Δευτέρα, 21 Μαρτίου 2011

Είμαι loser baby.


Είμαι ήδη εξαγριωμένος από την Πανσέληνο του Σαββάτου. Πανσέληνος και Σάββατο είναι μεγάλη υπόθεση, κάτι σαν τη Μέρκελ και τον Παπανδρέου στο ίδιο πάνελ ενός κεντρικού δελτίου ειδήσεων – φρίκη. Παρόλα αυτά, προσπαθώ να μη φορτώσω περισσότερο και ξυρίζω τις σκληρές τρίχες που φύτρωσαν τα ξημερώματα της Παρασκευής στους ώμους μου. Και καθώς τις ξεφορτώνομαι στο καλάθι της τουαλέτας μαζί με τα πρώτα υγρά της ημέρας, συνειδητοποιώ το προφανές – τίποτα δεν είναι στο χέρι μου.

Η μυρωδιά του καφέ και του τσιγάρου στο κυλικείο της κλινικής, Δευτέρα πλέον, μου φέρνει στο νου γνώριμες εικόνες από το παρελθόν. Πολλές εικόνες και καμία συγκεκριμένα με μεγάλη συναισθηματική αξία. Ξέρεις τώρα, παρέες, ξυπνήματα άγουρα, τυπικές Κυριακές, μοναξιές, δημιουργίες και άλλα τέτοια. Βέβαια, δεν έχω επιλογή, οπότε υπομένω με το χαμόγελο του Τζόκερ. Παίρνω καφέ, τοστ κι ένα πακέτο χαρτομάντηλα για την αλλεργία μου που έκανε έκτακτη εμφάνιση και περιμένω να γίνει η δουλειά. Οικογενειακή υπόθεση, δεν είναι το θέμα αυτό, η αναμονή είναι το θέμα. Γιατί κατά τη διάρκεια αυτής έρχεται η μεταμόρφωση.

Από τις τρίχες του ξημερώματος της Παρασκευής μέχρι το κυλικείο της Δευτέρας, έχουν μεσολαβήσει δύο μερόνυχτα. Το Σάββατο, η μέρα ήταν αφιερωμένη σε σπίτια φίλων και προσωπική αναζήτηση. Κι εκεί που λες πως από Δευτέρα θα αναθεωρήσεις, σε πιάνει φαγούρα στο λαιμό και καταλαβαίνεις πως παραπύκνωσαν τα μούσια σου κι έχουν γίνει ένα με το στέρνο και το μαλλί, φτάνουν σχεδόν κούτελο. Ένα αβγοειδές, τριχωτό πράγμα με δύο λαδί μπίλιες σε λευκό καμβά και δύο σειρές λευκά ορθογώνια που διψούν για οδοντικό νήμα. Τακτοποιείς τα θέματά σου και οι αναζητήσεις προσπαθούν να βρουν νόημα στην παραζάλη της μεταμόρφωσης. Στο μεταξύ, οι τρίχες στους ώμους αρχίσουν να ξαναβγαίνουν με πείσμα, καθώς ρίχνεις κλεφτές ματιές στην πανσέληνο, που μοιάζει με βραδινό ήλιο και ενδείκνυται για περιπέτειες, όργια, βακχείες και καταχρήσεις. Εσύ απέχεις και σε κάποια cool κοινότητα θα σε αποκαλούσαν “Loser”.

Στο ξύπνημα της Κυριακής είσαι βαρύς. Η αλλεργία σε έχει στραγγίξει, οι τρίχες σε κόβουν, το κεφάλι έχει αρχίσει πάλι να φουντώνει και καθώς ρίχνεις νερό στο πρόσωπό σου, καταλαβαίνεις ότι ο λευκός καμβάς που περιβάλλει τις λαδί μπίλιες έχει γίνει σκοτεινός, σχεδόν πορφυρός, όπως στο μυθιστόρημα της Alice Walker. Πας να ανοίξεις περισσότερο τα βλέφαρα με τα χέρια, αλλά η τριβή έχει χαθεί από το χνούδι, το ίδιο και τα δαχτυλικά αποτυπώματα. Δέχεσαι την αλλαγή σου σαν να την περίμενες από πάντα, από παιδί, από τον πλακούντα. Και μέχρι το βράδυ την έχουν παρατηρήσει και μερικοί φίλοι και σου λένε πως ανησυχούν, πως κάτι σου συμβαίνει, πως μπορεί να βρίσκεσαι στα πρώτα στάδια της κατάθλιψης και να μην το ξέρεις. Πού να καταλάβουν κι αυτοί! Δεν μπορούν να διακρίνουν το κουκούλι της μεταμόρφωσης. Θα έρθει κι η σειρά τους, μακάρι να μπορούσαν να το αποφύγουν.

