Τετάρτη, 22 Σεπτεμβρίου 2010

Όταν ο κόσμος είδε τον Jim Morrison ξένο, ο Θεός τον είδε παράξενο.


Είναι παράξενο να περπατάς ανάμεσα σε κόσμο και να μην τον βλέπεις. Είναι παράξενο να προσπαθείς να τον δεις, αλλά να σου είναι ξένος. Είναι εξίσου παράξενο να θες να ξεχωρίσεις με κάποιον τρόπο που θα τον βάφτιζες περισσότερο καρμικό παρά μαγικό, ενώ θα μπορούσε να είναι παράξενο το γεγονός ότι αυτό που σου μοιάζει ξένο ή παράξενο, είναι και αυτό που βρίσκεται πιο κοντά σου από το οτιδήποτε. Άλλωστε, ποιος έχει τη διαύγεια να βάλει ταμπέλες στην προσπάθειά του να αγαπηθεί και να αγαπήσει;
Ο κόσμος βλέπει τα πάντα παράξενα γιατί αυτός είναι ο ρόλος του. Όταν τοποθετείσαι μέσα στον κόσμο, είσαι παράξενος. Όταν αποστασιοποιείσαι και τουμπάρεις τα μάτια στα εντός, γίνεσαι ξένος. Αυτό δεν σταματάει ποτέ όμως την ανάγκη σου για συναισθηματική ικανοποίηση, μιας και αυτές οι ταμπέλες είναι αντίστοιχα συναισθηματικό αντίβαρο στην αθωότητα που κουβαλάς. Και επειδή αυτή η αθωότητα δεν σε βοήθησε ποτέ και σε τίποτα, τη γυρνάς στα μπρούμυτα και την καβαλάς μέχρι να σκάσει. Τότε παίρνεις το ρόλο του παράξενου ή το ρόλο του ξένου. Εκτός κι αν τα κάνεις και τα δύο ταυτόχρονα, κάτι που στην νεοελληνική ονομάζεται προσωπειακή παρτούζα.
Τι είναι αυτό όμως που στέκεται εμπόδιο στο να αγαπήσεις και να αγαπηθείς εξίσου; Γιατί ο ρομαντισμός μοιάζει ξένος και όταν τον πλησιάζεις με κάποιον τρόπο, ο αποδέκτης αυτού τον ονομάζει παράξενο; Είναι ο συντηρητισμός που διογκώνεται με γεωμετρική πρόοδο; Είναι οι δεκαετίες και ο πολιτισμός που κτίζουν, που δεν επιτρέπουν σε κανέναν να διεκδικήσει, αλλά πολύ περισσότερο να διεκδικηθεί; Είναι η μουσική που βγαίνει από τους υπολογιστές; Είναι η κρυμμένη αθωότητα που έχει πνιγεί από τις ταμπέλες ή μήπως είναι τελικά η φανερή πονηράδα που δικαιολογεί ίσως για πρώτη φορά στην ιστορία των θεμάτων της καρδιάς τον όρο “Παρθενογένεση”;
Θυμάμαι από την προηγούμενή μου ζωή πως η αγάπη ήταν αθώα. Το ίδιο και το μίσος, η εγκυμοσύνη, η επανάσταση, η μουσική, η θέση, η αντίθεση, η χαρά και η θλίψη. Θυμάμαι τη στιγμή που μέθυσα παρέα με τον Jim και εκείνος ξάπλωσε στον καρπό μου για να μου πει την ιστορία του κι εγώ νευρίασα και του έσπασα τη μποτίλια με το αλκοόλ στο κεφάλι. Κι ένας ή πολλοί Θεοί ξέρουν πόση ανάγκη είχα τη μποτίλια. Θυμάμαι ότι το τραγούδι δε φτιαχνόταν από ανθρώπους του ωδείου, αλλά από ανθρώπους που έμοιαζαν ξένοι, ενώ στην πραγματικότητα ήταν απλά παράξενοι. Θυμάμαι ότι η γύμνια ήταν αντίσταση, αλλά σε καμία περίπτωση δεν αντιστεκόσουν γυμνός. Θυμάμαι τον εαυτό μου ξένο σε πόλεις και αλάνες, προσπαθώντας να μάθω για την αγάπη. Τον θυμάμαι όμως και παράξενο, ζώντας την. Θυμάμαι τα ξένα και τα παράξενα με μια βασική διαφορά – τότε δεν είχαν τις ταμπέλες που βάζω σε αυτό το γραφτό, τούτη τη στιγμή που τα θυμάμαι.
Τελικά, ίσως και να μην μπορείς να αγαπήσεις και να αγαπηθείς όσο επιτρέπεις στον εαυτό σου να είσαι ξένος ή παράξενος στα μάτια των ανθρώπων και στα μάτια του Θεού. Και ιδιαίτερα όταν επιτρέπεις στον Θεό που ελπίζεις να το κάνει για σένα γιατί δεν έχεις τα κότσια να το σταματήσεις. Κι αν η αθωότητά σου είναι όντως πνιγμένη και δεν σώζεται ούτε με μπρατσάκια, sorry, αλλά είσαι για τα μπάζα.
Δεν ξέρω ποιο ήταν το μυστικό του Jim, που τον έκανε τόσο ξένο και τόσο παράξενο σε μια εποχή που αυτοί οι όροι δεν ήταν ακόμα δόκιμοι. Θα μου πεις όμως, αν ήξερα την απάντηση, δεν θα του είχα σπάσει τη μποτίλια στο κεφάλι. Τουλάχιστον ξέρω ότι η προσπάθεια για την αγάπη και την αποδοχή μπορεί να σε κάνει οτιδήποτε. Τα λιγότερα από δαύτα είναι ξένο και παράξενο. Κι αν δεν ταιριάζεις στην εποχή σου, δεν τρέχει και τίποτα. Έζησες και σε άλλες εποχές, κάνε μια τσάρκα και κάτι θα βρεις ως ο παράξενος που τον περνούν για ξένο. Οι πόρτες του παρελθόντος και του μέλλοντος, άλλωστε, είναι στην πραγματικότητα μία. Και μάλιστα περιστρεφόμενη. Σαν την αγάπη.

