρα και επιμελημένα ακολουθείς μέχρι να βγεις από το σπίτι αποτελεί ένα βασικό τμήμα της ιεροτελεστίας που ποτέ δεν ακολουθείς για να κάνεις τίποτα άλλο στον κόσμο. Διαθέτει αρχή (πλύσιμο δοντιών, αποσμητικό και χτένισμα), μέση (πρωινό και ντύσιμο), αλλά και τέλος (οργάνωση των πραγμάτων που πρέπει να βάλεις στην τσέπη ή την τσάντα, ώστε να φέρεις σε πέρας όλα αυτά που σκεφτόσουν την ώρα που κατούραγες). Τόση σκέψη και τόσος ψυχαναγκασμός δεν υπάρχει ακόμα και στην παραδοχή μιας απρεπούς ενοχής – εκεί κατουριέσαι αφού την παραδεχτείς. Πολλές φορές αερίζεσαι κιόλας, αλλά μόλις μπήκαμε σε φερμουάρ άλλου παντελονιού.

Αφού τα κάνεις όλα αυτά και είσαι έτοιμος να ξεκινήσεις τη μέρα σου, έρχεται η άβολη στιγμή που σκέφτεσαι: «Ο κόσμος λέει συνέχεια ότι πρέπει να ζεις την κάθε μέρα σα να είναι η πρώτη μέρα της υπόλοιπης ζωής σου». Αυτό όμως τι σημαίνει; Ότι έχεις το περιθώριο να επιβιώσεις άλλη μια μέρα, χωρίς να σε νοιάζει και ιδιαίτερα τι θα συμβεί, όπως ακριβώς έκανες μέχρι τώρα, μιας και την αυριανή μέρα μπορείς να τη βαφτίσεις παρομοίως; Αυτές οι θεωρίες είναι για αυτούς που κατουράνε πάντα μέσα στη λεκάνη και προσέχουν που καταλήγει ο αυνανισμός τους. Για τους υπόλοιπους υπάρχει μια άλλη θεωρία που λέει: «Ζήσε την κάθε σου μέρα σα να είναι η τελευταία της ζωής σου». Κι αν δεν βρεις τον εαυτό σου να παλεύει για να αρπάξει από τα μαλλιά την ευτυχία, τότε κάτσε και κοίτα καμιά δεκαριά φορές ακόμα τον καθρέφτη της ψυχής σου και πρόσεξε μη σου στάξει το ρίμελ.
Καλημέρα!

Τετάρτη, 22 Σεπτεμβρίου 2010

Όταν ο κόσμος είδε τον Jim Morrison ξένο, ο Θεός τον είδε παράξενο.


Είναι παράξενο να περπατάς ανάμεσα σε κόσμο και να μην τον βλέπεις. Είναι παράξενο να προσπαθείς να τον δεις, αλλά να σου είναι ξένος. Είναι εξίσου παράξενο να θες να ξεχωρίσεις με κάποιον τρόπο που θα τον βάφτιζες περισσότερο καρμικό παρά μαγικό, ενώ θα μπορούσε να είναι παράξενο το γεγονός ότι αυτό που σου μοιάζει ξένο ή παράξενο, είναι και αυτό που βρίσκεται πιο κοντά σου από το οτιδήποτε. Άλλωστε, ποιος έχει τη διαύγεια να βάλει ταμπέλες στην προσπάθειά του να αγαπηθεί και να αγαπήσει;
Ο κόσμος βλέπει τα πάντα παράξενα γιατί αυτός είναι ο ρόλος του. Όταν τοποθετείσαι μέσα στον κόσμο, είσαι παράξενος. Όταν αποστασιοποιείσαι και τουμπάρεις τα μάτια στα εντός, γίνεσαι ξένος. Αυτό δεν σταματάει ποτέ όμως την ανάγκη σου για συναισθηματική ικανοποίηση, μιας και αυτές οι ταμπέλες είναι αντίστοιχα συναισθηματικό αντίβαρο στην αθωότητα που κουβαλάς. Και επειδή αυτή η αθωότητα δεν σε βοήθησε ποτέ και σε τίποτα, τη γυρνάς στα μπρούμυτα και την καβαλάς μέχρι να σκάσει. Τότε παίρνεις το ρόλο του παράξενου ή το ρόλο του ξένου. Εκτός κι αν τα κάνεις και τα δύο ταυτόχρονα, κάτι που στην νεοελληνική ονομάζεται προσωπειακή παρτούζα.
Τι είναι αυτό όμως που στέκεται εμπόδιο στο να αγαπήσεις και να αγαπηθείς εξίσου; Γιατί ο ρομαντισμός μοιάζει ξένος και όταν τον πλησιάζεις με κάποιον τρόπο, ο αποδέκτης αυτού τον ονομάζει παράξενο; Είναι ο συντηρητισμός που διογκώνεται με γεωμετρική πρόοδο; Είναι οι δεκαετίες και ο πολιτισμός που κτίζουν, που δεν επιτρέπουν σε κανέναν να διεκδικήσει, αλλά πολύ περισσότερο να διεκδικηθεί; Είναι η μουσική που βγαίνει από τους υπολογιστές; Είναι η κρυμμένη αθωότητα που έχει πνιγεί από τις ταμπέλες ή μήπως είναι τελικά η φανερή πονηράδα που δικαιολογεί ίσως για πρώτη φορά στην ιστορία των θεμάτων της καρδιάς τον όρο “Παρθενογένεση”;
Θυμάμαι από την προηγούμενή μου ζωή πως η αγάπη ήταν αθώα. Το ίδιο και το μίσος, η εγκυμοσύνη, η επανάσταση, η μουσική, η θέση, η αντίθεση, η χαρά και η θλίψη. Θυμάμαι τη στιγμή που μέθυσα παρέα με τον Jim και εκείνος ξάπλωσε στον καρπό μου για να μου πει την ιστορία του κι εγώ νευρίασα και του έσπασα τη μποτίλια με το αλκοόλ στο κεφάλι. Κι ένας ή πολλοί Θεοί ξέρουν πόση ανάγκη είχα τη μποτίλια. Θυμάμαι ότι το τραγούδι δε φτιαχνόταν από ανθρώπους του ωδείου, αλλά από ανθρώπους που έμοιαζαν ξένοι, ενώ στην πραγματικότητα ήταν απλά παράξενοι. Θυμάμαι ότι η γύμνια ήταν αντίσταση, αλλά σε καμία περίπτωση δεν αντιστεκόσουν γυμνός. Θυμάμαι τον εαυτό μου ξένο σε πόλεις και αλάνες, προσπαθώντας να μάθω για την αγάπη. Τον θυμάμαι όμως και παράξενο, ζώντας την. Θυμάμαι τα ξένα και τα παράξενα με μια βασική διαφορά – τότε δεν είχαν τις ταμπέλες που βάζω σε αυτό το γραφτό, τούτη τη στιγμή που τα θυμάμαι.
Τελικά, ίσως και να μην μπορείς να αγαπήσεις και να αγαπηθείς όσο επιτρέπεις στον εαυτό σου να είσαι ξένος ή παράξενος στα μάτια των ανθρώπων και στα μάτια του Θεού. Και ιδιαίτερα όταν επιτρέπεις στον Θεό που ελπίζεις να το κάνει για σένα γιατί δεν έχεις τα κότσια να το σταματήσεις. Κι αν η αθωότητά σου είναι όντως πνιγμένη και δεν σώζεται ούτε με μπρατσάκια, sorry, αλλά είσαι για τα μπάζα.
Δεν ξέρω ποιο ήταν το μυστικό του Jim, που τον έκανε τόσο ξένο και τόσο παράξενο σε μια εποχή που αυτοί οι όροι δεν ήταν ακόμα δόκιμοι. Θα μου πεις όμως, αν ήξερα την απάντηση, δεν θα του είχα σπάσει τη μποτίλια στο κεφάλι. Τουλάχιστον ξέρω ότι η προσπάθεια για την αγάπη και την αποδοχή μπορεί να σε κάνει οτιδήποτε. Τα λιγότερα από δαύτα είναι ξένο και παράξενο. Κι αν δεν ταιριάζεις στην εποχή σου, δεν τρέχει και τίποτα. Έζησες και σε άλλες εποχές, κάνε μια τσάρκα και κάτι θα βρεις ως ο παράξενος που τον περνούν για ξένο. Οι πόρτες του παρελθόντος και του μέλλοντος, άλλωστε, είναι στην πραγματικότητα μία. Και μάλιστα περιστρεφόμενη. Σαν την αγάπη.