Το βράδυ της Κυριακής, πέφτεις για ύπνο, τρεμάμενος από ένα τηλέφωνο που επιτάχυνε τη μεταμόρφωση. Και πριν το καταλάβεις, τρίβεις τα δόντια σου και μασάς τη γλώσσα σου με τους κυνόδοντες, που είναι πιο γαμψοί από ποτέ. Όσο για τη γλώσσα, επουλώνεται στιγμιαία, σαν να μην πληγώθηκε ποτέ. Δύο ποτέ που ποτέ δεν τα περίμενες στα πλαίσια μια τυπικής Κυριακής. Πρέπει κάτι να κάνεις, αλλά προτιμάς να κάνεις το κορόιδο και να δεις πού θα σε βγάλει όλο αυτό. Την ίδια στιγμή που σε παίρνει ο ύπνος, μια συνταγή μαγειρεύεται από μάγισσες των Ορλεανών, της παλιάς και της Νέας, με τη Janis και τον Bobby να είναι πρωταγωνιστές στο δράμα σου και υπαίτιοι για τη μεταμόρφωση. Κι όχι για να σε αλλάξουν, αλλά για να προστατέψουν προσωρινά. Εσύ όμως απέχεις, γιατί τους έχεις πλάσει με τη φαντασία σου και θαρρείς πως δεν υπάρχουν, παρά μόνο στα γραφτά σου. Σε κάποια cool κοινότητα θα σε αποκαλούσαν “Φαντασιόπληκτο”.

Το πρωί της Δευτέρας και λίγα λεπτά πριν από το καθιερωμένο ραντεβού στο γιατρό (είπαμε, οικογενειακή υπόθεση, δεν είναι το θέμα), καταφέρνεις με μεγάλη επιτυχία να ρίξεις στάχτη στα μάτια του μπαμπά και της μαμάς. Οι τρίχες είναι αξυρισιές, ο πορφυρός καμβάς είναι αλλεργία, οι κυνόδοντες θέλουν οδοντίατρο και η κατάθλιψη που διέγνωσαν οι φίλοι είναι νύστα, που θα φύγει με την πρώτη κούπα γαλλικού καφέ με δύο κουταλιές μαύρης ζάχαρης και φρέσκο γάλα (το εβαπορέ σου πέφτει βαρύ, σου φέρνει καούρες και ρέψιμο). Και όλα είναι μέλι-γάλα. Η ίδια η cool κοινότητα θα σε αποκαλούσε “Καπάτσο”.

Η μυρωδιά του καφέ και του τσιγάρου είναι έντονη τόσες ώρες αναμονής στο κυλικείο της κλινικής. Και καθώς ακούω soft-rock, top-40 κομμάτια στο ραδιόφωνο, πίνοντας νοσοκομειακό γαλλικό με λευκή ζάχαρη και εβαπορέ γάλα, ατενίζοντας το γκρίζο που σκεπάζει τις βρώμικες ταράτσες των Δυτικών προαστίων με τους κλασικούς θερμοσίφωνες, καθώς ντουζίνες νεφροπαθών και των συνοδών αυτών κάνουν παρέλαση προς δική μου τέρψη, εξοργίζομαι μπροστά σε όλους και χωρίς να το επιδιώκω, το κουκούλι σκάει. Και μαζί του σκάω κι εγώ. Φανερώνω τον πορφυρό καμβά, τους πιο γαμψούς από ποτέ κυνόδοντες, τα αξύριστα μούσια και κανείς δεν φαίνεται να ασχολείται με τη μεταμόρφωση. Μέχρι κι ο μπαμπάς ομολογεί: “Τελείωσα, πάμε;”. Η γνωστή cool κοινότητα θα σε αποκαλούσε “Προδότη” που έχεις πέσει τόσο χαμηλά.