(Για την δεκαετία του 60’. Για τον Jim Morrison. Για την Janis Joplin. Για τον Martin Luther King. Για το κίνημα της νεολαίας. Για αυτά που ειπώθηκαν. Για αυτά που δεν πρόλαβαν να ειπωθούν και έμειναν επτασφράγιστα για άλλα στόματα. Για όσους γεννήθηκαν μετά και τα υπέγραψαν και για όσους πέθαναν νωρίτερα και τα οραματίστηκαν.)

Δευτέρα, 20 Σεπτεμβρίου 2010

Drama Kings, Drama Queens.


Αυτές οι ισημερίες κάνουν τον μέσο ανθρώπινο εγκέφαλο να παθαίνει αναφυλαξία και μάλιστα στο πλαστικό του μέρος, αυτό που δεν χρησιμοποιείται και, ως αποτέλεσμα, δεν καίγεται. Γιατί με τις ισημερίες έρχονται αλλαγές. Και με τις αλλαγές έρχονται τα φούτερ. Οι καφέδες στην Καρύτση. Οι υπερωρίες. Τα ταιριάσματα. Οι χωρισμοί. Η αραιότερη χρήση αποσμητικού (που όμως έχει ως αποτέλεσμα τη λιγότερη δυσοσμία στα μέσα μεταφοράς λόγω κρύου – ειρωνεία;). Η ρουτίνα. Ακόμα και η διαπίστωση ότι η λεπτή, μπρούτζινη γραμμή που χωρίζει το μαυρισμένο σου δέρμα από την λευκή τσόντα στην περιοχή των απόκρυφων θα ξεκινήσει να πέφτει θύμα τους. Ποιος θα το περίμενε ότι ακόμα και η ηλιοθεραπεία είναι φαλλοκρατική υπόθεση;

