Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ζωή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ζωή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 10 Ιουνίου 2011

Ο παππούς ο Benjamin.


Η απόσταση από ένα μωρό που δεν μιλάει και βγάζει κραυγές μέχρι έναν ηλικιωμένο που επίσης δεν μπορεί να μιλήσει και βγάζει θορύβους από το στόμα του είναι μηδαμινή και τεράστια. Τεράστια στην ουσία, μηδαμινή στην πεμπτουσία. Και όταν τα ζεις ταυτόχρονα, μπαίνεις ασυναίσθητα στη διαδικασία να ανεβοκατέβεις δεκαετίες που συνθέτουν γεωμετρικά έναν δύσκολο αιώνα, παίρνοντας τα καλύτερα από τους κόσμους της ίδιας κλωστής. Δύο ζωές με την ίδια βιτρίνα, αλλά τόσο διαφορετικό περιεχόμενο. Δύο πλάσματα του ίδιου Θεού - κατώτερου ή ανώτερου, δεν έχει σημασία, μη σκας – που παιδεύονται να μάθουν ή να ξεχάσουν, ανάλογα με την άκρη της κλωστής. Κι ενώ εσύ έχεις ματώσει το ακαμάτικο το μυαλό σου να βγάλει μια άκρη για το γαμημένο το μυστήριο της ζωής, η κλωστή ταλαντεύεται μοναχή της σαν βάρκα απλωμένη στο κάβο ντόρο και κάνει τα δικά της παιχνίδια, αυτά που ούτε θα μπορέσεις να πάρεις ποτέ χαμπάρι στα πλαίσια της προσπάθειάς σου να βγάλεις λεφτά, να πάρεις νέο αυτοκίνητο, να γεμίσεις το κρεβάτι σου με φιλοξενούμενους και να γίνεις διάσημος.

Λίγη ώρα αργότερα, ένας κινηματογραφικός ήρωας ‘έφευγε’ λίγο πιο εφετζίδικα από την πραγματικότητα. Ο Benjamin έγινε παιδί με ακμή, έγινε μωρό που δεν μιλούσε, έγινε θύμα του βιολογικού κύκλου μέσα σε σχεδόν τρεις ώρες. Και το λειτουργώ-μόνο-ένα-10%-του-συνόλου-μου μυαλό μου υπαγόρευε θεωρίες συνομωσίας περί σημαδιών και οιωνών για το υπόλοιπο της νύχτας. Και πήρε μονάχα λίγα λεπτά για την επιβεβαίωση, μέχρι δηλαδή που χτύπησε το τηλέφωνο και δήλωσε πως ενώ η μία πλευρά της κλωστής ψιθύριζε τις πρώτες της λέξεις, η άλλη κατάφερα να ξεχάσει μια για πάντα.

Είναι η στιγμή που οι συμπτώσεις δίνουν και παίρνουν. Είναι η στιγμή που θαρρείς πως οι θεωρίες περί προηγούμενης και επόμενης ζωής μπορεί να μην είναι και φάρσα τελικά. Είναι η στιγμή που μερικές μάγισσες από τη Νέα Ορλεάνη σηκώνονται καταμεσής του ύπνου τους, περπατάνε με τα μάτια κλειστά και συναντιούνται πίσω από κάποιο παραμελημένο καπηλειό, ψέλνοντας για να εξαγνιστεί το κακό κι η αμαρτία από τον κόσμο, μιας και η ζωή με τον θάνατο ελάχιστον απέχουν. Κι όταν φτάνουμε σε ένα από τα δύο κι εμείς, είμαστε πολύ κοντά και στο άλλο και δεν το παίρνουμε χαμπάρι, κοιμόμαστε όρθιοι, όπως κάνουν κι οι μάγισσες οι άγρυπνες. Μόνο που αυτές έχουν τη σοφία για να διακρίνουν τη νοητή κλωστή που τα δένει. Τώρα λοιπόν, εκτός από τη φωνή της Janis, έχω να κουβαλήσω και τη σοφία του μπάρμπα-Νικόλα, έτσι όπως με ειδοποίησαν στον ύπνο μου τα ξωτικά της φίλης μου της Κλοέ. Να δω σε ποιον ή σε ποια θα τα μεταφέρω όταν έρθει και μένα η ώρα μου.

Θέλει κότσια να ζήσεις μια ζωή ευλογημένη και να φύγεις χωρίς να προκαλέσεις κλάματα και οδυρμούς. Θέλει κότσια να μην έχεις κάνει εχθρούς κατά τη διάρκεια του τελευταίου αιώνα, ακόμα κι αν ένας πόλεμος σε χάραξε από τα πρώτα ‘άντα’ και μετά. Θέλει κότσια να έχεις δεχτεί και να έχεις δώσει τόση αγάπη, που να παραδεχτείς ενώπιον ανθρώπων και Θεού ότι δεν θες άλλη. Κι αυτό είναι το μεγαλύτερο μάθημα. Μπορεί να θες να εξοργιστείς. Μπορεί να θες να καταδικάσεις. Να βρίσεις, να ασεβήσεις, να φερθείς με αχαριστία στα θεία, μιας κι αυτό έχεις μάθει να κάνεις μια ολόκληρη ζωή, έτσι όπως μεγάλωσες. Όταν φτάσει όμως η ώρα και την καταλάβεις, αφέσου σαν να μην υπάρχει αύριο και ‘φύγε’ με ένα μεγάλο κι απλόχερο χαμόγελο.