Η μεταμόρφωση, καλή ή κακή, θεμιτή ή ανεπιθύμητη, έρχεται και για σένα. Πρόσεξε πού και πώς θα σε πετύχει. Και, κυρίως, πρόσεξε να μην σε προσπεράσει και δεν την πάρεις χαμπάρι. Συμβουλή; Κράτα το κουκούλι, θα το χρειαστείς. Εγώ το έπλυνα, το σιδέρωσα και το έχω δίπλα από το μαξιλάρι για να το βάλω με την πρώτη ευκαιρία. Η μεταμόρφωση είναι πάντα προσωρινή κι εξυπηρετεί τις συνθήκες. Όταν θα επανέλθεις, η cool κοινότητα θα σε αποκαλεί πλέον “Ήρωα”. Όχι ότι θα έπρεπε να σε απασχολεί.

Παρασκευή, 11 Μαρτίου 2011

Καθείς με το σκουφί του.


Ωραία ήταν που χιόνισε. Ο καθένας είχε να πει τη δικιά του ιστορία, να πετάξει τη δική του χιονόμπαλα και να φορέσει το δικό του εκκεντρικό σκουφάκι για να σερφάρει στα μπαράκια του κέντρου και του απόκεντρου. Ας κοιτάξουμε μερικές από τις ιστορίες:

Είναι η τύπισσα που πήρε τη δουλειά της ζωής της και βάζει τον εαυτό της στην κατηγορία «βιονική γυναίκα», μιας και μέσα στην κρίση είναι προνόμιο να είσαι νικητής. Μαζεύει τους φίλους της, βγαίνει, πίνει, κλάνει από τη χαρά της, αλλά κανείς δεν την παίρνει είδηση μέσα στη φασαρία, χαμουρεύεται με τον σερβιτόρο, φεύγει κατά τις 4 από το μαγαζί και βγαίνει στην πλατεία να πάρει ταξί, καλύπτοντας τον πόντο που της έφυγε από το καλσόν με την faux δερμάτινη Prada. Περνώντας από τα υπόλοιπα μαγαζιά του πεζόδρομου και πατώντας πάνω σε αποτσίγαρα και διαφημιστικά για τηλεφωνικές υπηρεσίες, σκέφτεται: «Ναι ρε πούστη μου, επιτέλους. Σε κάνα δίμηνο θα φύγω από το κωλόσπιτο και θα μείνω μόνη μου, υπάρχει Θεός!». Ρωτώντας τον ταξιτζή αν είναι ελεύθερος, κόβει με την άκρη του ματιού της έναν άστεγο κακομοίρη να λιώνει από το κρύο στην άκρη του δρόμου και σκέφτεται, χωρίς να το καταλάβει: «Πώς θα τη βγάλει τη νύχτα;».

Είναι η κολλητή της τύπισσας, η οποία δεν θέλει να εξομολογηθεί πως δεν περνάει καλά για να μη στενοχωρήσει τη φίλη της. Άσε που είναι πιο άσχημη και τη μισεί κρυφά για αυτό από τη μέρα που της είπε: «Χάρηκα». Πίνει για να πιει, γελάει για να γελάσει και σκέφτεται: «Ωραία είμαι και πάλι. Γιορτάζω την ανεργία μου. Ανάθεμα την ώρα και τη στιγμή που έφυγα από τη Λάρισα για να έρθω στο κωλόκεντρο». Εκείνη δε φεύγει με τη φίλη της, αλλά μένει με κάνα-δυο που ήθελαν να κατεβάσουν μερικά υποβρύχια ακόμα. Πίνει τον κώλο της, πηδιέται με τον ίδιο σερβιτόρο στις τουαλέτες (γελώντας χαιρέκακα), τον χτυπάει μετά από κάνα μισάωρο γιατί δεν την κέρασε ούτε ένα σφηνάκι, βγαίνει κι αυτή στην πλατεία να πάρει ταξί και ρωτώντας τον ταξιτζή αν είναι ελεύθερος, σκέφτεται: «Θα ξαναπάω στη Λάρισα, να πάει να γαμηθεί». Με την άκρη του ματιού της κόβει τον ίδιο κακομοίρη να λιώνει από το κρύο και σκέφτεται, χωρίς να το καταλάβει: «Τελικά, δεν υπάρχει Θεός».