(Για την δεκαετία του 60’. Για τον Jim Morrison. Για την Janis Joplin. Για τον Martin Luther King. Για το κίνημα της νεολαίας. Για αυτά που ειπώθηκαν. Για αυτά που δεν πρόλαβαν να ειπωθούν και έμειναν επτασφράγιστα για άλλα στόματα. Για όσους γεννήθηκαν μετά και τα υπέγραψαν και για όσους πέθαναν νωρίτερα και τα οραματίστηκαν.)

Δευτέρα, 20 Σεπτεμβρίου 2010

Drama Kings, Drama Queens.


Αυτές οι ισημερίες κάνουν τον μέσο ανθρώπινο εγκέφαλο να παθαίνει αναφυλαξία και μάλιστα στο πλαστικό του μέρος, αυτό που δεν χρησιμοποιείται και, ως αποτέλεσμα, δεν καίγεται. Γιατί με τις ισημερίες έρχονται αλλαγές. Και με τις αλλαγές έρχονται τα φούτερ. Οι καφέδες στην Καρύτση. Οι υπερωρίες. Τα ταιριάσματα. Οι χωρισμοί. Η αραιότερη χρήση αποσμητικού (που όμως έχει ως αποτέλεσμα τη λιγότερη δυσοσμία στα μέσα μεταφοράς λόγω κρύου – ειρωνεία;). Η ρουτίνα. Ακόμα και η διαπίστωση ότι η λεπτή, μπρούτζινη γραμμή που χωρίζει το μαυρισμένο σου δέρμα από την λευκή τσόντα στην περιοχή των απόκρυφων θα ξεκινήσει να πέφτει θύμα τους. Ποιος θα το περίμενε ότι ακόμα και η ηλιοθεραπεία είναι φαλλοκρατική υπόθεση;

Οι ίδιες αυτές αλλαγές προκαλούν μιζέρια. Ο λόγος; Μα, είναι απλό. Η ανθρώπινη ράτσα αποτελείται από drama kings και drama queens. Αν κάτι δεν πηγαίνει καλά, το ρίχνεις στο ξενύχτι και στο ποτό. Αν κάτι οδεύει στο να μην πάει καλά, το ρίχνεις στο ξενύχτι και στο ποτό. Αν κάτι ακολουθεί το δρόμο της ευημερίας και της επιτυχίας, το ρίχνεις στο ξενύχτι και στο ποτό. Αν θεωρείς πως η ρουτίνα σου, σου τρώει τα σωθικά, σου ξεζουμίζει την δημιουργικότητα και σε πετάει στον τοίχο σαν μισοβρασμένο μακαρόνι μέχρι να κολλήσεις, το ρίχνεις στο ξενύχτι και στο ποτό. Αν έρχεται η πολυπόθητη αλλαγή, η οποία θα σε ταρακουνήσει σαν τα μποφόρ στο Κάβο Ντόρο, το ρίχνεις στο ξενύχτι και στο ποτό. Τελικά, ποια αλλαγή και ποιο δεδομένο φέρνει την ευδαιμονία; Περιστασιακά και για να γίνεται κουβέντα, το ξενύχτι και το ποτό.

Αν υπάρχει μια συμπαντική αλήθεια για τις θεμιτές αλλαγές, αυτή ακούει στο “ευσεβής πόθος”. Γιατί κανείς δεν μπορεί να ανακαλέσει το απόφθεγμα ότι κάθε τι που θέλεις πολύ, το φοβάσαι όπως η σερβιέτα την περίοδο. Οι ευσεβείς μας πόθοι άλλωστε είναι όλα τα ενοχικά σύνδρομα που κουβαλάμε από τον πλακούντα. Τη στιγμή λοιπόν που η αλλαγή έρχεται, τη θες. Τη φοβάσαι. Την αφήνεις να σε λερώσει. Και όταν γίνει, το ρίχνεις στο ξενύχτι και στο ποτό. Όχι τίποτα άλλο, αλλά για να δικαιολογήσεις της Ρίτας το ρητό “Ιστορία μου, αμαρτία μου, πάθος μου μεγάλο” και να τα χρεώσεις όλα στον πλακούντα της μαμάς, μιας και δεν είσαι άξιος ή άξια να πάρεις την ευθύνη πάνω σου. Και μιλάμε για θεμιτές αλλαγές, ας μην ανοίξουμε το σεντούκι με τις ανεπιθύμητες.

Οι θεμιτές αλλαγές είναι τόσο θεμιτές σε περίοδο ισημερίας, όσο και η στύση μέσα σε μια κατάμεστη πλαζ – τη φχαριστιέσαι, αλλά ενοχικά. Ξέρεις ότι πρέπει να βγεις, αλλά δεν μπορείς, την ίδια στιγμή που θα ήθελες να σε δει ο κόσμος με το ηθικό υπερυψωμένο, χωρίς όμως να το θεωρήσει ούτε για μια στιγμή ντροπή. Και το πόρισμα που βγάζεις είναι φυσικά ένα και μοναδικό: “Μήπως τελικά για τον καθένα είναι όλοι οι υπόλοιποι drama queens, εκτός από τον εαυτό του;”. Πριν προλάβεις όμως να το ξεστομίσεις, ξεροκαταπίνεις, φοράς τα καλά σου, ‘βγαίνεις από τη θάλασσα’ και βρίσκεις τη λύση – ξενύχτι και ποτό.

Παρασκευή, 27 Αυγούστου 2010

Δύο χοιρινές και μια σαλάτα.