Πέμπτη 9 Δεκεμβρίου 2010

Αγαπητέ κύριε Κατεργάρη


Αγαπητέ κύριε Κατεργάρη,

Καταρχάς, θέλω να πάρω την άδεια να σου γράφω στον ενικό, μιας και όλοι ξέρουμε ότι δεν είσαι και το καλύτερο παιδί για να σου συμπεριφέρομαι με το σεις και με το σας. Έπειτα, θα πρέπει να ξεκαθαρίσω ότι ο λόγος που δεν γράφω στον Άγιο Βασίλη είναι καθαρά θέμα πρεστίζ. Ο Santa Claus δεν είναι ο Άγιος Βασίλης, αλλά ο Άγιος Νικόλας. Και ως Νικόλας, δεν επιτρέπω σε καμία περίπτωση την έλλειψη σεβασμού στο έργο και τον ιδρώτα που χύνει κάθε χρόνο ο συνονόματος, για να μείνουν όλα τα παιδιά του κόσμου ευχαριστημένα. Μόνο που αν στείλω γράμμα στον Νικόλα, δεν θα πραγματοποιήσει ποτέ την ευχή μου, γιατί κανείς άλλος από την Αθήνα δεν θα του έχει απευθύνει την ευχή του κι έτσι θα καταλήξει τούτο εδώ το γραφτό να πάει χαμένο. Οπότε, μην το παίρνεις πάνω σου. Μου έχω βάλει το μαχαίρι στο λαιμό.

Σου γράφω λοιπόν για να πραγματοποιήσεις την ευχή μου. Και αυτή η ευχή είναι να με κάνεις ευτυχισμένο. Ναι, θα πρέπει να τρίψεις τα βρώμικα, μαύρα μούσια σου και να λερώσεις την πράσινη, βακχική στολή σου για να κάνεις όλες τις δυνάμεις του κόσμου και του απόκοσμου να ανακατευτούν μέσα στη βράκα που κρέμασα στο χριστουγεννιάτικο δέντρο μου και να με κάνουν ευτυχισμένο. Ξέρω ότι απεχθάνεσαι τις κάλτσες, για αυτό επέλεξα μια λευκή, ξεχειλωμένη βράκα του παππού μου που είναι 107 χρονών, την έραψα στα μπούτια και την έκανα σακί για να χωρέσουν όλες οι δυνάμεις και να μην μου λες μετά ότι δεν έπαιξα σωστά. Σε έχω μελετήσει Κατεργάρη, έχεις την υποχρέωση να το κάνεις.

Δεν θέλω όμως να με ξυπνήσεις όταν γίνει αυτό. Καταρχάς δεν έχω τζάκι, έχω μόνο καλοριφέρ και το σπίτι είναι γκαρσονιέρα. Θα λείπω κάποιες ώρες στη δουλειά, κάποιες άλλες θα είμαι έξω με φίλους, μερικές πάλι θα περπατάω με ακουστικά στα αυτιά μου και πρήξιμο στα αυτά μου, ενώ θα υπάρξουν και μερικές ώρες που θα ταξιδεύω στη Νέα Ορλεάνη για να μην έχουν παράπονο ο Janis και ο Bobby. Οπότε, θα έχεις αρκετό χρόνο.

Αυτό που θέλω να φροντίσεις αρχικά είναι να μην ξεμείνω ποτέ από μπύρα. Δεν είναι αστείο. Η μπύρα με κάνει καλύτερο άνθρωπο. Με κάνει πιο γλυκό και πιο επιρρεπή στο χαμόγελο και στην αγκαλιά. Μου αφαιρεί αυτό που μου δίνει η δουλειά και κάθε τι άλλο αγχωτικό και εκπορνευμένο. Μου χαρίζει δροσιά στα χέρια, όπως αυτή που μου χάριζαν τα πρώτα μπάνια που θυμάμαι στο χωριό μου μαζί με τον αδερφό μου, όταν τον κρατούσα από την κοιλίτσα για να μάθει να κολυμπάει. Μου δίνει την αίσθηση ότι είμαι μοναδικός, γιατί μου λύνει τα πόδια και χορεύω μόνος μου σε ένα ολόκληρο μαγαζί, χωρίς να με νοιάζει τι κάνουν οι άλλοι. Με κάνει πιο αρεστό ερωτικά. Με φέρνει πιο κοντά στο Θείο, όπως οι προσευχές που έκανα, πίνοντας το μελάκι της Θείας Κοινωνίας μικρός. Χάρισέ μου για πάντα τη δυνατότητα να πίνω μπύρα κι εγώ θα σταματήσω να σε λέω Κατεργάρη.