Είναι ο σερβιτόρος που χαμουρεύτηκε με τις δύο γκόμενες, πήδηξε τη μία και τώρα προσπαθεί να καθαρίσει το μαγαζί για να σχολάσει. Όντας μερικώς νηφάλιος, σκέφτεται: «Νούμερο 97, άλλες τρεις να φτάσω τις εκατό. Ε, μέσα στη βδομάδα ή την άλλη λογικά». Παίρνει το μεροκάματο, βγαίνει από το μαγαζί και πλησιάζει κι αυτός την πλατεία για να πάρει ταξί. Πριν φτάσει, βλέπει τον σακάτη να λιώνει από το κρύο και σκέφτεται, χωρίς να το καταλάβει: «Αν ήσουν πιο κοντά, θα σου έδινα τίποτα, αλλά έτσι όπως είμαι, θα μπω κατευθείαν στο ταξί». Στη διαδρομή αρχίζει να συνειδητοποιεί πως έχει φτάσει 25, το μόνο που κάνει είναι να δουλεύει, να πηδάει και να κοιμάται και πως δεν ανησυχεί για τίποτα, παρά μόνο για να περνάει καλά. Και μέσα στην παραζάλη της ημινηφαλιότητας, σκέφτεται: «Α ρε Θεέ, πόσο cool είσαι!».

Είναι και ο αφανής ήρωας της ιστορίας μας, ο ένας από τους τρεις της ενάτης Μαρτίου, που βλέπει τον κάθε έναν να περνάει για ταξί, για βόλτα, για παράνομη συνουσία στο άλσος του Θησείου, αψηφώντας το κρύο, και σκέφτεται: «Λογικό είναι, ούτε εγώ θα ερχόμουν μέχρι εδώ για να με βοηθήσω». Και καθώς βλέπει το ξημέρωμα να έρχεται, χαμογελάει, χωρίς να μπορεί να σπάσει το δέρμα του από το κρύο για να φανεί, και ψιθυρίζει: «Επιτέλους, θα βγει ο ήλιος, υπάρχει Θεός!». Και τότε είναι που αφήνει τον εαυτό του να αποκοιμηθεί επιτέλους. Χάνοντας την πίστη του στους ανθρώπους, όντας όμως ευγνώμων για τη μυστικιστική παρουσία του Θείου μέσα στο δράμα του. Αυτή η πίστη του τον μελανιάζει από πάνω μέχρι κάτω μέσα σε λίγα λεπτά. Το ίδιο και τους δύο φίλους του λίγο πιο πέρα. Και είχε δίκιο, ο ήλιος όντως βγήκε.

Στ’ αλήθεια, ποια αλήθεια είναι πιο βολική; Αυτή που ζούμε και περνάμε τις μέρες μας ή αυτή που παραβλέπουμε ως αθέμιτη και ασύμφορη; Αν τελικά ο Θεός ήταν ένας από αυτούς τους τρεις νεκρούς, σε τι μπορούμε να πιστεύουμε όσοι πιστεύουμε και σε τι θα μπορούσαμε να πατάμε για τις καταδίκες μας όσοι δεν πιστεύουμε; Δεν με ενδιαφέρει αν υπάρχει Θεός. Με ενδιαφέρει όμως να επιβεβαιώνω την καλή μου πίστη στον άνθρωπο, όπως και να ‘χει. Αυτή βέβαια επιλέγει να με κερατώνει με τον πρώτο αδαή, τεμπέλη, αλαζόνα και εγωκεντρικό που θα βρει μπροστά της. Και αναρωτιέμαι τελικά: «Νομίζεις ότι είσαι μακριά από αυτή την πραγματικότητα;». Αν ναι, ρώτα έναν άστεγο να σου πει σε ποιο μπαράκι τα έπινε πρόπερσι κι εσύ ήσουν απέναντί του, άγνωστος μεταξύ υποψήφιων αστέγων. Και, ίσως, υποψήφιων νεκρών.

Τετάρτη, 9 Μαρτίου 2011

Μιάμιση προ μεσημβρίας.


