Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα janis. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα janis. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 11 Φεβρουαρίου 2012

Το μεγάλο φαγοπότι: Εσύ τι κρασί θα ανοίξεις;

Ο κανιβαλισμός δεν είναι ανωμαλία, αλλά ‘ομαλή’ διαδικασία της ‘ανώμαλης’ φύσης, κατά την οποία ένας οργανισμός διατρέφεται από άλλους του ίδιου είδους. Από τους Κέλτες και τους Ιρλανδούς την εποχή της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας μέχρι τους ανθρωποφάγους της καραϊβικής τον 14ο αιώνα και από τις ανθρωποθυσίες των Μογγόλων της Στέπας κατά τον Μεσαίωνα μέχρι τον Χάνιμπαλ Λέκτερ της αφελούς αλλά έξυπνης Κλαρίς, ο κανιβαλισμός κάνει εμφανή την παρουσία του και στο ανθρώπινο είδος κατά την διάρκεια της ιστορίας της ανθρωπότητας. Ευτυχώς, ‘όχι στις μέρες μας’.

Ο πολιτισμός, κανιβαλικός ή μη, είναι κάτι που χτίζεται σταδιακά και αργά, τόσο που η πιθανότητα να ζήσεις στο μεταίχμιο μιας τεραστίων διαστάσεων πολιτιστικής, κοινωνικής και οποιασδήποτε άλλης μορφής αλλαγής μοιάζει με την πιθανότητα να σε πετύχει κεραυνός την ώρα που κάνεις σεξ σε δημόσιο χώρο. Τα αποτελέσματα μιας πολιτισμικής αλλαγής φαίνονται χρόνια αργότερα, δεκαετίες, αιώνες, χιλιετίες μη σου πω και τα απολαμβάνουν οι απόγονοί σου, τιμώντας σε με δάφνες και ημερομηνίες και εκδηλώσεις και προτομές και ταινίες και πίνακες ζωγραφικής και ντοκιμαντέρ κι ένα σωρό μαλαγανιές και πράξεις και ιδέες και θεσμούς. Ευτυχώς και στις μέρες μας.

Αυτά τα δύο είναι, ευτυχώς ή δυστυχώς, αλληλοσυγκρουόμενα και συμπληρωματικά. Αν δεν υπάρχει αλληλοφάγωμα, δεν υπάρχει ρήξη αυτού. Αν δεν υπάρχει κακία, δεν υπάρχει καλοσύνη. Αν δεν υπήρχε ο Μεσαίωνας, δεν θα υπήρχε η Αναγέννηση. Αν δεν υπήρχαν οι ανθρωποφάγοι πειρατές της Καραϊβικής, δεν θα υπήρχε ένας Μαγγελάνος, ένας Κολόμβος ή ένας Ντε Γκάμα να τους ανακαλύψει, να τους υποτάξει και να τους αφανίσει (σχεδόν). Γιατί ξέχασα να αναφέρω πως το κακό δεν εξαγνίζεται με ημέρευση, αλλά με αφανισμό. Ο λόγος; Είναι πιο εύκολο. Δυστυχώς και στις μέρες μας.

Και περνώντας γρήγορα κι ατσούμπαλα μέσα από την ιστορία, ερχόμαστε στο 2012, μια χρονιά που περιμένουμε Ολυμπιακούς Αγώνες στο Λονδίνο. Μια χρονιά που στα Grammy φαβορί είναι μια τσουπωτή Βρετανίδα 23 χρονών. Μια χρονιά που το facebook αποτελεί τον βασικό μας κόσμο και ο πραγματικός μας κόσμος μπαίνει σε δεύτερη μοίρα, γιατί έχουμε γίνει κοσμοφοβικοί. Μια χρονιά που η έννοια της ελευθερίας έχει γίνει τόσο επικίνδυνη, που αν η Janis ζούσε σήμερα θα καιγόταν σαν την Ιωάννα της Λωραίνης ως μάγισσα, που έχει το θράσος να τραγουδάει για μια ελευθερία ισοδύναμη με το να μην έχεις να χάσεις τίποτα. Μια χρονιά που ο βασικός μισθός δεν είναι τόσο βασικός, για να καλύπτει τα βασικά, αλλά χαρτζιλίκι, όπως αυτό που παίρναμε από τη μαμά και τον μπαμπά, για να πάμε διακοπές και να καλύψουμε τα βασικά. Δυστυχώς ή ευτυχώς, μόνο στις μέρες μας.

Η πεμπτουσία όλων αυτών είναι πασιφανής. Για να δημιουργηθεί πολιτισμός, για να δημιουργηθεί ανάπτυξη, πρέπει να περάσουμε πρώτα από τον αφανισμό. Γιατί ο άνθρωπος δεν έμαθε ποτέ να συνυπάρχει, αλλά να υπάρχει. Να τρώει τον διπλανό του. Να καταστρέφει ό,τι κατακτά, για να το έχει. Να κάνει τέχνη, για να εξιλεώνεται, μιας και ποτέ δεν είχε άλλον τρόπο για να πλησιάσει την ευδαιμονία. Να επεκτείνει τη δύναμή του, για να αποδεικνύει ότι την έχει, αλλά να μην την χρησιμοποιεί για καλό, γιατί έτσι φαίνεται ότι είναι αδύναμος. Να διεκδικεί τα βασικά, αλλά να μην τα καλύπτει, παρόλο που θεωρητικά τα παίρνει. Να τρώγει και να κατατρώγεται από μια παράδοση που κρατάει από την εποχή του Λεωνίδα, μιας ομάδας 300, που ζουν για να επιβεβαιώνουν το γνωμικό: «Αυτοί που κυβερνούν, πρέπει να επιβιώνουν πάντα μεγαλόπρεπα». Να καταδικάζει τις ‘Ιωάννες της Λωραίνης’ του, μιας και οι όροι ελευθερία και αξιοπρέπεια υπόκεινται στις νομοθεσίες που απαιτούν τον δημόσιο λιθοβολισμό τους στις πλατείες μαζί με τους άστεγους και τα αδέσποτα. Να χρωστάει αυτά που κατανάλωσε, αλλά να θέλει την παραγραφή του χρέους τους, σαν να μην τα έφαγε ποτέ. Να στήνει γιορτές και πανηγύρια, την ίδια στιγμή που έχει γίνει κοσμοφοβικός και δεν βγαίνει να περπατήσει στους πεζόδρομους της Αθήνας – τι ειρωνεία!

Ας φαγωθούμε λοιπόν. Ας γίνουμε Ανθρωποφάγοι στη θέση των Χαλίφηδων, Κέλτες απέναντι στη δυτικότερη από εμάς Δύση και Χάνιμπαλς απέναντι σε κάθε αφελή Κλαρίς. Γιατί αυτός είναι ο μοναδικός τρόπος οι επόμενες γενιές να είναι περήφανες για εμάς, που ‘Φτιάξαμε πολιτισμό’ για την πάρτη τους και ζήσαμε με άξονα τα κίνητρα όλων όσοι κουβαλάνε τα δυσοίωνα πρότυπα του Λεωνίδα και των 300, σαν να μην υπάρχει αύριο.

Αλήθεια, τι κρασί να ανοίξουμε, λευκό, ροζέ ή κόκκινο;

Δευτέρα 22 Αυγούστου 2011

Είναι χώρα αυτή, για να σεβαστεί το ντεκαπάζ;


Όλα ξεκίνησαν με την υπόσχεση πως δεν θα βάλω τα κλάματα. Σχεδόν το κατάφερα.