Χτυπάει αλλά δεν το σηκώνεις. Μόλις έφαγες δύο χοιρινές και σαλάτα και τα χρησιμοποιείς για άλλοθι μέσα στο καταμεσήμερο, παρόλο που ξέρεις ότι ο δολοφόνος ξαναγυρνάει στον τόπο του εγκλήματος.
Ξαναχτυπάει ρε γαμώτο και πάνω που έλεγες να πάρεις έναν υπνάκο. Τι στο καλό; Ακόμα να τα χωνέψεις; Και αν είναι ανάγκη; Αν κάποιος έχει πάθει κάτι και η τελευταία του πνοή στηρίζεται στις δικές σου αποφάσεις; Αν το κακό που θα πάθεις με το να θυσιάσεις λίγα υπνόλεπτα είναι μηδαμινό απέναντι σε αυτό που θα πάθει ένα αγαπημένο πρόσωπο; Το βάζεις στο αθόρυβο.
Άκουγες τον τελευταίο δίσκο της Laura Marling γιατί σου αρέσει να πέφτεις και να γίνεσαι κουρέλι. Εσύ όμως αυτό έχεις επιλέξει να το βαφτίσεις ‘γλυκιά μελαγχολία’, οπότε δεν χαρίζεσαι σε κανέναν που υγραίνονται τα μάτια σου που και που και σου αρέσει. Ξέχασες όμως τα ηχεία του υπολογιστή ανοιχτά. Και μπορεί το κινητό σου να μην έχει πλέον φωνή, τα παράσιτα και ο θόρυβος όμως από τα μόνιτορ δίνουν ψυχή στο άψυχο αντικείμενο επικοινωνίας και δεν ξέρεις τι άλλο να κάνεις για να σε παρατήσουν για λίγο ήσυχο. Είπαμε, άκουγες κατάθλιψη.
Τα κλείνεις όλα. Κινητά και ακίνητα. Άψυχα και ζωντανά. Και πάνω που λες ότι ήρθε η ώρα να τα βρεις με τον εαυτό σου, δεν έχεις χρόνο. Για να είμαστε ειλικρινείς έχεις όλο τον χρόνο του σύμπαντος, αλλά ποιος ψυχαναγκαστικός παραδέχεται πως (κατά)πιέζει το μυαλό του και του αρέσει; Και τότε τα ανοίγεις ξανά όλα.
Απαντάς σε όλα. Δεν λες ποτέ γιατί και πώς και τι ώρα και κάτω από ποιες συνθήκες. Κανείς δεν πρέπει να ξέρει τι σκέφτεσαι και γιατί δεν το σήκωνες. Είναι δικό σου θέμα, όπως κάθε τι που σε απασχολεί.
Ετοιμάζεσαι στα γρήγορα, χασομεράς λίγο στην τουαλέτα, μιας και η τελευταία σου εμμονή είναι τα οδοντικό νήμα, βάζεις τις Von Dutch σαγιονάρες που πήρες σε μισή τιμή πριν χρόνια σε κοσμοπολίτικο νησί των Κυκλάδων και τρέχεις να προλάβεις το μετρό. Για οτιδήποτε βασικά, δεν έχει σημασία που θα βρεθείς και με ποιους. Άλλωστε, ποτέ δεν δήλωσες αντικοινωνικός στην ταυτότητα της ευρωπαϊκής ένωσης, έτσι δεν είναι;
Τρέχεις συνέχεια όταν δεν πρέπει, πνίγεις αλήθειες σε τηλεφωνικά χαμόγελα, θυσιάζεις χρόνο με τον εαυτό σου για την κοινωνική ισορροπία της πρωτεύουσας και καταναλώνεις όλες τις κιλοβατώρες ενέργειας που σου έδωσαν οι χοιρινές και η σαλάτα για τα πιο ανώδυνα και επιφανειακά πράγματα του κόσμου. Ειρωνεία;

Δευτέρα, 16 Αυγούστου 2010

Αριζόνα.

Δώδεκα και ένα. Δώδεκα και δέκα. Δώδεκα και πενήντα εννιά. Γεωμετρική αύξηση του χρόνου άνευ γνωστής εξίσωσης, η οποία ανταποκρίνεται με μεγάλη ακρίβεια στη στασιμότητα ενός σώματος απέναντι στην όψη του ήλιου. Το καλοκαίρι έξω από το κέντρο, αλλά και πάλι τόσο κοντά του είναι σαν ξεγέλασμα στο trendy αντιηλιακό με χαμηλό δείκτη προστασίας και χρυσόσκονη για τους πιο τολμηρούς. Τέτοιο ξεγέλασμα μάλιστα, που το δέρμα πιάνει μάκα και άντε να βρεις κάτι πιο λιπαρό για να βγει.

Μία και πέντε. Μία και δώδεκα. Μία και σαράντα πέντε. Η έκθεση στην ακτινοβολία συνεχίζεται σαν μια εκνευριστική σφίγγα στην λεία επιφάνεια νερωμένης αυλής. Δεν τα παρατάει μέχρι να δροσιστεί για τα καλά. Και όταν χορτάσει, θα πάει μια βόλτα να βγάλει το δηλητήριό της μέσα σε μερικά σώματα που λιάζονται λίγο παραπέρα και την επόμενη μέρα θα επιστρέψει για τη δόση της. Έχεις αναρωτηθεί άραγε γιατί τα έντομα είναι οι μεγαλύτεροι ναρκωμανείς του πλανήτη;

Δύο και τρία. Δύο και είκοσι. Δύο και τριάντα πέντε. Το σώμα παράγει πολλές ποσότητες ιδρώτα, η μελανίνη αναλαμβάνει τη σκυτάλη και το νερό σβήνει τις υπερβολικές δόσεις και από τα δύο. Είναι η ώρα που ο κόσμος γύρω σου είναι περισσότερος. Είναι η ώρα που ο ήλιος γίνεται κακός και ύπουλος στα ανυπεράσπιστα κορμιά. Είναι η ώρα που το στομάχι θα πέθαινε για μια παγωμένη μπύρα και μια μακαρονάδα. Είναι η ώρα που οι ορμόνες βαράνε κόκκινο και άντε να γυρίσεις ανάσκελα. Αλλά, όπως λέει κι ο φίλος μου ο Τομ, ας μην ανοίξουμε το φερμουάρ αυτού του παντελονιού.

Τρεις και τέταρτο. Τρεις και εικοσιπέντε. Τρεις και μισή. Μάλλον η κούραση διαδέχεται σιγά-σιγά την απόλαυση και η ζυγαριά αρχίζει και γέρνει πλαγίως. Ο ιδρώτας έχει ποτίσει τον βράχο που κάθεσαι και κοντεύει να γεννήσει βρύα από κύτταρα ανθρώπινου δέρματος. Η μελανίνη τα έχει παρατήσει, μιας και λειτουργεί πλέον σαν το τσιγαρισμένο λάδι που περιμένει την ντομάτα για να το σβήσει, ενώ η φαντασίωση για παγωμένη μπύρα και μακαρονάδα μπορεί πλέον να ταυτιστεί με την ανάγκη του νεκρού για μια δεύτερη ζωή.

Τέσσερις και δύο. Τέσσερις και έντεκα. Τέσσερις και δεκαεννιά. Είναι οι αποστάσεις των λεπτών μέχρι να σηκωθείς, να ετοιμαστείς και να πας στο αυτοκίνητο.

Τέσσερις και εικοσιεπτά. Είναι τα οχτώ λεπτά μέχρι να καταφέρει το σωτήριο κλιματιστικό να σε κάνει να πάρεις ανάσα και να βρεις το κουράγιο να πιάσεις το τιμόνι, ώστε να μην σου καίει την αλατισμένη παλάμη.