Το να κάθεσαι και να χαζεύεις για πολλή ώρα την ντουλάπα σου με σκοπό να βρεις το κατάλληλο ρούχο που θα σε κολακεύσει περισσότερο από κάποιο άλλο μόνο και μόνο για να πας να κάνεις σεξ, είναι το λιγότερο ταπεινωτικό. Και δεν εννοώ ταπεινωτικό για τον εγωισμό σου, που φωνάζει με σθένος: «Είσαι γκόμενος ό, τι και να βάλεις», αλλά για μια πιο συμπαντική και κοινή λογική, που ψιθυρίζει: «μη διογκώνεις τις ανάγκες σου, γιατί δεν έχεις κάτι καλύτερο να κάνεις». Και είναι αλήθεια, την καταλαβαίνω τη λογική, αλλά δεν μπορώ να αποφύγω την ανασφάλεια του κυνηγιού. Ένα ραντεβού στα τυφλά δεν είναι περίοδος για να αποφευχθεί ο λεκές στο κιλοτάκι ή στο βίντατζ φόρεμα της εκάστοτε γκόμενας, αλλά ούτε και η πατροπαράδοτη, αφελής και φαλλοκρατική περίσταση, κατά την οποία η μάνα πηγαίνει στην ορκωμοσία του γιου της και θεωρεί ότι είναι μια από τις πιο σημαντικές στιγμές στη ζωή της, οπότε δικαιολογεί τη λατέρνα που κοσμεί περίτεχνα το γεμάτο ραγάδες και λίπος κορμί της. Και όμως αγαπημένε μου εαυτέ, δε συμβαίνει κάτι τέτοιο. Υπάρχει περίπτωση να είναι το καλύτερο κρεβάτι που θα έχεις κάνει ποτέ. Υπάρχει περίπτωση αυτό που θα βρεις μπροστά σου εντός ολίγων λεπτών να είναι το πιο μαλακισμένο καλούπι, που έχει σχεδιάσει ποτέ ο Θεός στα πλαίσια της ανθρώπινης κολεξιόν, προ και μετά Χριστού. Υπάρχει μια μικρή πιθανότητα να είναι άλλο πρόσωπο από αυτό που έχεις δει στην φωτογραφία και να βρεθείς νεκρός, ενώ υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να έχεις έναν φορτσάτο οργασμό, την ίδια στιγμή που μπορεί να μην κρατηθείς και να αεριστείς από την ικανοποίηση και την χαλάρωση. Για αυτήν την πιθανότητα και μόνο, μπορείς να βάλεις χωρίς ενοχές οτιδήποτε θα έβαζες για να πας στο σούπερ-μάρκετ.

- Έλα βρε πουλάκι μου, τι παιδεύεσαι άδικα;
- Σταμάτα να δω τι θα βάλω, με έχεις ζαλίσει, πραγματικά όμως.
- Τι είναι αυτό που δεν καταλαβαίνεις σε όλο αυτό; Μην ψάχνεις αυτό που δεν ζητά να το ψάξεις.
- Δεν καταλαβαίνω, ξεκόλλα και παράτα με.
- Ψάχνεις κάτι που δεν έχει να κάνει με ρούχο και παπούτσι, αλλά κάτι που θα σε ντύσει με έναν εαυτό, που θα ήθελες να έχεις αυτή τη στιγμή για να είσαι πιο ποθητός. Αυτός ο εαυτός σου δεν θέλει να τον καλλωπίσεις, αλλά να τον βάλεις μπροστά να παίξει το παιχνίδι που γνωρίζει πολύ καλά να κάνει.
- Μπλα, μπλα, μπλα… Κράτα τα όλα αυτά για το πρωί που θα έχω καθαρό κεφάλι. Για την ώρα μιλάνε οι ορμόνες.
- Βάλε ό, τι να ’ναι και γίνε αυτός που γουστάρει να περάσει καλά. Και να είσαι σίγουρος πως αυτό το καρό κασκόλ δεν πρόκειται να σε σώσει.
- Το κασκόλ θα το βάλω όμως, ταιριάζει με τη ζώνη και τα παπούτσια.
- Δε βαριέσαι...