Κατά τη διάρκεια ενός road trip μπορείς να περάσεις από πολλά στάδια. Καφέδες και άφθονο κους-κους με καλούς φίλους. Αμήχανες φωτογραφίες από αμήχανες μηχανές που κουνιούνται στο πρώτο stop. Ιδρώτα στα πρώτα πέντε δεύτερα ακινησίας του αυτοκινήτου. Νεύρα κατά τη διάρκεια που η ουρήθρα έχει γεμίσει τα 200-300 ml που χρειάζονται για να αρχίσει να σε ενοχλεί παράφορα. Μουσικές που σου θυμίζουν τα παιδικά σου χρόνια και συγκινείσαι, παρόλο που ποτέ δεν θα τις έβαζες σπίτι στη διαπασών. Μπύρες που παίρνει πρέφα ο οδηγός και ζηλεύει, αλλά η ασφάλεια προηγείται, ενώ εσένα δεν σε νοιάζει και τις πίνεις ακατάπαυστα. Κουβέντες για πρώην, νυν και εις τους αιώνας των αιώνων αμήν. Σχέδια για το τι θα κάνεις εκεί που θες να πας κι οι Θεοί να γελούν πονηρά, μιας κι έχουν βάλει σκοπό να σου χαλάσουν τα σχέδια μεγαλόπρεπα, ενώ εσύ τελικά επιμένεις και τους προσπερνάς, γιατί μπορείς. Και να φανταστείς ότι η αναφορά μου έγκειται σε μερικά μόνο από τα στάδια.

Όταν έχεις έναν στόχο, δεν μπορείς να μένεις στα ημίμετρα. Η ποίηση ήταν πάντα αποτέλεσμα πόνου, οπότε το γνωστό «το ταξίδι έχει σημασία, όχι ο προορισμός» μάλλον θέλει ένα σχετικό update, μπας και μπορέσουμε να πάρουμε καμιά ανάσα. Έστω κι αν αυτό έχει να κάνει με κάτι εφήμερο, επίκαιρο, επιφανειακό και διόλου πρωτοφανές – ένα ταξίδι, του οποίου ο προορισμός δεν έχει σημασία, μιας και θα μπορούσε να είναι οτιδήποτε πάνω στον χάρτη. Φτάνοντας λοιπόν, κατάλαβα τη σημασία να φτάνεις κάπου, ό,τι κι αν σημαίνει αυτό για σένα την εκάστοτε στιγμή της ζωής σου. Κι όταν το είδα, υποσχέθηκα πως δεν θα βάλω τα κλάματα. Και σχεδόν τα κατάφερα.

Η σημασία του να αξιοποιείς αυτά που αγαπάς και κουβαλάς μέσα στα χρόνια για να μπορέσεις να ζήσεις, είναι οφθαλμοφανής και ποτέ στο πρώτο πλάνο του μυαλού. Αυτό μπορεί να είναι ένα τραγούδι της Alanis Morissette. Ένας στίχος για μια «ελευθερία που στην ουσία είναι το να μην έχεις να χάσεις τίποτα», τον οποίο έγραφες στο θρανίο στο σχολείο σου, τη στιγμή που η καθηγήτρια οικονομίας ζωγράφιζε άτεχνα την καμπύλη παραγωγικών δυνατοτήτων. Η πρώτη φορά που ένιωσες πεταλούδες στο στομάχι σου και μαζί τους έδεναν στα γαστρικά υγρά κι οι ενοχές, σαν να έπρεπε να κρυφτείς από τον κόσμο. Οι φίλοι που έχουν περάσει από τη ζωή σου και οι άνθρωποι που σε έχουν προδώσει, σαν τις γάτες που τη μια μέρα σου χέζουν το μπαλκόνι και την άλλη σουλατσάρουν αμέριμνες και ανεξάρτητες, όπως στις ιστορίες του Μπουλγκάκοφ για τον διάολο και τα δεινά του. Οι γονείς, στους οποίους δεν είσαι απόλυτα ειλικρινής και ο αδερφός, στον οποίο είσαι ειλικρινής, αλλά δεν θες να τον ζαλίζεις, γιατί έχει κι αυτός τα δικά του. Και τα παίρνεις όλα χαμπάρι, όταν είσαι κάπου ξένος. Τότε είναι που καταλαβαίνεις τη σημασία του να είσαι ένας από τους θεούς των μικρών πραγμάτων και να μπορείς να παίζεις με τις μνήμες, τις γνώσεις, τα συναισθήματα, τις εικόνες και την κληρονομιά που κουβαλάς και είναι μακρύτερη από το γενεαλογικό δέντρο των υψών της Έμιλυ Μπροντέ. Όταν βρέθηκα λοιπόν εκεί που δεν με ήξερε κανείς, ήρθαν όλα αυτά στο μυαλό μου και το σακάτικο μυαλό μου δεν τα χώρεσε. Υποσχέθηκα πως δεν θα βάλω τα κλάματα. Και σχεδόν τα κατάφερα.

Τις μέρες που βρέθηκα εκεί που δεν με ήξερε κανείς, προσπάθησα να είμαι αυτός που εκεί που με ξέρουν όλοι δεν είμαι. Το φχαριστήθηκα με τον φόβο αυτού που βρίσκεται για πρώτη φορά μέσα στην κουζίνα του αρώματος του ονείρου του Ρόμπινς και βλέπει παντζάρια να πετάγονται από τη μια άκρη του κόσμου στην άλλη, ενώ με την ώρα εξοικειώνεται. Έτσι, όταν πάει να διαβάσει για ένα παιδάκι που μαθαίνει να πίνει και να φτιάχνει από μικρό μπύρα, όλα του φαίνονται γνώριμα και δικά του. Όντας ξένος, προσπάθησα να φτάσω εκεί κατευθείαν. Δεν τα κατάφερα και έσκαγα από επιπολαιότητα. Για αυτό έμεινα πολλές ώρες στον ήλιο, μαύρισα, ήπια πολύ και ξάνθυναν όλες οι τρίχες του σώματός μου. Κάποιοι είπαν ότι είναι τόσο έντονο, που μοιάζει σαν να έχω κάνει ντεκαπάζ. Αλλά αυτό ήταν άστοχο εκ μέρους των συνοδοιπόρων μου. Είναι, άλλωστε, χώρα αυτή για να σεβαστεί το ντεκαπάζ;

Στην πορεία αυτού του προορισμού (γιατί κι ο προορισμός έχει πορεία και διάρκεια, μην ξεγελιέσαι), κατάφερα να μην σκάω από επιπολαιότητα, δέχτηκα την ντεμέκ ντεκαπάζ, έκανα καινούργιους φίλους, ήπια διάφορα πράγματα και προσπάθησα με κόπο να κρύψω τις φορές που έπρεπε να κρατήσω την ψυχραιμία μου και να γυρίσω έντεχνα μπρούμυτα, ώστε να κρύψω τη στύση μου. Στύση, που άλλες φορές αποδείχτηκε καρμική, άλλες καταστροφική κι άλλες, απλώς, αναπόφευκτη. Ευτυχώς, υπήρχαν οι στιγμές που η ουρήθρα γέμιζε με τα 200-300 ml και η προτεραιότητά σου ήταν άλλη. Και μη σκας, στη θάλασσα κυριαρχεί ο νόμος της άπειρης αραίωσης και δεν παθαίνει κανείς τίποτα, το έμαθα εκεί από ειδήμονα. Κάτι τέτοιες στιγμές, δεν υπήρχε λόγος για να υποσχεθώ στον εαυτό μου να μη βάλω τα κλάματα, καταλαβαίνεις.

Προς το τέλος κι ενώ ξέραμε πως οι μέρες της αφθονίας μας ήταν μετρημένες, κατάφερα να κάνω τον καινούργιο μου εαυτό να ντραπεί απέναντί μου. Είναι τις φορές που ξέρεις πως ο καρπός είναι απαγορευμένος, αλλά θες να τον δαγκώσεις με λύσσα, με αποτέλεσμα να σε χτυπάνε οι τύψεις τόσο δυνατά, που το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να γυρίσεις πλευρό, να πιεις λίγο νερό, να φας ένα αχλάδι, για να αποσπάσεις την προσοχή σου και να αφήσεις τα απαγορευμένα για άλλη μέρα. Ίσως και για άλλο προορισμό. Ίσως και για εκεί που υποτίθεται ότι σε ξέρουν όλοι. Αυτή τη φορά, πολύ συγκεκριμένα, όπως θα έλεγε κι ο φίλος μου ο Μπόμπι, ένιωσα την ανάγκη περισσότερο από ποτέ να μη βάλω τα κλάματα. Και σχεδόν τα κατάφερα.