Πέντε και κάτι. Το κέντρο είναι Αριζόνα. Μεγάλοι δρόμοι, άδειοι, με νωπή άσφαλτο που ξερνάει ατμούς στην άκρη του ματιού, σαν να είναι έτοιμη να τηγανίσει αβγά με πατάτες. Και ένας από τους δρόμους αυτούς είναι ο δρόμος που θα σε πάει σπίτι.

Πέντε και μισή. Είμαστε τόσο μαζώχες τελικά, που περνάμε τα πάνδεινα για ένα μπάνιο; Ή ευλογημένοι που ζούμε σε μια πόλη που απλόχερα προσφέρει τα πάντα;

Τρίτη, 20 Ιουλίου 2010

Η αγάπη είναι γένους Κριαλή.


Είναι εκμαυλιστικό να αγαπάς όπως ο άνθρωπος που σε γέννησε. Δεν είναι κατακριτέο, αλλά γονιδιακά κακό. Δεν είναι τρομοκρατικό, αλλά καμιά φορά σε κάνει να χαλαρώνεις και να αερίζεσαι από ενοχές. Δεν είναι ντροπιαστικό, αλλά δεν είσαι και πολύ περήφανος που συμβαίνει, ακόμα κι αν δεν έχεις αρχίσει να μεγαλώνεις βυζιά ή να κατεβάζεις περίοδο. Είναι γνήσια εκμαυλιστικό. Σε διαφθείρει, σε παρασύρει, σε βγάζει έξω από το πετσί σου, σε γονατίζει και σε χώνει τόσο χαμηλά στις τάξεις των ψυχικών σου αναζητήσεων, που δεν έχεις και μεγάλη ιδέα για τον εαυτό σου. Έτσι ξαφνικά και μια για πάντα.
Ακόμα κι αν η φαλοκρατική σου φύση έχει αρκετή τεστοστερόνη για να το αποτρέψει από το να συμβαίνει, είναι αυτά τα άτιμα οιστρογόνα που κάνουν το αθώο κατά γενική ομολογία σύμπλεγμα οιδιπόδειο να μοιάζει με την κατάρα της μούμιας. Σε κυνηγάει όπου κι αν πας, όποτε κι αν δεν το έχεις υπολογίσει, με όποιον άνθρωπο κι αν δεθείς με υποσχέσεις αγάπης. Και δεν μιλάω μόνο για τις (υπο)σχέσεις που οδηγούν στο κρεβάτι.
Τι συμβαίνει λοιπόν όταν πείσεις τον εαυτό σου για αυτό; Τι συμβαίνει όταν όλο το σύμπαν συνωμοτεί, όχι για να βρεις το ρετιρέ και τη δουλειά των ονείρων σου, αλλά για να σφηνώσεις στο κούφιο μυαλουδάκι σου πως αγαπάς με τον ίδιο και απαράλλαχτο τρόπο που έμαθες μέχρι και λίγα λεπτά πριν κοπεί ο ομφάλιος λώρος; Και μάλιστα όχι αυτός που διαθέτει αιμορραγία, ο άλλος, αυτός που γίνεται λίγο πριν πάρεις τηλέφωνο τη φορτωτική για μετακόμιση. Εδώ είναι το μεγάλο ερώτημα!
Η απάντηση βρίσκεται στο déjà vu. Μπορεί ο όρος να μην είναι δόκιμος και το Matrix να τον έχει προλάβει, αλλά δεν υπάρχει καλύτερη αντιστοιχία. Έχεις μάθει να αγαπάς έτσι όπως σε έχει προγραμματίσει μια συνέχεια καταστάσεων. Υποβάλλεις και ανθυποβάλλεις το μυαλό να κάνει βουτιές με μπουκάλα οξυγόνου σε όλα όσα έχεις μάθει να είναι κίνητρα αγάπης για αυτούς που σε μεγάλωσαν, κάτι που μπορεί να γίνει εξαιρετικά επικίνδυνο σε περίπτωση που το βάθος είναι μεγάλο. Γιατί από οξυγόνο μπορεί να τα πηγαίνεις καλά. Τι γίνεται όμως με την πίεση; Κι αν σκάσεις; Αν δεν το αντέξεις; Και το χειρότερο: αν δεν μπορέσεις ποτέ να το αλλάξεις; Θα κάνεις βουτιές μέχρι να σκάσεις ή θα επιλέξεις να τη βγάζεις στο βότσαλο με μπύρα και Carotene;
Η αγάπη που έχεις να προσφέρεις στον κόσμο είναι του γένους που σε κουβαλάει τόσα χρόνια. Γιατί, είτε το θες είτε όχι, σε κουβαλάει ακόμα. Είναι πιεστική, είναι αδιάφορη, είναι εκκεντρική, είναι αλανιάρα, είναι αλήτισσα, είναι παραδοσιακή, είναι μπροστάρα, είναι δειλή, είναι περιποιητική, είναι εκμαυλιστική. Και το χειρότερο; Σου αρέσει.
Αγαπητό γένος Κριαλή, ειλικρινά δικός σου.

(Για τη Señora Κούλα).

Δεν είναι για χόρταση μεγάλε, cool.