Λοιπόν, πήρα κινητό, λεφτά, τα κλειδιά είναι στην πόρτα, τι άλλο; Α ναι, ας πάρω και μερικά προφυλακτικά, ποτέ δεν ξέρεις τι γίνεται σε ξένο νοικοκυριό. Βασικά, δεν πρέπει να αργήσω να γυρίσω, το πρωί έχω ξύπνημα, οπότε θα πρέπει να είμαστε σύντομοι. Δε θα το αναφέρω βέβαια, θα φανεί καφρίλα, αλλά ας το επιδιώξω με τον τρόπο μου. Σεξ και καληνύχτα. Το πολύ-πολύ αν το καταλάβει, θα το πω. Άλλωστε, εδώ που φτάσαμε για λίγη έκκριση ηδονής, αυτό είναι που θα παρεξηγηθεί; Μπορεί και ναι όμως.

Είναι πολύ φυσικό αυτό που συμβαίνει μέσα στην παράνοιά του. Πατάω ισόγειο στη μιάμιση τα ξημερώματα για να πάω κάπου που δεν έχω ξαναπάει, με όποιο ρίσκο συνεπάγεται η πράξη, αλλά δε νοιώθω φόβο, ανακάτεμα γαστρικών υγρών και νευρικότητα στα δάχτυλα, η οποία μάλιστα κάτω από άλλες συνθήκες θα είχε ως αποτέλεσα να βάζω και να βγάζω συνέχεια τα χέρια από τις τσέπες του φθαρμένου μου τζιν. Αλήθεια, είναι τόσο ανεκτικός ο σημερινός κόσμος σε μια πραγματικότητα που αδιαφορεί για το συναίσθημα, που προκαλεί πεταλούδες και άλλα φτερωτά στο στομάχι, ενώ αντιθέτως παραδέχεται μια άλλη, λιγότερο θεμιτή πραγματικότητα, η οποία βάζει ως προτεραιότητα τη στιγμιαία απόλαυση σε όλα τα επίπεδα; Κι αν αυτό παραπέμπει στο τέικ-άουτ φαγητό και στο φραπέ, κάτι γίνεται, το κατανοώ. Όταν αυτό φτάνει όμως σε συνουσίες σκοτεινές και κρυφές, τι μένει για να ελπίζουμε ακόμα πως δεν θα χάσουμε άμεσα την ανθρώπινη πτυχή του εαυτού μας; Όχι ρε πούστη, ξέχασα τα τσιγάρα μου.

- Τι γίνεται;
- Καλώς τον. Καλά μωρέ, προσπαθώ να μην με πάρει ο ύπνος, σε λίγο θα το κλείσω.
- Κατάλαβα…
- Τι να σου δώσω;
- Ένα Μάρλμπορο λάιτς μαλακό.
- Τι έγινε, για πού το έβαλες τέτοια ώρα;
- Μια βόλτα πάω μωρέ, βαριέμαι μέσα, δεν έχω ύπνο.
- Γκομενίτσα, γκομενίτσα; Καλή;
- Έλα ρε, ξεκόλλα.
- Τι ξεκόλλα ρε; Ας είχα την ηλικία σου και…

Ας είχες την ηλικία μου και θα πήδαγες ό, τι θα έβρισκες μπροστά σου, ξέρω. Είναι η γενιά των εξήντα πλην κάτι, που ξαφνικά αναπολεί τα νιάτα της και τη χαμένη αθωότητα ενός ραντεβού. Που την πνίγουν τα χρέη και μια γυναίκα που έχει γίνει διπλή και αδυνατεί να βάλει μιλιά μέσα της. Που τα παιδιά έχουν φύγει από το σπίτι για σπουδές και η μόνη απόλαυση είναι κάνας αγώνας στο καφενείο και κάνα περαστικό βυζί για χάζι. Ναι, νομίζω πως κι εγώ όταν φτάσω λίγο πριν τα εξήντα μου, δεν θα έχω και πολλά περιθώρια για να βγαίνω στη μιάμιση τα ξημερώματα μόνο και μόνο γιατί βαριέμαι. Οπότε συμφωνώ κυρ-Στέφανε, ας είχες την ηλικία μου και θα έκανες πολλά. Μόνο που αυτό που με καίει τώρα εμένα είναι να βρω γρήγορα ταξί, γιατί δεν έχω χρόνο για χάσιμο. Είπαμε, σεξ και καληνύχτα, μην τα ξαναλέμε.