Αφήνοντας πίσω μου έναν εαυτό που αγάπησα περισσότερο από ποτέ, έφτασα να βιώνω ξανά όλα τα στάδια της αρχικής διαδρομής, ένα προς ένα. Τις κουβέντες, τις φωτογραφίες, τον ιδρώτα, τα νεύρα. Έκανα προσπάθεια να βρεθώ πάλι στη θέση που ήμουν, μπας και καταφέρω να ισορροπήσω την κατάσταση, αλλά τζίφος. Ήταν η στιγμή που επιβεβαιώνει τη σύνταξη του αρχικού μου μότο και πιο συγκεκριμένα αυτό το «σχεδόν». Αφού λοιπόν δεν κατάφερα να κρατήσω την υπόσχεση που έκανα από την αρχή, γιατί ένα «σχεδόν» μου έκανε τσαλίμια, κάνω τώρα υπόσχεση πως πρέπει αμιγώς να καταφέρω να βρω αυτό που άφησα εκεί πίσω όταν έφυγα. Και τότε είναι σίγουρο πως κανένας στόχος δεν θα είναι ημίμετρο, καμία ανάμνηση δεν θα μένει πίσω, κανένα παντζάρι δεν θα με τρομάζει, καμία στύση δεν θα με γυρίζει μπρούμυτα και κανένας καρπός δεν θα είναι απαγορευμένος και απρόσιτος, σαν μια καταδικασμένη ντεκαπάζ στο κέντρο της Αθήνας.

Όλα ξεκίνησαν με την υπόσχεση πως δεν θα βάλω τα κλάματα. Σχεδόν το κατάφερα.

Πέμπτη 28 Ιουλίου 2011

27 και κάτι.


Πέρασα τα 27 σε μια άλλη ζωή, αλλά δεν κατάφερα να τα ξεπεράσω. Τελικά, το ρητό του Bobby με επηρέασε πολύ («Γιατί δεν πίνεις όλο το μπέρμπον σου Janis; Άλλα παιδάκια δεν έχουν να πιουν τίποτα»). Και το ακολούθησα πιστά σε όλο μου το βιος. Αυτό βέβαια μου στοίχισε πολλά πράγματα, όπως βόλτες στο δέλτα του Μισσισσιππή, μασκαρέματα στο Mardi Gras, σφηνάκια που τα προόριζαν για μένα, τραγούδια που έγραφαν για την αφεντιά μου και τελικά τα είπαν άλλοι, φίλους που μπορεί και να είχα κάνει, θεούς που μπορεί και να είχα προσκυνήσει. Δεν μετανιώνω για τίποτα.

Σε όλα αυτά είχα παρέα. Πολύς κόσμος έφυγε νωρίς και κοντά σε μένα κατάφερε να έχει τις ίδιες σκέψεις αργότερα. Καθώς τα έπινα κάπου μεταξύ Παραδείσου και κολάσεως (είναι πιο ενδιαφέρον το ενδιάμεσο, παραδέξου το), κάνα μήνα αφού ξεψύχησα, με μια σολ που παραλίγο να γίνει σολ δίεση, αλλά δεν είχα δυνάμεις για να φτάσω εκεί, εμφανίστηκε ομπρός μου ο φίλος μου ο Jimi. Τα έχασα και χαμογέλασα, σαν να το φχαριστιόμουν που άφησε τα επίγεια. Μην με κατηγορήσετε, αλλά χάρηκα λίγο, είναι αλήθεια. Είχα βαρεθεί μονάχος στα ψηλά πατώματα και ήθελα λίγη συντροφιά.

Με τον Jimi περάσαμε ωραίες στιγμές μαζί. Και πριν και μετά. Κι οι Θεοί που πιστεύετε, όλοι μαζεμένοι, μας είχαν στα όπα-όπα. Τους τραγουδούσαμε και μας κερνούσαν κοκτέιλ αμβροσίας με μπέρμπον από σκόνη σύγνεφου, μας τάιζαν λόγια και βότανα που έκαναν τις φωνές μας αγνώριστες και μας έλουζαν με υγρά που άνθρωπος δεν έχει ξαναδεί. Αν το ήξερα, μπορεί να επιδίωκα να φύγω νωρίτερα κιόλα.

Δεν προλάβαμε να βαρεθούμε και τσουπ, σκάει μύτη κι ο Jim. Λίγο βαριεστημένος και ποζεράς, αλλά αγάπα τους φίλους σου με τα ελαττώματά τους. Ε, αυτό κάναμε κι εμείς. Τον υποδεχτήκαμε με χαρά και τον βάλαμε στο ουράνιο ensemble που είχαμε κάνει, αλλά όχι πρώτη φωνή, τον αφήσαμε να ψηθεί λίγο. Άλλωστε, κι οι Θεοί ήταν λίγο προκατειλημμένοι μαζί του, μιας και δεν ήξεραν τι κουμάς ήταν. Εμείς τον είχαμε ζήσει και στα ισόγεια και είχαμε πιει μερικές μπύρες μαζί, οπότε ξέραμε ότι θα κολλήσει με το team. Εκείνος βέβαια νόμιζε ότι τον σνομπάραμε και ότι εγώ του κρατούσα ακόμα κακία από τότε που του είχα σπάσει την μποτίλια στο κεφάλι, αλλά μετά κατάλαβε την τακτική των ουρανών και ηρέμησε. Ευτυχώς, τα βρήκαμε σύντομα και οργανώσαμε και τις φωνές. Για να μην κουραζόμαστε, κάναμε βάρδιες. Ένας είχε ρεπό, ένας πρώτη φωνή κι ένας δεύτερη. Και όλοι ήταν ευχαριστημένοι – Θεοί κι άνθρωποι.

Τότε όμως ήταν μόνο 1971 και πέρναγαν τα χρόνια κι οι δεκαετίες και θέλαμε ανανέωση και παρέα. Κανείς όμως δεν μας σκεφτόταν. Τα είχαμε παρατήσει και με το τραγούδι, μιας και οι Θεοί μας βαρέθηκαν και το έσκαγαν για κάνα επίγειο νταλαβέρι πού και πού. Ήταν τότε που το είχαμε ρίξει στην υγιεινή διατροφή και λέγαμε ότι τελειώσανε τα ψωμιά μας και ότι δεν έχουμε άλλα περιθώρια για ρέκλα, αλκοόλ και τραγούδι. Ήταν τότε που μας είχε πιάσει κατάθλιψη, κι εμάς και τους Θεούς.

Ήταν το 1994, λοιπόν, που άνοιξε την πόρτα ένας ξανθός μορφονιός με βαρύτονη φωνή από γρέζι και μουρμουρούσε τα δικά του. Εγώ, κρυφά και χωρίς να το καταλάβω, τον ψιλοερωτεύτηκα. Άλλωστε, είχα καιρό να δω καινούργιο κόσμο στην καλλιτεχνική ομάδα του σιναφιού μας και μου φάνηκε δικός μας. Τον λέγανε Kurt και μας έριξε την ψυχολογία με αυτά που τραγουδούσε. Για έναν περίεργο λόγο όμως, κατάφερε να κάνει τράκα από την ψυχολογία των Θεών και να τους φέρει πάλι στα δικά μας τα μέρη, μιας κι αυτοί είχαν βαρεθεί τόσες δεκαετίες να κατεβαίνουν κάθε λίγο και λιγάκι στις αλάνες για τα διάφορα φεστιβάλ. Άσε που η μουσική είχε αλλάξει και δεν τους άρεσε, ενώ οι περισσότερες πύλες ανάμεσα σε Γη και Ουρανό είχαν κλείσει, όπως και οι καρδιές των ανθρώπων.