Με λένε τάδε και μου αρέσει να το παίζω ταξιδιάρης. Με λένε τάδε και είμαι κυνικός γιατί έτσι μου αρέσει. Με λένε τάδε και είμαι κάτι λιγότερο από καλά. Γιατί αν ήμουν καλά, ίσως να μην ήμουν τόσο κυνικός. Αλλά ίσως να ήμουν περισσότερο ταξιδιάρης. Τέλος πάντων... Με λένε τάδε και αυτό το λίγο απ' όλα που ζητάω δεν είναι και τόσο πολύ για να μην το έχω. Με λένε τάδε και ταξιδεύω για να το ανακαλύψω. Με λένε τάδε και ίσως δεν είμαι και τόσο κυνικός τελικά.
Κανείς δεν θέλει να ξέρει πως είναι να ταξιδεύεις στην Κούλουρη (κάπως πρέπει να το βαφτίσω). Δεν θέλει, το τονίζω. Όχι ότι δεν μπορεί ή δεν το γνωρίζει. Οι καιροί μας δεν σηκώνουν τους αδαείς. Καμιά φορά πρέπει να κρατάμε σακούλες σε κάποια γωνιά του αποθηκευτικού μας χώρου, εκεί που το θεωρούμε άχρηστο το μέρος και δύσκολα μπορεί κάποιος να τα κάνει μαντάρα. Δεν είναι και κάτι τρομερό δα. Λίγα κολπάκια έντεχνου εντυπωσιασμού σε έναν κόσμο υπαρκτό και ανύπαρκτο ταυτόχρονα, καθώς και λίγες ευκαταφρόνητες ποσότητες καθημερινής απογοήτευσης με σως από χύμα ευρώ στην τσέπη. Όλα είναι αρκετά ώστε να μας επαναφέρουν μετά το ταξίδι στην κατάσταση που μας γουστάρουμε. Δημιουργούμε διαλόγους, περιβάλλοντα, σπίτια, έρωτες, εμάς τους ίδιους, όπως μας έχουμε ανάγκη την εκάστοτε φορά. Και είναι τόσο γελοίο να αλλάξουμε κάτι αν δεν βολεύει – όλα λειτουργούν στις υπηρεσίες μας.
Πολλοί ενήλικες (τα παιδιά δεν έχουν τέτοιες ανάγκες) αρνούνται να το δεχτούν. Οι πεσιμιστές, οι καριερίστες, οι νάρκισσοι, οι έχοντες την εξουσία και πολλοί άλλοι διαφόρων χαρακτηρισμών δεν μπλέκουν με τέτοιες ουτοπίες. Προτιμούν να ζουν την αληθοφανή τους ουτοπία το κάθε εικοσιτετράωρο και να εμμένουν στο moto του 'κάθε μέρα, ίδια μέρα', ξεγελώντας τον εαυτό τους με την δεδομένη, τσιρκίστική τους ευτυχία. Πάρτε κάνα prozac, ούτε οι πρώτοι θα είστε ούτε οι τελευταίοι πια. Κι εμείς, οι άλλοι, με τέτοια τη βγάζουμε καθαροί.
Όλα είναι στο μυαλό. Τα λεφτά, οι ανάγκες, το σεξ, η ανωμαλία, η αισιοδοξία, η δουλειά, οι μυρωδιές, οι κινήσεις του σώματος, οι εικόνες που συγκρατούν ή αποβάλουν τα μάτια, οι εικόνες του ύπνου, οι εικόνες του εαυτού μας, τα 'θέλω' και τα 'δεν θέλω', τα 'είμαι' και τα 'δεν είμαι'. Αν λοιπόν θέλει κάποιος να γίνει ευτυχισμένος στο μυαλό και την συνείδηση, θα βρει και τον δρόμο για την Κούλουρη (αποτυχία τα βαφτίσια).
Φυσικά, ακόμα κι εκεί πρέπει να υπάρχει οριοθέτηση. Ένα ταξίδι στην Κούλουρη θα πρέπει να γίνεται κάθε φορά πολύ ξεχωριστό. Αν την επισκεπτόμαστε συχνά ή μένουμε για πολλές ώρες εκεί, υπάρχει μεγάλος κίνδυνος υπερφόρτωσης. Η δοσολογία πρέπει να είναι ελεγχόμενη. Καλό θα είναι λοιπόν να υπάρχει εκ των πραγμάτων μια ταμπέλα πάνω από την πύλη της εισόδου που να γράφει: "Δεν είναι για χόρταση μεγάλε, cool". Κανείς δεν θα ήθελε να μετατρέψει την θεραπεία του σε τρόπο ζωής – είμαστε μεγάλα παιδιά πλέον για ψεύτικους κόσμους και φανταστικούς φίλους. Το ξαναείπα όμως αυτό, έτσι δεν είναι;

Μαμά, ξέρεις τι θα γίνω όταν μεγαλώσω;


- Μαμά τι είναι όλα αυτά που γίνονται εκεί που τρώμε παγωτό κάθε Κυριακή;
- Τίποτα μωρό μου, διάβασε εσύ. Έκανες την αριθμητική σου;
- Ναι μαμά, αυτή κάνω τώρα, έχω δύο ασκήσεις. Μα μαμά, τι γίνεται όμως εκεί; Και γιατί βάζουν καπνό μπροστά από τις κάμερες; Αφού δεν τραγουδάει κανείς.
- Δεν είναι τίποτα αγάπη μου. Έχει μαζευτεί κόσμος να διαμαρτυρηθεί για πράγματα που οι πολιτικοί, αυτοί με τα κοστούμια που μιλούν στην τηλεόραση, προσπαθούν να λύσουν. Αλλά εσύ δεν έχεις λόγο να ανησυχείς, εσύ θα γίνεις οικονομολόγος και θα τα λύσεις όλα! Έτσι δεν είναι;
- Ε ναι βρε μαμά, αφού τα έχουμε πει. Αυτό που είχα πάντα σαν απορία…
- Όχι «σαν απορία» μωρό μου, «ως απορία». Έτσι δεν είναι;
- Α ναι, έχεις δίκιο. Αυτό που πάντα είχα ως απορία είναι ο λόγος που πάντα γίνονται εκλογές, αφού πάντα κερδίζουν οι ίδιοι με την προ-προηγούμενη φορά και μάλιστα χαλάνε πολλά λεφτά για να μοιράσουν χαρτιά για να τους ψηφίσουμε και γεμίζουν οι πλατείες από αυτά και μετά περνάνε μέρες που δεν τα μαζεύουν και δεν μπορούμε να παίξουμε μπάλα. Οι εκλογές μαμά είναι σαν τα πρωταθληματάκια που παίζουμε στο προαύλιο στο σχολείο και οι δύο αρχηγοί διαλέγουν μια ο ένας και μια ο άλλος τα παιδιά για τις ομάδες τους και εγώ βέβαια είμαι πάντα στις δύο πρώτες επιλογές τους, ανάλογα με το αν διαλέγει ο Δημήτρης ή ο Νίκος γιατί αν διαλέγει ο Δημήτρης είμαι πρώτος, ενώ αν διαλέγει ο Νίκος είμαι ο δεύτερος. Εναλλάξ δεν πάει;
- (γέλια) Ε μωρό μου, έτσι είναι τα πράγματα στην Ελλάδα. Θα τα δεις κι εσύ όταν μεγαλώσεις. Αλλά εσύ θα κάθεσαι στο μεγάλο γραφείο σου και θα έχεις υπαλλήλους και δεν θα έχεις καμία σχέση με αυτούς. Μην ανησυχείς!
- Ναι, ναι… Και μαμά έχω και άλλη μια απορία.
- Τι είναι μωρό μου; Πες μου γρήγορα για να πάω να ανακατέψω και τα μακαρόνια.
- Μου κάνει εντύπωση που η φίλη μου η Αντωνία πήγε για διακοπές το Πάσχα στην Αγγλία και μου είπε ότι ήταν όλα πολύ φτηνότερα από εδώ. Να φανταστείς, λέει, πήρε τα αγαπημένα της μπισκότα με το μαύρο απ’έξω και το άσπρο από μέσα μόνο 96 λεπτά. Εσύ μαμά τα παίρνεις ένα ευρώ και 37 λεπτά.
- Και που ξέρεις εσύ πόσο τα παίρνω εγώ από το σούπερ-μάρκετ;
- Μαμά ξεχνάς το αυτοκόλλητο με την τιμή πάνω, κάθε φορά.
- Ναι, μπορεί...
- Γιατί λοιπόν μαμά;
- Δεν ξέρω βρε μωρό μου, που να ξέρω; Μισό λεπτό να ανακατέψω τα μακαρόνια...
(μετά από λίγα λεπτά)
- Μαμά, πόσο κάνει ένα δωμάτιο σε ένα ξενοδοχείο στο Παρίσι;
- Τι έχεις πάθει βρε παιδάκι μου με όλα αυτά; Κάνε την αριθμητική σου.
- Ε πες μου μαμά, έλα...
- Δεν ξέρω. Υποθέτω ότι κάνει όσο και ένα καλό δωμάτιο στην Αθήνα. 200, 250 ευρώ.
- Δεν γίνεται αυτό βρε μαμά. Αυτός ο πολιτικός που έλεγε τώρα στην τηλεόραση χάλασε χιλιάδες ευρώ για να μείνει στο Παρίσι για λίγες μέρες και έμεινε σε ξενοδοχείο σαν κι αυτό που βλέπουμε κάθε Κυριακή εκεί που τρώμε παγωτό, εκεί που είναι μαζεμένος ο κόσμος. Τόσο ακριβά είναι εκεί στο Παρίσι;
- Μπορεί και να είναι μωρό μου, δεν έχω πάει ποτέ. Μπας και με έχει πάει πουθενά ο ακαμάτης ο πατέρας σου; Εσύ όμως είπαμε ότι θα γίνεις διάσημος οικονομολόγος και θα έχεις τα λεφτά να μένεις σε μεγάλα κι ακριβά ξενοδοχεία σαν κι αυτό, έτσι δεν είναι;
- Ναι, μάλλον...
- Α μαμά δεν σου είπα. Σήμερα ήρθε στο σχολείο η κυρία Υπουργός Παιδείας για να της κάνουν ξενάγηση στο σχολείο, στο είπα;
- Ε τα καλύτερα δεν μου λες βρε πουλάκι μου. Για πες, ήταν τόσο συμπαθής όσο και στην τηλεόραση;
- Ναι μαμά, ήταν πολύ καλή. Και μάλιστα είπε ότι θα κάνει τα πάντα για να βοηθήσει τα παιδιά σαν κι εμάς να γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι όταν μεγαλώσουμε. Και νομίζω ότι όταν το έλεγε με κοίταξε κιόλας μαμά, αλήθεια!
- Μπράβο το παλικάρι μου, έτσι μπράβο! Και τι άλλο είπε;
- Α, τίποτα άλλο. Τα υπόλοιπα τα είπε στους καθηγητές και τα συζητάγανε στο διάλειμμα. Εγώ κρυφάκουγα βέβαια.
- Δεν είναι σωστά πράγματα αυτά μικρέ, μην το ξανακάνεις. Τι ακριβώς λέγανε;
- Λέγανε ότι η υπουργός δεν έχει το παιδί της σε Δημόσιο Σχολείο και ότι μάλλον αυτό συμβαίνει γιατί δεν το εμπιστεύεται το Δημόσιο Σχολείο. Και ότι έχει πολλά λεφτά για να το κάνει αυτό. Μα καλά βρε μαμά, έχουν όλοι αυτοί με τα κοστούμια και όλες αυτές με τα ταγέρ τόσα λεφτά;
- Έχουν μωρό μου, έχουν.
- Βρε μαμά, γιατί να αναλύω τα οικονομικά όταν μεγαλώσω από τη στιγμή που μπορώ να τα διαχειρίζομαι;
- Τι εννοείς μικρό μου;
- Δεν θα γίνω οικονομολόγος όταν μεγαλώσω μαμά. Πολιτικός θα γίνω. Αμέ!