Κάτι άλλο που πρέπει να φροντίσεις για να με κάνεις ευτυχισμένο είναι να μην μου χαλάσεις ποτέ τα πόδια. Πάρε μου τα χέρια και θα με ταΐζει ο άνθρωπός μου. Θα υπαγορεύω και θα μου γράφουν. Θα γνέφω και θα με αγκαλιάζουν. Θα τσακίζομαι, αλλά θα σηκώνομαι. Μην με αναγκάσεις όμως ποτέ να μην μπορώ να τρέξω από ενθουσιασμό. Μην με αναγκάσεις ποτέ να μην μπορώ να λιώσω, να σπάσω τα πόδια μου από τον χορό. Μην με αναγκάσεις ποτέ να μην μπορέσω να σηκωθώ μόνος μου από το κρεβάτι το πιο ωραίο πρωινό μιας τεμπέλικης ημέρας. Μην με αναγκάσεις ποτέ να κάνω έρωτα, χωρίς να τεντώσω τα δάχτυλα των ποδιών μου στο τελείωμα. Ειδικά το τελευταίο, στο απαγορεύω.

Κάνε τα πάντα γύρω μου μουσική. Άσε με να κοιμάμαι με το πιο φαντασμένο κουιντέτο εγχόρδων. Ναι, κουιντέτο. Δεν μου φτάνει ένα τσέλο, θέλω να με κοιμίζουν δύο. Άσε με να ιδρώσω σε άλλο σώμα με την πιο αλαζονική βραχνάδα από σαξόφωνο. Βάλε με ανάμεσα σε αγαπημένους ανθρώπους και ρίξε στο πιάτο τα πιο σκληρά σου χάλκινα, για να δεις ότι μου φτάνουν. Οδήγησέ με στα πιο μανιασμένα, καλοκαιρινά κύματα του σύμπαντος και άσε να παίζουν στο βάθος τα πιο σουρεαλιστικά πλήκτρα του κλαβιέ. Ταξίδεψέ με στα άδυτα του γνωστού κόσμου και στα βαθιά όλων των κόσμων με το πιο σακατεμένο φλάουτο που φύσηξε ποτέ ο Πάνας. Αλλά μην με αφήσεις να κάνω τίποτα από όλα αυτά, χωρίς μελωδία και ρυθμό.

Τέλος, θέλω να μην ξεχνάς ποτέ την ανάγκη μου να ταξιδεύω στην προηγούμενή μου ζωή. Δεν θέλω να εκνευριστείς, αλλά αυτή τη ζωή τη βαριέμαι λίγο. Στην προηγούμενη περνάω καλύτερα. Εκεί, παίζω φυσαρμόνικα για τις μάγισσες και τις τσιγγάνες, ακούω τις μεγαλύτερες σοφίες από τον φίλο μου τον Bobby, έχω το ποτάμι να μου ξεβρωμίζει τα μουσούδια και τη μπαντάνα, αλλά κι ένα φλασκί γεμάτο μπέρμπον. Ειλικρινά ρε Κατεργάρη, μπορείς να φανταστείς κάτι καλύτερο για μια πρώτη ζωή στα μέτρα του ανθρώπου;

Λοιπόν, νομίζω ότι τελείωσα. Η βράκα είναι απλωμένη κι εγώ θα λείπω συχνά από το σπίτι. Το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να βάλεις όλη την σοφία που έχεις μαζέψει από τις ατασθαλίες σου και να μπορέσεις να με κάνεις ευτυχισμένο. Και σε προκαλώ ρε Κατεργάρη. Έλα ένα βράδυ, πάρε με αγκαζέ και άσε με να σε βολτάρω στην ευτυχία μου. Άσε με να σε κεράσω παγωμένη μπύρα και να σε κάνω φίλο ανάμεσα σε αγνώστους. Άσε με να σε χορέψω και να σε σπρώξω να πας με την κυρά της αρεσκείας σου, μέχρι να κλαις από ευδαιμονία τη στιγμή που θα τεντώνεις τα δάχτυλα των ποδιών σου. Άσε με να σε πάω τσάρκα στα καπηλειά απέναντι από τις όχθες του μεγάλου ποταμού, εκεί που γεννήθηκε η τζαζ, για να σου τραγουδήσω για «παράξενα φρούτα». Κι αν δεν απαλλαχτείς από τη μιζέρια σου, αν δεν νιώσεις την ευδαιμονία στα πιο απόκρυφα κι ανεξιχνίαστα σωθικά σου, εμένα να μην με λένε Νικόλα.

Ειλικρινά δικός σου.

Υ.Γ. Να πεις του Άγιου Βασίλη ότι είναι ένας σαλτιμπάγκος. Και να του πεις ότι το είπα εγώ.