- Που πας φίλε;
- Κέντρο, Εξάρχεια. Ελεύθερη δεν είσαι;
- Ναι, μπες μέσα.
- Συγνώμη, αλλά γιατί με ρωτάς πού πάω, ενώ είσαι ελεύθερη;
- Κουβέντα θες τώρα; Θες να πας κέντρο ή όχι;
- Καλά, δεν θα πιάσουμε κουβέντα, όντως. Ξεκίνα σε παρακαλώ.

Είναι παράξενο να συναντώ κόσμο και να μην τον βλέπω. Βαρέθηκα. Είναι παράξενο να προσπαθώ να τον δω, αλλά να μου είναι ξένος. Είναι εξίσου παράξενο να θέλω επιτέλους να ξεχωρίσω στα μάτια των άλλων με κάποιον τρόπο, που θα τον βάφτιζα περισσότερο καρμικό και αφελή παρά μαγικό, ενώ θα μπορούσε να είναι παράξενο το γεγονός ότι αυτό που μου μοιάζει ξένο ή παράξενο, είναι και αυτό που βρίσκεται πιο κοντά μου, πιθανότατα, από το οτιδήποτε. Με αυτή την παράλογη λογική, αυτή εδώ η ταξιτζού θα μπορούσε να είναι ο άνθρωπος που θα με καταλάβει μέχρι το μεδούλι. Αυτή εδώ η αναιδέστατη οδηγός, που έχω νοικιάσει για λίγα χιλιόμετρα, θα μπορούσε να είναι το πλάσμα που θα με κάνει επιτέλους να δω ποιος πραγματικά είμαι. Αν μοιραστώ τις σκέψεις μου μαζί της, τι θα κάνει άραγε;

Ο κόσμος βλέπει τα πάντα παράξενα γιατί αυτός είναι ο ρόλος του. Όσες φορές έχω προσπαθήσει να μπω μέσα σε αυτόν, έχω γίνει ξένος. Αυτό δεν έχει σταματήσει βέβαια ποτέ την ανάγκη μου για συναισθηματική ικανοποίηση, μιας και αυτές οι ταμπέλες είναι αντίβαρο στα αθώα που κουβαλάω για κληρονομιά. Κι επειδή αυτά τα αθώα δεν με βοήθησαν ποτέ και σε τίποτα, προτιμώ να γυρνώ την αθωότητά μου τη χαμένη στα μπρούμυτα και να την καβαλάω, μέχρι αυτή να σκάσει. Τότε είναι που ξαφνικά νιώθω παράξενος. Παράξενος ή ξένος. Εκτός κι αν τα νιώσω και τα δύο ταυτόχρονα, φαινόμενο που το έχω ονομάσει προσωπειακή παρτούζα, μιας και τη βιώνω συχνά-πυκνά, όταν μένω μόνος. Για την ώρα έχω την ταξιτζού μου. Και πρόκειται να μου πάρει τα σώβρακα, απ’ ό, τι γράφει ο μετρητής. Καλύτερα που δεν της είπα τίποτα της άπληστης.

- Καλά, επικοινωνείς; Ο μετρητής έγραφε τέσσερα και είκοσι και της άφησες πέντε;
- Δεν έχω χρόνο, πρέπει να βιαστώ, παράτα με.
- Τι παράτα με ρε συ; Σύνελθε λίγο, μετά βίας τα βγάζεις πέρα, πας καλά;
- Παράτα με σου λέω, πρέπει να βιαστώ, δεν ξέρω πού είναι το σπίτι, για τα ογδόντα λεπτά θα κάτσω να σκάσω;
- Εντάξει, σε παρατάω. Όταν ξυπνήσεις το πρωί όμως, μην με αρχίσεις με τις γνωστές σου μαλακίες. Στο λέω από τώρα.
- Καλά, καλά…