Καταστρώσαμε σχέδιο οι παλιότεροι και βάλαμε τον Kurt να μουρμουράει τα δικά του και να προσελκύει τους άλλους, τους μεγάλους. Εμείς μπαίναμε σφήνα και λέγαμε κάνα δικό μας, ενώ στα μεγάλα ντέρτια κάναμε και καμιά διασκευή από αυτά που άκουγαν όταν κατέβαιναν κάτω. Για τους Θεούς, όχι για εμάς, μη φανταστείς. Ευτυχώς που κι ο Kurt αποδείχτηκε δικό μας παιδί, μπήκε γρήγορα στο κλίμα και σιγά-σιγά κατάφερε να έχει και δικό του κοινό. Όχι μεγαλύτερο από το δικό μου φυσικά. Κανείς δεν το κατάφερε αυτό. Ένας είναι ο Janis.

Και πάλι ρε παιδί μου όμως, πέρασαν πολλά χρόνια και βαρεθήκανε οι Θεοί. Εμείς πάλι όχι, γιατί όσο μεγαλώναμε εκεί πάνω, τόσο ξεμωραίναμε. Δεν μπορούσαμε όμως να τους βλέπουμε να μας αφήνουν για τους γήινους, να κάνουν παρέα μαζί τους, να τους δίνουν εξουσία, να τους γράφουν τραγούδια και να ζουν στα σπίτια τους. Το πράγμα είχε προχωρήσει πολύ. Την τρομακτική ιδέα λοιπόν την είχε ο Kurt, αυτό του το αναγνωρίζω.

Ήταν ξημερώματα της 23ης Ιουλίου και είπαμε να ζητήσουμε άδεια από τους Θεούς για να κατέβουμε για μία φορά στη Γη, να δούμε τι γίνεται εκεί κάτω. Ξεκινήσαμε και φτάσαμε λίγο πριν να ανατείλει ο ήλιος. Φτάσαμε στο Λονδίνο, προχωρήσαμε προς την Camden Square, σταθήκαμε στο δέντρο απέναντι από μια υπέροχη έπαυλη, προσπαθώντας να αποσπάσουμε ήχους και κινήσεις. Η τύπισσα ήταν 27 και κάτι, ακριβώς αυτό που ψάχναμε, με αιθέρια φωνή, ψυχή ταλαντευόμενη ανάμεσα στο θνητό και το μακάβριο, σώμα από εύπλαστο πηλό και βλέμμα γεμάτο πόνο.

Περιμέναμε να δούμε ακριβώς σε ποιο δωμάτιο κοιμόταν. Όταν το ανακαλύψαμε, τρέξαμε προς αυτήν και προσπαθήσαμε να την πάρουμε μαζί μας. Ήταν πολύ δυνατή όμως και φώναζε με λυγμούς. Ευτυχώς, είχαμε φροντίσει να μην ακούγεται τίποτα. Όταν την αναγκάσαμε να ηρεμήσει με λίγα χαστούκια και μερικά σφηνάκια, της εξηγήσαμε την κατάσταση από το 1970 μέχρι και το 2011. Φάνηκε να συγκινείται. Σε κάποιο σημείο μάλιστα άρχισε να μουρμουράει ασυνάρτητα μερικές νότες και να μας απευθύνει το τραγούδι. Εμείς δεν ξέραμε γρι από αυτά που έλεγε, οπότε ήμασταν ανακόλουθοι, αλλά ήταν τόσο μεθυσμένη και φτιαγμένη με το πέρασμα της ώρας, που δεν πήρε πρέφα τίποτα.

Γύρω στο μεσημέρι, όντας κουρασμένοι, κάναμε μια τελευταία έκκληση για συμπαράσταση και της είπαμε ότι πρέπει να γυρίσουμε πίσω επειγόντως, γιατί οι Θεοί θα θυμώσουν. Άσε που είχαμε και παράσταση και θα τραγουδούσα πρώτη φωνή. Καλά την είχαν οι άλλοι τρεις, με το ρεπό του ο Kurt και δεύτερες φωνές οι άλλοι δύο. Τέλος πάντων, λεπτομέρειες… ήταν τότε, στις δικές μου σκέψεις, που η Amy σηκώθηκε, ήπιε μια τελευταία γουλιά, σνίφαρε και αναφώνησε: «Πάρτε με μαζί σας, κουράστηκα εδώ με τους ανθρώπους, θέλω να τραγουδάω και να κάνω φίλους, τίποτα άλλο». Την αρπάξαμε, μπήκαμε στην πρώτη πύλη που άνοιξε γύρω στις τρεις και κάτι το μεσημέρι και ήρθαμε πάνω.

Είναι τόσο καλό παιδί και τόσο χαρισματικό, που με το που φτάσαμε, πήρε την κιθάρα της, μας ζήτησε να κάτσουμε κάτω και να ξεκουραστούμε, ζήτησε από τους Θεούς συγνώμη για την αλλαγή του προγράμματος και ξεκίνησε να παίζει μερικά ακόρντα. Ήταν η πρώτη φορά που δάκρυσα μετά από δεκαετίες. Και σπανίως δακρύζω με φωνές άλλων. Και παρόλο που εμείς την πήραμε από τους θνητούς με το έτσι θέλω, δεν μετανιώνω για τίποτα. Άλλωστε, είμαστε μόλις πέντε, εσείς εκεί κάτω έχετε τόσο κόσμο να στηριχτείτε και να αγαπήσετε. Ή μήπως όχι;

Παρασκευή 22 Απριλίου 2011

Μετρώντας προβατάκια με τη Bessie Smith.


Μου αρέσει να κουράζομαι να ακούω Bessie Smith. Κουράζομαι κυριολεκτικά, όχι μεταφορικά. Προσπαθώ να ακούσω προσεκτικά, καθώς οι βρωμιές και οι θόρυβοι με ενοχλούν και με ελκύουν την ίδια στιγμή, αλλά το μόνο που καταφέρνω είναι να με τραβάει στον γκρεμό το δράμα της και οι πρώιμες τεχνικές ηχογράφησης της δεκαετίας του 1920. Γιατί αν το δράμα έγινε τραγούδι κάποια στιγμή στην ιστορία της ζωής, τότε σίγουρα θα ήθελε να ακουστεί με τη φωνή της. Και αν οι πρώιμες τεχνικές ηχογράφησης θέλησαν να αφήσουν κληρονομιά μερικές μελωδίες καρδιάς, τότε επέλεξαν εκείνη για αγγελιαφόρο τους. Κι αν η Janis Joplin έμελε να γίνει η μετέπειτα αγαπημένη μου, το οφείλει στη Bessie. Είμαι τόσο νυσταγμένος, αλλά αρνούμαι να σβήσω τη φωνή της από το player, ενώ με τη σειρά του αυτό μου γνέφει με το φάσμα συχνοτήτων να μην το κάνω, σχηματίζοντας με όσα hertz έχει στη διάθεσή του τη λέξη «όχι» κάθε φορά που χασμουριέμαι. Θα αρχίσω να μετράω προβατάκια λοιπόν, μπας και σταματήσω να επιθυμώ τα blues της και πέσω για ύπνο.

Τετάρτη 9 Μαρτίου 2011

Μιάμιση προ μεσημβρίας.