Ο βασικός κανόνας του marketing.


Στόχος: Πρέπει να τον υποτιμήσω. Πρέπει να τον ρίξω τόσο στα μάτια μου, που θα χρειαστεί φακός για να καταφέρω να τον διακρίνω. Πρέπει να κάνω αυτό που χρειάζεται για να πείσω τον εαυτό μου για αυτό που σκέφτομαι. Το μέσο; Δε βαριέσαι, ό, τι να’ναι, διασυρμός μέχρι τελικής πτώσης. Έτσι κι αλλιώς, τι έχω να χάσω; Τίποτα δεν ισχύει, “κιτρινισμό” το λένε οι δημοσιογράφοι, “ρίχνω άδεια για να πιάσω γεμάτα” το λέμε εμείς στην καθημερινότητα. Δεν θα κάνω όμως βαρύγδουπες συνταγές, μόνο τις σάλτσες, ίσα-ίσα για τη βιτρίνα και τις διαδικτυακές επισκέψεις. Δεν έχω κίνητρα για όλη τη συνταγή. Και μεταξύ μας, δεν έχω ούτε τα υλικά.
Μέθοδος: Αν δεν έχεις το προϊόν που θες να διαφημίσεις, τότε διαφήμισε το προϊόν που θα ήθελες να έχεις. Βασικός κανόνας του marketing. Αυτό πρέπει να κάνω, θα διαφημίσω αυτό που θα μπορούσε να είχε συμβεί. Ποιος ξέρει; Ίσως έτσι τους πείσω. Ίσως πείσω βέβαια και τον εαυτό μου. Ξέρω εγώ.
Άμεσο αποτέλεσμα: Φρίκη. Ξεφτίλα. Πρόκληση. Τηλέφωνα. Νεύρα. Αντιπερισπασμός. Αλλά όχι αντιπερισπασμός στο ίδιο επίπεδο. Αντιθέτως. Πουθενά δεν υπάρχει ανάλογη βολή. Μόνο επίχειρημα στον κιτρινισμό. Μήπως τελικά πετυχαίνω τον στόχο μου; Μήπως τελικά πουλάω το προϊόν που θα με βόλευε να έχω για να έχω ήσυχη τη συνείδησή μου; Ναι, αλλά… αφού ξέρω πως ποτέ δεν είχα αυτό το προϊόν και ποτέ δεν ήθελα να το έχω, γιατί το επιδιώκω ξαφνικά; Δεν θα πάω πίσω, έχω στόχο.
Έμμεσο αποτέλεσμα: Αν δεν το έχω ήδη μετανιώσει, τότε καταστράφηκε το δεκατέσσερα. Κι εγώ που πίστευα ότι τελικά είναι σημαντικό το δεκατέσσερα και για τους δυο μας! Αν το έχω μετανιώσει, τότε δεν έχω περίσσειο θάρρος για να αντιμετωπίσω την κατάσταση ως μαλακία. Οπότε τι κάνω; Το βρήκα! Θα συνεχίσω την ίδια τακτική μέχρι αποδείξεως του εναντίου. Που θα πάει; Δεν θα βγει κάτι καλό; Όχι, όχι… δεν είναι άρρωστο και παρανοϊκό όλο αυτό, μια χαρά είναι.
Συμβουλή/επαγωγή: Ακολουθήστε τον κανόνα του marketing. Στην τελική, ακόμα κι αν δεν καταφέρετε ποτέ αυτό που θέλετε, θα μπορείτε να κοιμάστε ήσυχοι με την ψευδαίσθηση πως όλα είναι ok. Ακόμα κι αν το προϊόν είναι ένας άνθρωπος. Ακόμα κι αν αυτός ο άνθρωπος δεν είναι το προϊόν που θέλετε να νομίζετε ότι είναι. Ακόμα κι αν το ξέρετε πως συμβαίνει ως έτσι.

Μαμά από τη Στοκχόλμη.