Όπως και να το κάνουμε, είμαστε ρεμάλια. Ένας άντρας έχει περασμένη στο γονίδιο του τη συνουσία, όπως το γκουγκλ την αυτόματη αναζήτηση πληροφοριών. Από εκεί κι έπειτα, το μόνο που μένει είναι η επιλογή. Καραδοκούμε με αγωνία στη γωνία των φαντασιώσεών μας, για να τσεκάρουμε ποιο κουμπί είναι πιο διαθέσιμο να ξελασκάρει με ευκολία, μετράμε μέχρι το δέκα και προσφέρουμε υπηρεσίες. Στεγνά. Δεν έχει σημασία ο παραλήπτης. Ένας άντρας λειτουργεί με οδηγό τα πρωτόγονα ένστικτά του, όπως και να έχει. Μέχρι που φτάνει η στιγμή, που η ανάγκη για το άλλο μισό γίνεται τόσο πρωτόγονη, όσο και τα γενετήσια ένστικτά μας, αυτά που κάποτε έδιναν εντολές για να χτίσουμε αυτό που ονειρευόμασταν. Είναι η στιγμή που συνήθως αφήνουμε όσα φερμουάρ έχουμε ξεχάσει μισάνοιχτα και επιδιώκουμε να ανοίξουμε μόνο ένα. Γιατί δεν θέλουμε πλέον το ρίσκο και το άγνωστο και το πονηρό και το επικίνδυνο, αλλά το κλισέ και το βαρετό και το καθημερινό και το παντοτινό. Ανάθεμά μας.

Ανάθεμά με αν θυμάμαι την τελευταία φορά που άνοιξα την παλάμη μου, τη γέμισα χρυσόσκονη και την σκόρπισα στον αέρα. Ανάθεμά με αν θυμάμαι την τελευταία φορά, που μου ήρθε να ξεράσω από την ευδαιμονία κι όχι από το πιόμα. Την τελευταία φορά που παραπάτησα πάνω σε ψέμα, σηκώθηκα, το ανέτρεψα και του δίδαξα την αλήθεια. Την τελευταία φορά που φοβήθηκα, αλλά έστειλα στο διάβολο τις αναστολές μου, μαζί με το χαλασμένο κωλοκλιματιστικό της γειτόνισσας. Την τελευταία φορά που έγινα μούσκεμα από ανθρώπινο άγγιγμα κι όχι από τη ζέστη της πρωτεύουσας. Τη στιγμή, έστω και μοναδική αυτή τη φορά, που άφησα μιαν ανάσα να με προδώσει, λίγα κλάσματα πριν καταλάβω πως δεν έχω νιώσει ποτέ ξανά έτσι. Την τελευταία φορά ή τη μοναδική φορά ή την ανύπαρκτη φορά που περίμενα τον καφέ μου στο κρεβάτι και γινόμουν όλο και πιο υγρός με την ώρα, όχι από σαρκική πονηράδα, αλλά από συναισθηματική εξάρτηση και χαρά. Ανάθεμά με, είναι που δεν αντέχεται τόση χαρά. Ας το πάρουμε απόφαση κι ας αφήσουμε επιτέλους τη χρυσόσκονη για τις γυναίκες. Στα χέρια μας γίνεται σκέτη λάσπη από τον ιδρώτα.

- Είσαι καλά;
- Μια χαρά είμαι, γιατί;
- Έχεις φτάσει κάτω από το σπίτι βρε πουλάκι μου κι έχεις αρχίσει να παραμιλάς πάλι.
- Μια χαρά είμαι.
- Ναι, ξέρω. Προσπάθησε να μη γίνει ρεζίλι τώρα με όλα αυτά που σκέφτεσαι και τα λέμε μετά.
- Να είσαι κοντά μου.
- Πάντα.

Πρώτος όροφος. Όλα θα πάνε καλά. Δεύτερος όροφος. Μπας και είναι η πρώτη φορά που το κάνω; Τρίτος όροφος. Πάει δύο, να δω τι ώρα θα κοιμηθώ και πώς θα ξυπνήσω αύριο. Τέταρτος όροφος. Τι τις ήθελα βραδιάτικα τις περιπέτειες; Ανάθεμά με.

- Καλησπέρα!
- Καλώς τον, τι γίνεται;
- Μια χαρά!
- Άργησες λίγο, το βρήκες εύκολα;
- Ναι, σχετικά εύκολα.
- Πέρνα μέσα, έλα, μην τα λέμε από την πόρτα!
- Ναι, έχεις δίκιο. Γιάννης δεν είπαμε;