Οι ίδιες αυτές αλλαγές προκαλούν μιζέρια. Ο λόγος; Μα, είναι απλό. Η ανθρώπινη ράτσα αποτελείται από drama kings και drama queens. Αν κάτι δεν πηγαίνει καλά, το ρίχνεις στο ξενύχτι και στο ποτό. Αν κάτι οδεύει στο να μην πάει καλά, το ρίχνεις στο ξενύχτι και στο ποτό. Αν κάτι ακολουθεί το δρόμο της ευημερίας και της επιτυχίας, το ρίχνεις στο ξενύχτι και στο ποτό. Αν θεωρείς πως η ρουτίνα σου, σου τρώει τα σωθικά, σου ξεζουμίζει την δημιουργικότητα και σε πετάει στον τοίχο σαν μισοβρασμένο μακαρόνι μέχρι να κολλήσεις, το ρίχνεις στο ξενύχτι και στο ποτό. Αν έρχεται η πολυπόθητη αλλαγή, η οποία θα σε ταρακουνήσει σαν τα μποφόρ στο Κάβο Ντόρο, το ρίχνεις στο ξενύχτι και στο ποτό. Τελικά, ποια αλλαγή και ποιο δεδομένο φέρνει την ευδαιμονία; Περιστασιακά και για να γίνεται κουβέντα, το ξενύχτι και το ποτό.

Αν υπάρχει μια συμπαντική αλήθεια για τις θεμιτές αλλαγές, αυτή ακούει στο “ευσεβής πόθος”. Γιατί κανείς δεν μπορεί να ανακαλέσει το απόφθεγμα ότι κάθε τι που θέλεις πολύ, το φοβάσαι όπως η σερβιέτα την περίοδο. Οι ευσεβείς μας πόθοι άλλωστε είναι όλα τα ενοχικά σύνδρομα που κουβαλάμε από τον πλακούντα. Τη στιγμή λοιπόν που η αλλαγή έρχεται, τη θες. Τη φοβάσαι. Την αφήνεις να σε λερώσει. Και όταν γίνει, το ρίχνεις στο ξενύχτι και στο ποτό. Όχι τίποτα άλλο, αλλά για να δικαιολογήσεις της Ρίτας το ρητό “Ιστορία μου, αμαρτία μου, πάθος μου μεγάλο” και να τα χρεώσεις όλα στον πλακούντα της μαμάς, μιας και δεν είσαι άξιος ή άξια να πάρεις την ευθύνη πάνω σου. Και μιλάμε για θεμιτές αλλαγές, ας μην ανοίξουμε το σεντούκι με τις ανεπιθύμητες.

Οι θεμιτές αλλαγές είναι τόσο θεμιτές σε περίοδο ισημερίας, όσο και η στύση μέσα σε μια κατάμεστη πλαζ – τη φχαριστιέσαι, αλλά ενοχικά. Ξέρεις ότι πρέπει να βγεις, αλλά δεν μπορείς, την ίδια στιγμή που θα ήθελες να σε δει ο κόσμος με το ηθικό υπερυψωμένο, χωρίς όμως να το θεωρήσει ούτε για μια στιγμή ντροπή. Και το πόρισμα που βγάζεις είναι φυσικά ένα και μοναδικό: “Μήπως τελικά για τον καθένα είναι όλοι οι υπόλοιποι drama queens, εκτός από τον εαυτό του;”. Πριν προλάβεις όμως να το ξεστομίσεις, ξεροκαταπίνεις, φοράς τα καλά σου, ‘βγαίνεις από τη θάλασσα’ και βρίσκεις τη λύση – ξενύχτι και ποτό.