Σάββατο, 30 Απριλίου 2011

Ένα αγόρι που το έλεγαν Sue.


Είναι αρχοντικός στην όψη, έως κι άγριος. Κρύβει μιαν αγάπη για τα πάντα όμως, σαν να είναι καλό να μην έχεις έγνοιες και κακές σκέψεις για κανέναν και για τίποτα. Είναι σαν κάτι ήρωες παιδικών κινουμένων σχεδίων, που στο τέλος της ημέρας σώζουν το χωριό από την καταστροφή, κερδίζουν τα λεφτά του θησαυρού, κλέβουν το φτωχό και όμορφο κορίτσι της αρεσκείας τους και πάνε σε ένα ράντζο στη Νεβάδα, για να ζήσουν ευτυχισμένοι μέχρι τα γεράματα. Η βαρύτονη φωνή του στάζει γνησιότητα, όπως των παλιών ρεμπέτηδων, και η φυσαρμόνικά του σηκώνει βαρύ μπέρμπον από τον αμερικάνικο Νότο για να την ακολουθήσεις. Είναι σαν κάτι αγόρια που οι μπαμπάδες τους, τους φωνάζουν “Sue”.

Σπανίως χαμογελούσε.
Σπανίως ρίσκαρε να αλλοιώσει τη φράντζα του.
Σπανίως τσαλακωνόταν και σπανίως θυσίαζε τα ακόρντα του για αθέμιτους σκοπούς.
Πάντα, όμως, έπαιζε με αγάπη.
Johnny, αδερφέ μου, σε ακούω.

Παρασκευή, 22 Απριλίου 2011

Μετρώντας προβατάκια με τη Bessie Smith.


Μου αρέσει να κουράζομαι να ακούω Bessie Smith. Κουράζομαι κυριολεκτικά, όχι μεταφορικά. Προσπαθώ να ακούσω προσεκτικά, καθώς οι βρωμιές και οι θόρυβοι με ενοχλούν και με ελκύουν την ίδια στιγμή, αλλά το μόνο που καταφέρνω είναι να με τραβάει στον γκρεμό το δράμα της και οι πρώιμες τεχνικές ηχογράφησης της δεκαετίας του 1920. Γιατί αν το δράμα έγινε τραγούδι κάποια στιγμή στην ιστορία της ζωής, τότε σίγουρα θα ήθελε να ακουστεί με τη φωνή της. Και αν οι πρώιμες τεχνικές ηχογράφησης θέλησαν να αφήσουν κληρονομιά μερικές μελωδίες καρδιάς, τότε επέλεξαν εκείνη για αγγελιαφόρο τους. Κι αν η Janis Joplin έμελε να γίνει η μετέπειτα αγαπημένη μου, το οφείλει στη Bessie. Είμαι τόσο νυσταγμένος, αλλά αρνούμαι να σβήσω τη φωνή της από το player, ενώ με τη σειρά του αυτό μου γνέφει με το φάσμα συχνοτήτων να μην το κάνω, σχηματίζοντας με όσα hertz έχει στη διάθεσή του τη λέξη «όχι» κάθε φορά που χασμουριέμαι. Θα αρχίσω να μετράω προβατάκια λοιπόν, μπας και σταματήσω να επιθυμώ τα blues της και πέσω για ύπνο.

Παρασκευή, 1 Απριλίου 2011

Περπατώντας με την Adele.


Θέλω μια μέρα να γνωρίσω την Adele. Να πάμε για μπύρες σε ένα bar του Λονδίνου και να τη δω να σιγοψιθυρίζει το “Something’s got a hold on me” της Etta, ξεφυσώντας τον καπνό της και να γουστάρω. Να με κάνει μεταμεσονύχτια τσάρκα στις γειτονιές που έχει περπατήσει και να μου δείξει την επιγραφή από νέον του πρώτου δισκοπωλείου που αγόραζε δίσκους της Aretha. Να μας ξημερώσει η μέρα σε κάποια πλατεία και να τραγουδάμε μαζί το “Chasing pavements” με τα βλέφαρα βαριά, τα γάντια ψευτοκομμένα και τις ανάσες να εκπνέουν παγωνιά. Να της πω “You bloody nailed it” και να μου απαντήσει “That was the beer singing my dear, not me”. Να βγει ο ήλιος αγκαζέ με τον πρώτο πρωινό κόσμο, να πούμε “Καλημέρα, μιλάμε μετά” και να πάμε για ύπνο. Και όχι, δεν ζητάω πολλά.