Πόζαρε. Ξεπόζαρε. Ενίοτε χαμογέλα. Κάνε και καμιά γκριμάτσα, δεν τρέχει τίποτα. Ας είναι αυθόρμητη μωρέ. Εκτός κι αν το ετούτο σου είναι διατεθιμένο να διαθέτει μια αδιάθετη, αλλά διαθέσιμη φωτοαγένεια που καθόλου δεν γουστάρεις. Και, πίστεψέ με, δεν είναι σωστό να δείχνεις σοβαρόφανεια όταν έχεις κέφια, μόνο και μόνο γιατί έτσι σου πάει ο φακός. Εκτός κι αν είναι προφίλ, οπότε και να μην σκας από τη χαρά σου δεν θα φανεί το παραμικρό. Αν πάλι μιλάει το αλκοόλ, μην επιχειρήσεις να μπεις στην άτιμη διαδικασία της σκέψης. Θα σε προλάβει το φλας με κλειστά τα μάτια – δοκιμασμένο.
Η κορνίζα με εσένα στο διάδρομο με την παπουτσοθήκη είναι δείγμα περηφάνειας. Ακόμα και ναρκισσισμού, έστω. Υπάρχουν βέβαια κι άλλες που θέλουν σκανάρισμα και καπάκι photoshop για να σταθούν με αξιοπρέπεια οπουδήποτε. Όχι γιατί έχουν θέμα, αλλά γιατί τις έχεις αφήσει να ξαφρίζουν τη ζωντάνια τους μέσα σε κούτες που δεν έχεις ανοίξει ακόμα από την τελευταία μετακόμιση. Άλλωστε αυτές δεν είναι για ευρεία χρήση. Και που τις έχεις δει μονάχα εσύ, αρκετό κακό έχεις προκαλέσει στην ισορροπια της συμπαντικής αισθητικής. Το λέει και η Αφροδίτη σου.
Μερικά καρέ βέβαια που έχουν συναισθηματική αξία χωράνε και σε κάποια άλμπουμ. Ξέρεις, αυτά που απ’έξω είναι σαν καρτ ποστάλ σε τελειωμένο τουριστικό και από μέσα σαν ταπετσαρία νοσοκομείου. Αν δεν έχεις από δαύτα στο πατρικό σου, τότε η μαμά έχει καταγωγή από την Στοκχόλμη.
Τα δικά σου είναι πιο μοδάτα βέβαια, προς Θεού! Άλλοτε τα πιάνεις και τα ξεφυλλίζεις και άλλοτε τα αποτυπώνεις ψηφιακά, μέσα σε μια πανδαισία χρωμάτων, ανάλυσης και δυνατότητας εταλονάζ – παίζει να έχουν και βίντεο μέσα, για αυτό. Διακοπές, γενέθλια, τσάρκες στην πρωτεύουσα, επαγγελματικές εκδηλώσεις, προσωπικά τετ-α-τετ, απρόσωπα τετ-α-τετ για τους πιο τολμηρούς και διαφόρων ειδών τετ-α-τετ για όλους. Εικόνες που έχουν περάσει μπροστά από τα μάτια, έχουν τρυπήσει τα αυτιά, έχουν διαπεράσει τη σφαίρα της φαντασίας και έχουν εγκατασταθεί στο τετράγωνο της πραγματικότητας. Ελάτε τώρα, όλοι έχουν από δαύτες.
Οι φωτογραφίες, λένε, είναι για αυτούς που ξεχνάνε εύκολα και προσπερνούν τη ζώη. Δηλώνω ένοχος, αλλά για κανένα από τα δύο.

Μαθήματα αμνησίας.

Το να θυμηθείς κάποια πράγματα είναι άλλοτε εύκολο και άλλοτε δύσκολο. Φυσικά αυτό έχει να κάνει και με τη βαρύτητα του θέματος. Η μνήμη άλλωστε είναι επιλεκτική από μόνη της, έχει προσωπικότητα.
Θυμάσαι να πετάξεις τα σκουπίδια γιατί η αίσθηση της όσφρησης είναι ρουφιάνα, αλλά δεν θυμάσαι ποτέ να βάλεις καινούργια σακούλα, παρά μόνο όταν χρειαστεί να αποθηκεύσεις κάπου το κεσεδάκι από το στραγγιστό 2% - δεν πίνεις γάλα, πρέπει να αναπληρώνεις το ασβέστιο.
Δεν θυμάσαι σχεδόν ποτέ γενέθλια, επετείους ακόμα και γιορτές. Όχι γιατί οι άνθρωποι είναι ασήμαντοι για σένα, αλλά γιατί μια ημερομηνία δεν σου λέει και πολλά. Άλλωστε, ποιος θα σε παρεξηγήσει; Ο/η κολλητός/ή; Ο/η γκόμενος/α; Η μάνα; Όλα είναι ψιλοδεδομένα όσον αφορά στις σχέσεις μας – για όλους, λίγο έως πολύ.
Θυμάσαι να πληρώσεις τους λογαριασμούς σου. Όχι γιατί έχεις συναισθηματικά αλισβερίσια μαζί τους, προς Θεού. Το κάνεις, όπως αυτόματα ξέρεις ότι κατεβαίνεις στην επόμενη στάση του μετρό, όπως μηχανικά το χέρι σου απλώνεται για να πάρει ψωμί του τοστ στο σούπερ μάρκετ, όπως ψιθυρίζεις τα λόγια από το αγαπημένο σου τραγούδι, την ίδια στιγμή που ανοίγεις τον φούρνο για να ανακατέψεις το ιμάμ μην αρπάξει. Οι λογαριασμοί είναι μέρος του σωματικού σου αυτοματισμού πλέον, δεν γίνεται να τους ξεχάσεις.
Δεν θυμάσαι τον αριθμό του τηλεφώνου από το αγαπημένο σου πρόσωπο. Η αποθήκευση “Μωρό μου” σε σώζει από ατζέντες και στην τελική γιατί να το θυμάσαι απ’έξω; Μπας και θα έρθει ποτέ η στιγμή να βρεθείς σε ανάγκη και να μην έχεις μπαταρία; Αφού ο φορτιστής είναι μονίμως σφηνωμένος στην πρίζα, εκεί, πάνω στο κομοδίνο. Δεν θα έρθει ποτέ αυτή η στιγμή.
Θυμάσαι την πρώτη σου φορά γιατί έτσι πρέπει να γίνεται συνήθως. Αλλά θυμάσαι το ίδιο καλά την καλύτερη σου φορά ή μήπως τη συγχέεις με άλλες εμπειρίες, που πλέον έχουν γίνει αμέτρητες;
Δεν θυμάσαι τις στιγμές που η γιαγιά σου, σου έλεγε παραμύθια, εκτός κι αν δεις κάτι που θα σου το θυμίσει. Είναι back-up η πληροφορία και με τόσα bad sectors κοντεύει να φύγει με το πρώτο format.
Θυμάσαι να πας στα εγκαινία του Σαββάτου γιατί αν δεν το κάνεις, θα σε παρεξηγήσουν. Και άντε μετά να βρεις τα μούτρα να πας στη δουλειά τη Δευτέρα με τον κάθε μαλάκα να σε πρήζει. Ποτέ δεν ξεχνάς τις κοινωνικές σου υποχρεώσεις. Είναι ο χρυσός κανόνας.
Δεν θυμάσαι να πάρεις και να ζητήσεις συγνώμη που μίλησες άσχημα, μιας και οι άνθρωποι είναι δεδομένοι γύρω μας, όπως είπαμε. Θα πάρεις αργότερα μωρέ, τι πειράζει; Ή μήπως να πάρεις αύριο από τη δουλειά να μην χρεώνεσαι κιόλας; Ξέρεις κάτι; Μην πάρεις ποτέ. Κάπου θα βρεθείτε, σε καμιά κοινωνική υποχρέωση και θα είναι όλα μέλι-γάλα. Αλλά και να μην είναι, μπας και θα μείνεις μόνος;
Θυμάσαι. Αλλά και δεν θυμάσαι. Ισόποσα.
Αν κάποιος σου έλεγε ότι αυτά που ζεις φεύγουν για πάντα, δεν θα’θελες να τα θυμάσαι λίγο καλύτερα;

Η σκορδαλιά.