Το να κάθεσαι και να χαζεύεις για πολλή ώρα την ντουλάπα σου με σκοπό να βρεις το κατάλληλο ρούχο που θα σε κολακεύσει περισσότερο από κάποιο άλλο μόνο και μόνο για να πας να κάνεις σεξ, είναι το λιγότερο ταπεινωτικό. Και δεν εννοώ ταπεινωτικό για τον εγωισμό σου, που φωνάζει με σθένος: «Είσαι γκόμενος ό, τι και να βάλεις», αλλά για μια πιο συμπαντική και κοινή λογική, που ψιθυρίζει: «μη διογκώνεις τις ανάγκες σου, γιατί δεν έχεις κάτι καλύτερο να κάνεις». Και είναι αλήθεια, την καταλαβαίνω τη λογική, αλλά δεν μπορώ να αποφύγω την ανασφάλεια του κυνηγιού. Ένα ραντεβού στα τυφλά δεν είναι περίοδος για να αποφευχθεί ο λεκές στο κιλοτάκι ή στο βίντατζ φόρεμα της εκάστοτε γκόμενας, αλλά ούτε και η πατροπαράδοτη, αφελής και φαλλοκρατική περίσταση, κατά την οποία η μάνα πηγαίνει στην ορκωμοσία του γιου της και θεωρεί ότι είναι μια από τις πιο σημαντικές στιγμές στη ζωή της, οπότε δικαιολογεί τη λατέρνα που κοσμεί περίτεχνα το γεμάτο ραγάδες και λίπος κορμί της. Και όμως αγαπημένε μου εαυτέ, δε συμβαίνει κάτι τέτοιο. Υπάρχει περίπτωση να είναι το καλύτερο κρεβάτι που θα έχεις κάνει ποτέ. Υπάρχει περίπτωση αυτό που θα βρεις μπροστά σου εντός ολίγων λεπτών να είναι το πιο μαλακισμένο καλούπι, που έχει σχεδιάσει ποτέ ο Θεός στα πλαίσια της ανθρώπινης κολεξιόν, προ και μετά Χριστού. Υπάρχει μια μικρή πιθανότητα να είναι άλλο πρόσωπο από αυτό που έχεις δει στην φωτογραφία και να βρεθείς νεκρός, ενώ υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να έχεις έναν φορτσάτο οργασμό, την ίδια στιγμή που μπορεί να μην κρατηθείς και να αεριστείς από την ικανοποίηση και την χαλάρωση. Για αυτήν την πιθανότητα και μόνο, μπορείς να βάλεις χωρίς ενοχές οτιδήποτε θα έβαζες για να πας στο σούπερ-μάρκετ.

- Έλα βρε πουλάκι μου, τι παιδεύεσαι άδικα;
- Σταμάτα να δω τι θα βάλω, με έχεις ζαλίσει, πραγματικά όμως.
- Τι είναι αυτό που δεν καταλαβαίνεις σε όλο αυτό; Μην ψάχνεις αυτό που δεν ζητά να το ψάξεις.
- Δεν καταλαβαίνω, ξεκόλλα και παράτα με.
- Ψάχνεις κάτι που δεν έχει να κάνει με ρούχο και παπούτσι, αλλά κάτι που θα σε ντύσει με έναν εαυτό, που θα ήθελες να έχεις αυτή τη στιγμή για να είσαι πιο ποθητός. Αυτός ο εαυτός σου δεν θέλει να τον καλλωπίσεις, αλλά να τον βάλεις μπροστά να παίξει το παιχνίδι που γνωρίζει πολύ καλά να κάνει.
- Μπλα, μπλα, μπλα… Κράτα τα όλα αυτά για το πρωί που θα έχω καθαρό κεφάλι. Για την ώρα μιλάνε οι ορμόνες.
- Βάλε ό, τι να ’ναι και γίνε αυτός που γουστάρει να περάσει καλά. Και να είσαι σίγουρος πως αυτό το καρό κασκόλ δεν πρόκειται να σε σώσει.
- Το κασκόλ θα το βάλω όμως, ταιριάζει με τη ζώνη και τα παπούτσια.
- Δε βαριέσαι...

Λοιπόν, πήρα κινητό, λεφτά, τα κλειδιά είναι στην πόρτα, τι άλλο; Α ναι, ας πάρω και μερικά προφυλακτικά, ποτέ δεν ξέρεις τι γίνεται σε ξένο νοικοκυριό. Βασικά, δεν πρέπει να αργήσω να γυρίσω, το πρωί έχω ξύπνημα, οπότε θα πρέπει να είμαστε σύντομοι. Δε θα το αναφέρω βέβαια, θα φανεί καφρίλα, αλλά ας το επιδιώξω με τον τρόπο μου. Σεξ και καληνύχτα. Το πολύ-πολύ αν το καταλάβει, θα το πω. Άλλωστε, εδώ που φτάσαμε για λίγη έκκριση ηδονής, αυτό είναι που θα παρεξηγηθεί; Μπορεί και ναι όμως.

Είναι πολύ φυσικό αυτό που συμβαίνει μέσα στην παράνοιά του. Πατάω ισόγειο στη μιάμιση τα ξημερώματα για να πάω κάπου που δεν έχω ξαναπάει, με όποιο ρίσκο συνεπάγεται η πράξη, αλλά δε νοιώθω φόβο, ανακάτεμα γαστρικών υγρών και νευρικότητα στα δάχτυλα, η οποία μάλιστα κάτω από άλλες συνθήκες θα είχε ως αποτέλεσα να βάζω και να βγάζω συνέχεια τα χέρια από τις τσέπες του φθαρμένου μου τζιν. Αλήθεια, είναι τόσο ανεκτικός ο σημερινός κόσμος σε μια πραγματικότητα που αδιαφορεί για το συναίσθημα, που προκαλεί πεταλούδες και άλλα φτερωτά στο στομάχι, ενώ αντιθέτως παραδέχεται μια άλλη, λιγότερο θεμιτή πραγματικότητα, η οποία βάζει ως προτεραιότητα τη στιγμιαία απόλαυση σε όλα τα επίπεδα; Κι αν αυτό παραπέμπει στο τέικ-άουτ φαγητό και στο φραπέ, κάτι γίνεται, το κατανοώ. Όταν αυτό φτάνει όμως σε συνουσίες σκοτεινές και κρυφές, τι μένει για να ελπίζουμε ακόμα πως δεν θα χάσουμε άμεσα την ανθρώπινη πτυχή του εαυτού μας; Όχι ρε πούστη, ξέχασα τα τσιγάρα μου.

- Τι γίνεται;
- Καλώς τον. Καλά μωρέ, προσπαθώ να μην με πάρει ο ύπνος, σε λίγο θα το κλείσω.
- Κατάλαβα…
- Τι να σου δώσω;
- Ένα Μάρλμπορο λάιτς μαλακό.
- Τι έγινε, για πού το έβαλες τέτοια ώρα;
- Μια βόλτα πάω μωρέ, βαριέμαι μέσα, δεν έχω ύπνο.
- Γκομενίτσα, γκομενίτσα; Καλή;
- Έλα ρε, ξεκόλλα.
- Τι ξεκόλλα ρε; Ας είχα την ηλικία σου και…

Ας είχες την ηλικία μου και θα πήδαγες ό, τι θα έβρισκες μπροστά σου, ξέρω. Είναι η γενιά των εξήντα πλην κάτι, που ξαφνικά αναπολεί τα νιάτα της και τη χαμένη αθωότητα ενός ραντεβού. Που την πνίγουν τα χρέη και μια γυναίκα που έχει γίνει διπλή και αδυνατεί να βάλει μιλιά μέσα της. Που τα παιδιά έχουν φύγει από το σπίτι για σπουδές και η μόνη απόλαυση είναι κάνας αγώνας στο καφενείο και κάνα περαστικό βυζί για χάζι. Ναι, νομίζω πως κι εγώ όταν φτάσω λίγο πριν τα εξήντα μου, δεν θα έχω και πολλά περιθώρια για να βγαίνω στη μιάμιση τα ξημερώματα μόνο και μόνο γιατί βαριέμαι. Οπότε συμφωνώ κυρ-Στέφανε, ας είχες την ηλικία μου και θα έκανες πολλά. Μόνο που αυτό που με καίει τώρα εμένα είναι να βρω γρήγορα ταξί, γιατί δεν έχω χρόνο για χάσιμο. Είπαμε, σεξ και καληνύχτα, μην τα ξαναλέμε.

- Που πας φίλε;
- Κέντρο, Εξάρχεια. Ελεύθερη δεν είσαι;
- Ναι, μπες μέσα.
- Συγνώμη, αλλά γιατί με ρωτάς πού πάω, ενώ είσαι ελεύθερη;
- Κουβέντα θες τώρα; Θες να πας κέντρο ή όχι;
- Καλά, δεν θα πιάσουμε κουβέντα, όντως. Ξεκίνα σε παρακαλώ.

