Τρίτη, 3 Απριλίου 2012

Δεν μου πάνε τα λέπια, εγώ τα πάω.

Επέστρεψα στο πατρικό μου, έπειτα από τρεις ντουζίνες μοναχισμού στο κέντρο της Αθήνας. Η επιστροφή ήταν βεβιασμένη και κάτω από απαστράπτουσες συνθήκες, που κατάφεραν να κάνουν το δέρμα μου να γυαλίζει από αγωνία. Κουβάλησα το κρεβάτι μου, τις μουσικές που είχα αμπαλάρει, ρούχα πολλών εποχών, μακάβριες αναμνήσεις διαφόρων ειδών και τα αξύριστα μούσια μου, που έτσι κι αλλιώς τα κρατάω θεληματικώς πυκνά εδώ και χρόνια. Τα πήρα όλα αγκαζέ και τα κατέβασα στα νότια, εκεί που θες καράβι για να πας πιο πέρα.

Αν ήμουν γκόμενα, θα έλεγε κανείς πως έχω περίοδο εδώ και μια γέννα μήνες. Αν ήμουν γιαγιά, θα έλεγε κανείς πως κάνω παράπονα για φροντίδα. Αν ήμουν γάτος, θα το είχα σκάσει από τον αφέντη μου, για να βρω καλύτερη άμμο να κατουρήσω. Δεν είμαι τίποτα από όλα αυτά, οπότε κάνω βόλτες στη θάλασσα, για να με βρει κάποιος στο λιμάνι και να με περιμαζώσει. Κι όταν λέω «κάποιος», δεν εννοώ απαραίτητα άνθρωπος, πόσο μάλλον αρσενικός.

Την τελευταία φορά που πήγα εκεί, πριν λίγες μέρες, έβγαζα χτικιά πολλά από μέσα μου, γιατί είχα την εντύπωση πως δεν με άκουγε κανείς. Κι έτσι ήταν, εκτός από έναν άστεγο, που έτρωγε τα σπόρια ολόκληρα. Με κέρασε μερικά κι εγώ αντί να του δώσω κέρματα να αγοράσει καμιά τυρόπιτα, τα πήρα και τα έφαγα. Ολόκληρα κι εγώ, δεν προσβάλεις τον οικοδεσπότη που σου κάνει το τραπέζι. Δεν πιάσαμε κουβέντα όμως, ούτε με ρώτησε για τα χτικιά.

Θεωρώ ως καλύτερη στιγμή, για να κάνεις παρέα με τη θάλασσα των νοτίων προαστίων, την ώρα που φεύγουν οι γραφικοί ψαράδες από τα βράχια, έχοντας προσελκύσει τα σχεδόν θύματά τους προς τα έξω για μπανιστήρι. Είναι η ώρα, που η υγρασία σε κάνει να κολλάς. Είναι η καλύτερη ώρα, σύμφωνα με τις σουρεαλιστικές γραφές του μυαλού μου, για να ξεχάσεις στιγμές και να δημιουργήσεις καινούργιες μνήμες, τις οποίες θα θες αργότερα να θυμάσαι.

Σε μια προσπάθεια να τις δημιουργήσω, κόντεψα να τα χάσω. Κι αυτό γιατί δεν είχα συναισθήματα και γεγονότα, δράσεις κι αντιδράσεις. Ήταν η στιγμή, που ενώ οι ψαράδες ξεκινούσαν τα κουτσομπολιά σαν τις κατίνες τις γυναίκες τους, συγκρίνοντας ψαριές, κατάλαβα πως ούτε θέλω να θυμάμαι, ούτε να πλέξω θύμησες για αργότερα. Κατάλαβα πως θέλω να ξαναφύγω για μέρη μακρινά, πιο μακρινά κι από το κέντρο, για να ξεχάσω τα πάντα, ακόμα και το λιμάνι και τα σιχτίρια μου. Και μονομιάς άρχισα να ξεφορτώνομαι τα ρούχα μου. Άρχισα να φλερτάρω με την υγρασία. Άρχισα να πνίγομαι με το οξυγόνο. Άρχισα να βγάζω ψιλές νιφάδες στο δέρμα μου και να στέκομαι με το ζόρι πάνω στην ατίθαση ουρά μου. Και, μην μπορώντας να αντισταθώ, έπεσα μέσα. Με περιμάζωσε η αγαπημένη μου, όπως προσευχόμουν.

Έκτοτε, θυμάμαι ελάχιστα. Και το χαίρομαι, μέχρι τουλάχιστον να μπορέσω να ξαναφύγω μακριά, για να φτιάξω νέες μνήμες. Κι όταν κάποιοι φίλοι μου λένε χαιρέκακα πως τα λέπια δεν μου πάνε, εγώ χαμογελάω άχρωμα και τους λέω ότι μπορεί αυτά να μην μου πάνε, εγώ όμως τα πάω. Κι ας κολλάω πάνω στο ψιλό της ουτοπίας τους.