Η αποδοχή ενός τραγικού γεγονότος είναι υποφερτή. Η συνειδητή συμβίωση μαζί του είναι σχεδόν ακατόρθωτη. Καμία συγκίνηση δεν μπορεί να πάρει την θέση του μπερδέματος και της εγκεφαλικής μη συνοχής που επικρατεί εκείνη τη στιγμή. Η απάθεια μπορεί να κρατήσει από λίγα λεπτά μέχρι και μέρες, ίσως και βδομάδες. Το λέει κι ο γιατρός.
Το μυαλό λειτουργεί υποκριτικά, σχεδόν μπρεχτικά. Αποστασιοποιείται πλήρως. Όταν όμως κατέβει από το σανίδι κολλάει ξανά πίσω στο κεφάλι. Τότε ξεκινά να αντιλαμβάνεται τι γίνεται. Και όταν το κάνει, είναι ασύλληπτο. Μπορεί να κρατήσει από μήνες μέχρι και χρόνια, ίσως και για πάντα. Έτσι έχω ακούσει τουλάχιστον, για την ώρα βρίσκομαι στο στάδιο της γαμημένης της διάγνωσης.
Οι άνθρωποι μάλλον πρέπει να τρέχουν και τελικά να πέφτουν. Δεν εξηγούνται αλλιώς τα στραπάτσα. Έτσι μόνο το βλέμμα ευθυγραμμίζεται με τον ορίζοντα και η όραση καθαρίζει. Εκτός κι αν παίζει πιώμα, εκεί θέλει πρώτα εμετό και μικρή ταχύτητα. Το λέει κι αυτό ο γιατρός.
Τι γίνεται όμως στην περίπτωση που αυτό δεν ελέγχεται; Τι γίνεται όταν τελικά το συναίσθημα και το πάθος υπερβαίνουν την αλληλουχία; Κι αν αδυνατούμε να παραδεχτούμε την πτώση, παραδεχόμενοι αντιθέτως την έκρηξη της ψυχής, τι γίνεται; Θεέ μου! Δεν πιστεύω να γίνω σαν κι αυτούς που τα χάνουν και γίνονται έρμαια της μιζέριας. Δεν πιστεύω να με λούσουν αυτά που μια ζωή αποφεύγω σαν τη σκορδαλιά. Αλλά κι αυτήν έτυχε να την φάω κάνα-δυο φορές.

Το μεγάλο παζάρι (Ε).

Είναι περασμένες 12. Αυτό σημαίνει τρία πράγματα. Αρχικά, έχεις τη δυνατότητα να κάνεις βουντού. Έπειτα, μπορείς να βάλεις πλυντήριο και να κάνεις οικονομία. Τέλος, μπορείς να δεις Sex And The City (Ε) και να παραδεχτείς ότι η τηλεόρασή σου (συσκευή, η: σύνολο συναρμολογημένων εξαρτημάτων ή μηχανισμών που είναι τοποθετημένα σε ένα κατάλληλο περίβλημα και που λειτουργούν συντονισμένα) παίζει επιτηδευμένα τα ίδια πράγματα τα τελευταία χρόνια για να σε μποϋκοτάρει. “Λειτουργούν συντονισμένα” σου λέει.
Είναι περασμένες 12. Αυτό σημαίνει ότι όπου να’ναι θα αρχίσεις να χασμουριέσαι επίπονα και θα βαριέσαι να κάνεις μπάνιο, αν δεν έχεις ήδη κάνει, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να φορέσεις καθαρό εσώρουχο πάνω σε αυτά που άφησε το προηγούμενο. Αν προλάβεις, πάτα stop στο πλυντήριο και βάλτο μέσα. Το συνιστούν και οι 29 κατασκευαστές.
Είναι περασμένες 12. Τώρα που το ξανασκέφτεσαι δεν σε νοιάζει αν ξενυχτήσεις λίγο παραπάνω. Δουλεύεις αργά αύριο. Μετά τις 12. Μήπως τελικά προλαβαίνεις να κάνεις ένα μπάνιο για να μην πάει στράφι το καθαρό βρακί;
Είναι περασμένες 12. Να’ναι καλά η πείνα. Να’ναι καλά η συσκευή Νο 2, 15 ιντσών. Μεγάλο το παζάρι. Σε επανάληψη. Να’ναι καλά οι απεργίες. Όλες, εκτός από τη δική σου.
Είναι 12. Αμαλία ξεκίνησες;

Σταμάτα να γράφεις.

Είναι στην ακαμάτα φύση του ανθρώπου να ζει μετέωρος ανάμεσα σε αυτό που του συμβαίνει και αυτό που θα του συνέβαινε κάτω από άλλες συνθήκες, ίσως και αυτό που θα ήθελε τελικά να του συμβεί. Η πραγματικότητα βασανίζει με τον ωμό και άπληστο ρεαλισμό της, την ίδια στιγμή που μια δεύτερη, πιο θεμιτή πραγματικότητα επαναφέρει τον καθένα στα μονοπάτια της αναζήτησης μιας καλύτερης ζωής. Όταν αυτή η καλύτερη ζωή όμως έρχεται, την αναγνωρίζουμε ως καλύτερη ή τελικά την βάζουμε στον κάδο ανακύκλωσης γιατί η πραγματικότητά της είναι το ίδιο σκληρή με την ζωή που θέλουμε να ξεφορτωθούμε;
Οι σκέψεις ανεξέλεγκτες για κάποιον που έχει τον έλεγχο. Αυτή η μακάβρια λάμψη του φεγγαριού μοιάζει με κινηματογραφικό σκηνικό, τόσο στυλιζαρισμένο που ακόμα και ο ήλιος έχει ξεχαστεί και δεν λέει να βγει σήμερα. Και κάτω από την θολή αυτή λάμψη, κρυμμένος πίσω από τον δικό μου φακό, άλλος ένας σαστισμένος ήρωας. Άλλος ένας ποιητής, βγαλμένος μέσα απ 'τον κύκλο των χαμένων, απαγγέλλει νοερά τις σκέψεις του για να λυτρωθεί, μπας και σταματήσει να γράφει.
Όταν το παρελθόν σε πλακώνει, μένεις πίσω, τόσο πίσω που ζεις ετεροχρονισμένα με αυτά που σου συμβαίνουν. Καμιά φορά πρέπει να αφήνεις αυτό που είσαι για να γίνεις αυτό που θα είσαι. Η ρουτίνα του εαυτού μας είναι άπειρες φορές πιο ξεφτιλιστική από αυτή της καθημερινότητας. Η μια παλεύεται, η άλλη σκοτώνει. Και όταν το κάνει, το κάνει έκδηλα, επιδεικτικά, σαν σκληρό ναρκωτικό. Αλίμονο σε όποιον άθελά του δοκιμάσει. Αλλοίμονο σε αυτόν που θα μείνει για πάντα ίδιος.
Γαμώτο. Ξημερώνει.