Είναι παράξενο να συναντώ κόσμο και να μην τον βλέπω. Βαρέθηκα. Είναι παράξενο να προσπαθώ να τον δω, αλλά να μου είναι ξένος. Είναι εξίσου παράξενο να θέλω επιτέλους να ξεχωρίσω στα μάτια των άλλων με κάποιον τρόπο, που θα τον βάφτιζα περισσότερο καρμικό και αφελή παρά μαγικό, ενώ θα μπορούσε να είναι παράξενο το γεγονός ότι αυτό που μου μοιάζει ξένο ή παράξενο, είναι και αυτό που βρίσκεται πιο κοντά μου, πιθανότατα, από το οτιδήποτε. Με αυτή την παράλογη λογική, αυτή εδώ η ταξιτζού θα μπορούσε να είναι ο άνθρωπος που θα με καταλάβει μέχρι το μεδούλι. Αυτή εδώ η αναιδέστατη οδηγός, που έχω νοικιάσει για λίγα χιλιόμετρα, θα μπορούσε να είναι το πλάσμα που θα με κάνει επιτέλους να δω ποιος πραγματικά είμαι. Αν μοιραστώ τις σκέψεις μου μαζί της, τι θα κάνει άραγε;

Ο κόσμος βλέπει τα πάντα παράξενα γιατί αυτός είναι ο ρόλος του. Όσες φορές έχω προσπαθήσει να μπω μέσα σε αυτόν, έχω γίνει ξένος. Αυτό δεν έχει σταματήσει βέβαια ποτέ την ανάγκη μου για συναισθηματική ικανοποίηση, μιας και αυτές οι ταμπέλες είναι αντίβαρο στα αθώα που κουβαλάω για κληρονομιά. Κι επειδή αυτά τα αθώα δεν με βοήθησαν ποτέ και σε τίποτα, προτιμώ να γυρνώ την αθωότητά μου τη χαμένη στα μπρούμυτα και να την καβαλάω, μέχρι αυτή να σκάσει. Τότε είναι που ξαφνικά νιώθω παράξενος. Παράξενος ή ξένος. Εκτός κι αν τα νιώσω και τα δύο ταυτόχρονα, φαινόμενο που το έχω ονομάσει προσωπειακή παρτούζα, μιας και τη βιώνω συχνά-πυκνά, όταν μένω μόνος. Για την ώρα έχω την ταξιτζού μου. Και πρόκειται να μου πάρει τα σώβρακα, απ’ ό, τι γράφει ο μετρητής. Καλύτερα που δεν της είπα τίποτα της άπληστης.

- Καλά, επικοινωνείς; Ο μετρητής έγραφε τέσσερα και είκοσι και της άφησες πέντε;
- Δεν έχω χρόνο, πρέπει να βιαστώ, παράτα με.
- Τι παράτα με ρε συ; Σύνελθε λίγο, μετά βίας τα βγάζεις πέρα, πας καλά;
- Παράτα με σου λέω, πρέπει να βιαστώ, δεν ξέρω πού είναι το σπίτι, για τα ογδόντα λεπτά θα κάτσω να σκάσω;
- Εντάξει, σε παρατάω. Όταν ξυπνήσεις το πρωί όμως, μην με αρχίσεις με τις γνωστές σου μαλακίες. Στο λέω από τώρα.
- Καλά, καλά…

Όπως και να το κάνουμε, είμαστε ρεμάλια. Ένας άντρας έχει περασμένη στο γονίδιο του τη συνουσία, όπως το γκουγκλ την αυτόματη αναζήτηση πληροφοριών. Από εκεί κι έπειτα, το μόνο που μένει είναι η επιλογή. Καραδοκούμε με αγωνία στη γωνία των φαντασιώσεών μας, για να τσεκάρουμε ποιο κουμπί είναι πιο διαθέσιμο να ξελασκάρει με ευκολία, μετράμε μέχρι το δέκα και προσφέρουμε υπηρεσίες. Στεγνά. Δεν έχει σημασία ο παραλήπτης. Ένας άντρας λειτουργεί με οδηγό τα πρωτόγονα ένστικτά του, όπως και να έχει. Μέχρι που φτάνει η στιγμή, που η ανάγκη για το άλλο μισό γίνεται τόσο πρωτόγονη, όσο και τα γενετήσια ένστικτά μας, αυτά που κάποτε έδιναν εντολές για να χτίσουμε αυτό που ονειρευόμασταν. Είναι η στιγμή που συνήθως αφήνουμε όσα φερμουάρ έχουμε ξεχάσει μισάνοιχτα και επιδιώκουμε να ανοίξουμε μόνο ένα. Γιατί δεν θέλουμε πλέον το ρίσκο και το άγνωστο και το πονηρό και το επικίνδυνο, αλλά το κλισέ και το βαρετό και το καθημερινό και το παντοτινό. Ανάθεμά μας.

Ανάθεμά με αν θυμάμαι την τελευταία φορά που άνοιξα την παλάμη μου, τη γέμισα χρυσόσκονη και την σκόρπισα στον αέρα. Ανάθεμά με αν θυμάμαι την τελευταία φορά, που μου ήρθε να ξεράσω από την ευδαιμονία κι όχι από το πιόμα. Την τελευταία φορά που παραπάτησα πάνω σε ψέμα, σηκώθηκα, το ανέτρεψα και του δίδαξα την αλήθεια. Την τελευταία φορά που φοβήθηκα, αλλά έστειλα στο διάβολο τις αναστολές μου, μαζί με το χαλασμένο κωλοκλιματιστικό της γειτόνισσας. Την τελευταία φορά που έγινα μούσκεμα από ανθρώπινο άγγιγμα κι όχι από τη ζέστη της πρωτεύουσας. Τη στιγμή, έστω και μοναδική αυτή τη φορά, που άφησα μιαν ανάσα να με προδώσει, λίγα κλάσματα πριν καταλάβω πως δεν έχω νιώσει ποτέ ξανά έτσι. Την τελευταία φορά ή τη μοναδική φορά ή την ανύπαρκτη φορά που περίμενα τον καφέ μου στο κρεβάτι και γινόμουν όλο και πιο υγρός με την ώρα, όχι από σαρκική πονηράδα, αλλά από συναισθηματική εξάρτηση και χαρά. Ανάθεμά με, είναι που δεν αντέχεται τόση χαρά. Ας το πάρουμε απόφαση κι ας αφήσουμε επιτέλους τη χρυσόσκονη για τις γυναίκες. Στα χέρια μας γίνεται σκέτη λάσπη από τον ιδρώτα.

- Είσαι καλά;
- Μια χαρά είμαι, γιατί;
- Έχεις φτάσει κάτω από το σπίτι βρε πουλάκι μου κι έχεις αρχίσει να παραμιλάς πάλι.
- Μια χαρά είμαι.
- Ναι, ξέρω. Προσπάθησε να μη γίνει ρεζίλι τώρα με όλα αυτά που σκέφτεσαι και τα λέμε μετά.
- Να είσαι κοντά μου.
- Πάντα.

Πρώτος όροφος. Όλα θα πάνε καλά. Δεύτερος όροφος. Μπας και είναι η πρώτη φορά που το κάνω; Τρίτος όροφος. Πάει δύο, να δω τι ώρα θα κοιμηθώ και πώς θα ξυπνήσω αύριο. Τέταρτος όροφος. Τι τις ήθελα βραδιάτικα τις περιπέτειες; Ανάθεμά με.

- Καλησπέρα!
- Καλώς τον, τι γίνεται;
- Μια χαρά!
- Άργησες λίγο, το βρήκες εύκολα;
- Ναι, σχετικά εύκολα.
- Πέρνα μέσα, έλα, μην τα λέμε από την πόρτα!
- Ναι, έχεις δίκιο. Γιάννης δεν είπαμε;

Πέμπτη 9 Δεκεμβρίου 2010

Αγαπητέ κύριε Κατεργάρη


Αγαπητέ κύριε Κατεργάρη,

Καταρχάς, θέλω να πάρω την άδεια να σου γράφω στον ενικό, μιας και όλοι ξέρουμε ότι δεν είσαι και το καλύτερο παιδί για να σου συμπεριφέρομαι με το σεις και με το σας. Έπειτα, θα πρέπει να ξεκαθαρίσω ότι ο λόγος που δεν γράφω στον Άγιο Βασίλη είναι καθαρά θέμα πρεστίζ. Ο Santa Claus δεν είναι ο Άγιος Βασίλης, αλλά ο Άγιος Νικόλας. Και ως Νικόλας, δεν επιτρέπω σε καμία περίπτωση την έλλειψη σεβασμού στο έργο και τον ιδρώτα που χύνει κάθε χρόνο ο συνονόματος, για να μείνουν όλα τα παιδιά του κόσμου ευχαριστημένα. Μόνο που αν στείλω γράμμα στον Νικόλα, δεν θα πραγματοποιήσει ποτέ την ευχή μου, γιατί κανείς άλλος από την Αθήνα δεν θα του έχει απευθύνει την ευχή του κι έτσι θα καταλήξει τούτο εδώ το γραφτό να πάει χαμένο. Οπότε, μην το παίρνεις πάνω σου. Μου έχω βάλει το μαχαίρι στο λαιμό.

Σου γράφω λοιπόν για να πραγματοποιήσεις την ευχή μου. Και αυτή η ευχή είναι να με κάνεις ευτυχισμένο. Ναι, θα πρέπει να τρίψεις τα βρώμικα, μαύρα μούσια σου και να λερώσεις την πράσινη, βακχική στολή σου για να κάνεις όλες τις δυνάμεις του κόσμου και του απόκοσμου να ανακατευτούν μέσα στη βράκα που κρέμασα στο χριστουγεννιάτικο δέντρο μου και να με κάνουν ευτυχισμένο. Ξέρω ότι απεχθάνεσαι τις κάλτσες, για αυτό επέλεξα μια λευκή, ξεχειλωμένη βράκα του παππού μου που είναι 107 χρονών, την έραψα στα μπούτια και την έκανα σακί για να χωρέσουν όλες οι δυνάμεις και να μην μου λες μετά ότι δεν έπαιξα σωστά. Σε έχω μελετήσει Κατεργάρη, έχεις την υποχρέωση να το κάνεις.

Δεν θέλω όμως να με ξυπνήσεις όταν γίνει αυτό. Καταρχάς δεν έχω τζάκι, έχω μόνο καλοριφέρ και το σπίτι είναι γκαρσονιέρα. Θα λείπω κάποιες ώρες στη δουλειά, κάποιες άλλες θα είμαι έξω με φίλους, μερικές πάλι θα περπατάω με ακουστικά στα αυτιά μου και πρήξιμο στα αυτά μου, ενώ θα υπάρξουν και μερικές ώρες που θα ταξιδεύω στη Νέα Ορλεάνη για να μην έχουν παράπονο ο Janis και ο Bobby. Οπότε, θα έχεις αρκετό χρόνο.

Αυτό που θέλω να φροντίσεις αρχικά είναι να μην ξεμείνω ποτέ από μπύρα. Δεν είναι αστείο. Η μπύρα με κάνει καλύτερο άνθρωπο. Με κάνει πιο γλυκό και πιο επιρρεπή στο χαμόγελο και στην αγκαλιά. Μου αφαιρεί αυτό που μου δίνει η δουλειά και κάθε τι άλλο αγχωτικό και εκπορνευμένο. Μου χαρίζει δροσιά στα χέρια, όπως αυτή που μου χάριζαν τα πρώτα μπάνια που θυμάμαι στο χωριό μου μαζί με τον αδερφό μου, όταν τον κρατούσα από την κοιλίτσα για να μάθει να κολυμπάει. Μου δίνει την αίσθηση ότι είμαι μοναδικός, γιατί μου λύνει τα πόδια και χορεύω μόνος μου σε ένα ολόκληρο μαγαζί, χωρίς να με νοιάζει τι κάνουν οι άλλοι. Με κάνει πιο αρεστό ερωτικά. Με φέρνει πιο κοντά στο Θείο, όπως οι προσευχές που έκανα, πίνοντας το μελάκι της Θείας Κοινωνίας μικρός. Χάρισέ μου για πάντα τη δυνατότητα να πίνω μπύρα κι εγώ θα σταματήσω να σε λέω Κατεργάρη.

Κάτι άλλο που πρέπει να φροντίσεις για να με κάνεις ευτυχισμένο είναι να μην μου χαλάσεις ποτέ τα πόδια. Πάρε μου τα χέρια και θα με ταΐζει ο άνθρωπός μου. Θα υπαγορεύω και θα μου γράφουν. Θα γνέφω και θα με αγκαλιάζουν. Θα τσακίζομαι, αλλά θα σηκώνομαι. Μην με αναγκάσεις όμως ποτέ να μην μπορώ να τρέξω από ενθουσιασμό. Μην με αναγκάσεις ποτέ να μην μπορώ να λιώσω, να σπάσω τα πόδια μου από τον χορό. Μην με αναγκάσεις ποτέ να μην μπορέσω να σηκωθώ μόνος μου από το κρεβάτι το πιο ωραίο πρωινό μιας τεμπέλικης ημέρας. Μην με αναγκάσεις ποτέ να κάνω έρωτα, χωρίς να τεντώσω τα δάχτυλα των ποδιών μου στο τελείωμα. Ειδικά το τελευταίο, στο απαγορεύω.

Κάνε τα πάντα γύρω μου μουσική. Άσε με να κοιμάμαι με το πιο φαντασμένο κουιντέτο εγχόρδων. Ναι, κουιντέτο. Δεν μου φτάνει ένα τσέλο, θέλω να με κοιμίζουν δύο. Άσε με να ιδρώσω σε άλλο σώμα με την πιο αλαζονική βραχνάδα από σαξόφωνο. Βάλε με ανάμεσα σε αγαπημένους ανθρώπους και ρίξε στο πιάτο τα πιο σκληρά σου χάλκινα, για να δεις ότι μου φτάνουν. Οδήγησέ με στα πιο μανιασμένα, καλοκαιρινά κύματα του σύμπαντος και άσε να παίζουν στο βάθος τα πιο σουρεαλιστικά πλήκτρα του κλαβιέ. Ταξίδεψέ με στα άδυτα του γνωστού κόσμου και στα βαθιά όλων των κόσμων με το πιο σακατεμένο φλάουτο που φύσηξε ποτέ ο Πάνας. Αλλά μην με αφήσεις να κάνω τίποτα από όλα αυτά, χωρίς μελωδία και ρυθμό.

Τέλος, θέλω να μην ξεχνάς ποτέ την ανάγκη μου να ταξιδεύω στην προηγούμενή μου ζωή. Δεν θέλω να εκνευριστείς, αλλά αυτή τη ζωή τη βαριέμαι λίγο. Στην προηγούμενη περνάω καλύτερα. Εκεί, παίζω φυσαρμόνικα για τις μάγισσες και τις τσιγγάνες, ακούω τις μεγαλύτερες σοφίες από τον φίλο μου τον Bobby, έχω το ποτάμι να μου ξεβρωμίζει τα μουσούδια και τη μπαντάνα, αλλά κι ένα φλασκί γεμάτο μπέρμπον. Ειλικρινά ρε Κατεργάρη, μπορείς να φανταστείς κάτι καλύτερο για μια πρώτη ζωή στα μέτρα του ανθρώπου;

Λοιπόν, νομίζω ότι τελείωσα. Η βράκα είναι απλωμένη κι εγώ θα λείπω συχνά από το σπίτι. Το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να βάλεις όλη την σοφία που έχεις μαζέψει από τις ατασθαλίες σου και να μπορέσεις να με κάνεις ευτυχισμένο. Και σε προκαλώ ρε Κατεργάρη. Έλα ένα βράδυ, πάρε με αγκαζέ και άσε με να σε βολτάρω στην ευτυχία μου. Άσε με να σε κεράσω παγωμένη μπύρα και να σε κάνω φίλο ανάμεσα σε αγνώστους. Άσε με να σε χορέψω και να σε σπρώξω να πας με την κυρά της αρεσκείας σου, μέχρι να κλαις από ευδαιμονία τη στιγμή που θα τεντώνεις τα δάχτυλα των ποδιών σου. Άσε με να σε πάω τσάρκα στα καπηλειά απέναντι από τις όχθες του μεγάλου ποταμού, εκεί που γεννήθηκε η τζαζ, για να σου τραγουδήσω για «παράξενα φρούτα». Κι αν δεν απαλλαχτείς από τη μιζέρια σου, αν δεν νιώσεις την ευδαιμονία στα πιο απόκρυφα κι ανεξιχνίαστα σωθικά σου, εμένα να μην με λένε Νικόλα.

Ειλικρινά δικός σου.

Υ.Γ. Να πεις του Άγιου Βασίλη ότι είναι ένας σαλτιμπάγκος. Και να του πεις ότι το είπα εγώ.

Τετάρτη 22 Σεπτεμβρίου 2010

Όταν ο κόσμος είδε τον Jim Morrison ξένο, ο Θεός τον είδε παράξενο.


Είναι παράξενο να περπατάς ανάμεσα σε κόσμο και να μην τον βλέπεις. Είναι παράξενο να προσπαθείς να τον δεις, αλλά να σου είναι ξένος. Είναι εξίσου παράξενο να θες να ξεχωρίσεις με κάποιον τρόπο που θα τον βάφτιζες περισσότερο καρμικό παρά μαγικό, ενώ θα μπορούσε να είναι παράξενο το γεγονός ότι αυτό που σου μοιάζει ξένο ή παράξενο, είναι και αυτό που βρίσκεται πιο κοντά σου από το οτιδήποτε. Άλλωστε, ποιος έχει τη διαύγεια να βάλει ταμπέλες στην προσπάθειά του να αγαπηθεί και να αγαπήσει;
Ο κόσμος βλέπει τα πάντα παράξενα γιατί αυτός είναι ο ρόλος του. Όταν τοποθετείσαι μέσα στον κόσμο, είσαι παράξενος. Όταν αποστασιοποιείσαι και τουμπάρεις τα μάτια στα εντός, γίνεσαι ξένος. Αυτό δεν σταματάει ποτέ όμως την ανάγκη σου για συναισθηματική ικανοποίηση, μιας και αυτές οι ταμπέλες είναι αντίστοιχα συναισθηματικό αντίβαρο στην αθωότητα που κουβαλάς. Και επειδή αυτή η αθωότητα δεν σε βοήθησε ποτέ και σε τίποτα, τη γυρνάς στα μπρούμυτα και την καβαλάς μέχρι να σκάσει. Τότε παίρνεις το ρόλο του παράξενου ή το ρόλο του ξένου. Εκτός κι αν τα κάνεις και τα δύο ταυτόχρονα, κάτι που στην νεοελληνική ονομάζεται προσωπειακή παρτούζα.
Τι είναι αυτό όμως που στέκεται εμπόδιο στο να αγαπήσεις και να αγαπηθείς εξίσου; Γιατί ο ρομαντισμός μοιάζει ξένος και όταν τον πλησιάζεις με κάποιον τρόπο, ο αποδέκτης αυτού τον ονομάζει παράξενο; Είναι ο συντηρητισμός που διογκώνεται με γεωμετρική πρόοδο; Είναι οι δεκαετίες και ο πολιτισμός που κτίζουν, που δεν επιτρέπουν σε κανέναν να διεκδικήσει, αλλά πολύ περισσότερο να διεκδικηθεί; Είναι η μουσική που βγαίνει από τους υπολογιστές; Είναι η κρυμμένη αθωότητα που έχει πνιγεί από τις ταμπέλες ή μήπως είναι τελικά η φανερή πονηράδα που δικαιολογεί ίσως για πρώτη φορά στην ιστορία των θεμάτων της καρδιάς τον όρο “Παρθενογένεση”;
Θυμάμαι από την προηγούμενή μου ζωή πως η αγάπη ήταν αθώα. Το ίδιο και το μίσος, η εγκυμοσύνη, η επανάσταση, η μουσική, η θέση, η αντίθεση, η χαρά και η θλίψη. Θυμάμαι τη στιγμή που μέθυσα παρέα με τον Jim και εκείνος ξάπλωσε στον καρπό μου για να μου πει την ιστορία του κι εγώ νευρίασα και του έσπασα τη μποτίλια με το αλκοόλ στο κεφάλι. Κι ένας ή πολλοί Θεοί ξέρουν πόση ανάγκη είχα τη μποτίλια. Θυμάμαι ότι το τραγούδι δε φτιαχνόταν από ανθρώπους του ωδείου, αλλά από ανθρώπους που έμοιαζαν ξένοι, ενώ στην πραγματικότητα ήταν απλά παράξενοι. Θυμάμαι ότι η γύμνια ήταν αντίσταση, αλλά σε καμία περίπτωση δεν αντιστεκόσουν γυμνός. Θυμάμαι τον εαυτό μου ξένο σε πόλεις και αλάνες, προσπαθώντας να μάθω για την αγάπη. Τον θυμάμαι όμως και παράξενο, ζώντας την. Θυμάμαι τα ξένα και τα παράξενα με μια βασική διαφορά – τότε δεν είχαν τις ταμπέλες που βάζω σε αυτό το γραφτό, τούτη τη στιγμή που τα θυμάμαι.
Τελικά, ίσως και να μην μπορείς να αγαπήσεις και να αγαπηθείς όσο επιτρέπεις στον εαυτό σου να είσαι ξένος ή παράξενος στα μάτια των ανθρώπων και στα μάτια του Θεού. Και ιδιαίτερα όταν επιτρέπεις στον Θεό που ελπίζεις να το κάνει για σένα γιατί δεν έχεις τα κότσια να το σταματήσεις. Κι αν η αθωότητά σου είναι όντως πνιγμένη και δεν σώζεται ούτε με μπρατσάκια, sorry, αλλά είσαι για τα μπάζα.
Δεν ξέρω ποιο ήταν το μυστικό του Jim, που τον έκανε τόσο ξένο και τόσο παράξενο σε μια εποχή που αυτοί οι όροι δεν ήταν ακόμα δόκιμοι. Θα μου πεις όμως, αν ήξερα την απάντηση, δεν θα του είχα σπάσει τη μποτίλια στο κεφάλι. Τουλάχιστον ξέρω ότι η προσπάθεια για την αγάπη και την αποδοχή μπορεί να σε κάνει οτιδήποτε. Τα λιγότερα από δαύτα είναι ξένο και παράξενο. Κι αν δεν ταιριάζεις στην εποχή σου, δεν τρέχει και τίποτα. Έζησες και σε άλλες εποχές, κάνε μια τσάρκα και κάτι θα βρεις ως ο παράξενος που τον περνούν για ξένο. Οι πόρτες του παρελθόντος και του μέλλοντος, άλλωστε, είναι στην πραγματικότητα μία. Και μάλιστα περιστρεφόμενη. Σαν την αγάπη.

(Για την δεκαετία του 60’. Για τον Jim Morrison. Για την Janis Joplin. Για τον Martin Luther King. Για το κίνημα της νεολαίας. Για αυτά που ειπώθηκαν. Για αυτά που δεν πρόλαβαν να ειπωθούν και έμειναν επτασφράγιστα για άλλα στόματα. Για όσους γεννήθηκαν μετά και τα υπέγραψαν και για όσους πέθαναν νωρίτερα και τα οραματίστηκαν.)