Δευτέρα, 22 Αυγούστου 2011

Είναι χώρα αυτή, για να σεβαστεί το ντεκαπάζ;


Όλα ξεκίνησαν με την υπόσχεση πως δεν θα βάλω τα κλάματα. Σχεδόν το κατάφερα.

Κατά τη διάρκεια ενός road trip μπορείς να περάσεις από πολλά στάδια. Καφέδες και άφθονο κους-κους με καλούς φίλους. Αμήχανες φωτογραφίες από αμήχανες μηχανές που κουνιούνται στο πρώτο stop. Ιδρώτα στα πρώτα πέντε δεύτερα ακινησίας του αυτοκινήτου. Νεύρα κατά τη διάρκεια που η ουρήθρα έχει γεμίσει τα 200-300 ml που χρειάζονται για να αρχίσει να σε ενοχλεί παράφορα. Μουσικές που σου θυμίζουν τα παιδικά σου χρόνια και συγκινείσαι, παρόλο που ποτέ δεν θα τις έβαζες σπίτι στη διαπασών. Μπύρες που παίρνει πρέφα ο οδηγός και ζηλεύει, αλλά η ασφάλεια προηγείται, ενώ εσένα δεν σε νοιάζει και τις πίνεις ακατάπαυστα. Κουβέντες για πρώην, νυν και εις τους αιώνας των αιώνων αμήν. Σχέδια για το τι θα κάνεις εκεί που θες να πας κι οι Θεοί να γελούν πονηρά, μιας κι έχουν βάλει σκοπό να σου χαλάσουν τα σχέδια μεγαλόπρεπα, ενώ εσύ τελικά επιμένεις και τους προσπερνάς, γιατί μπορείς. Και να φανταστείς ότι η αναφορά μου έγκειται σε μερικά μόνο από τα στάδια.

Όταν έχεις έναν στόχο, δεν μπορείς να μένεις στα ημίμετρα. Η ποίηση ήταν πάντα αποτέλεσμα πόνου, οπότε το γνωστό «το ταξίδι έχει σημασία, όχι ο προορισμός» μάλλον θέλει ένα σχετικό update, μπας και μπορέσουμε να πάρουμε καμιά ανάσα. Έστω κι αν αυτό έχει να κάνει με κάτι εφήμερο, επίκαιρο, επιφανειακό και διόλου πρωτοφανές – ένα ταξίδι, του οποίου ο προορισμός δεν έχει σημασία, μιας και θα μπορούσε να είναι οτιδήποτε πάνω στον χάρτη. Φτάνοντας λοιπόν, κατάλαβα τη σημασία να φτάνεις κάπου, ό,τι κι αν σημαίνει αυτό για σένα την εκάστοτε στιγμή της ζωής σου. Κι όταν το είδα, υποσχέθηκα πως δεν θα βάλω τα κλάματα. Και σχεδόν τα κατάφερα.

Η σημασία του να αξιοποιείς αυτά που αγαπάς και κουβαλάς μέσα στα χρόνια για να μπορέσεις να ζήσεις, είναι οφθαλμοφανής και ποτέ στο πρώτο πλάνο του μυαλού. Αυτό μπορεί να είναι ένα τραγούδι της Alanis Morissette. Ένας στίχος για μια «ελευθερία που στην ουσία είναι το να μην έχεις να χάσεις τίποτα», τον οποίο έγραφες στο θρανίο στο σχολείο σου, τη στιγμή που η καθηγήτρια οικονομίας ζωγράφιζε άτεχνα την καμπύλη παραγωγικών δυνατοτήτων. Η πρώτη φορά που ένιωσες πεταλούδες στο στομάχι σου και μαζί τους έδεναν στα γαστρικά υγρά κι οι ενοχές, σαν να έπρεπε να κρυφτείς από τον κόσμο. Οι φίλοι που έχουν περάσει από τη ζωή σου και οι άνθρωποι που σε έχουν προδώσει, σαν τις γάτες που τη μια μέρα σου χέζουν το μπαλκόνι και την άλλη σουλατσάρουν αμέριμνες και ανεξάρτητες, όπως στις ιστορίες του Μπουλγκάκοφ για τον διάολο και τα δεινά του. Οι γονείς, στους οποίους δεν είσαι απόλυτα ειλικρινής και ο αδερφός, στον οποίο είσαι ειλικρινής, αλλά δεν θες να τον ζαλίζεις, γιατί έχει κι αυτός τα δικά του. Και τα παίρνεις όλα χαμπάρι, όταν είσαι κάπου ξένος. Τότε είναι που καταλαβαίνεις τη σημασία του να είσαι ένας από τους θεούς των μικρών πραγμάτων και να μπορείς να παίζεις με τις μνήμες, τις γνώσεις, τα συναισθήματα, τις εικόνες και την κληρονομιά που κουβαλάς και είναι μακρύτερη από το γενεαλογικό δέντρο των υψών της Έμιλυ Μπροντέ. Όταν βρέθηκα λοιπόν εκεί που δεν με ήξερε κανείς, ήρθαν όλα αυτά στο μυαλό μου και το σακάτικο μυαλό μου δεν τα χώρεσε. Υποσχέθηκα πως δεν θα βάλω τα κλάματα. Και σχεδόν τα κατάφερα.

Τις μέρες που βρέθηκα εκεί που δεν με ήξερε κανείς, προσπάθησα να είμαι αυτός που εκεί που με ξέρουν όλοι δεν είμαι. Το φχαριστήθηκα με τον φόβο αυτού που βρίσκεται για πρώτη φορά μέσα στην κουζίνα του αρώματος του ονείρου του Ρόμπινς και βλέπει παντζάρια να πετάγονται από τη μια άκρη του κόσμου στην άλλη, ενώ με την ώρα εξοικειώνεται. Έτσι, όταν πάει να διαβάσει για ένα παιδάκι που μαθαίνει να πίνει και να φτιάχνει από μικρό μπύρα, όλα του φαίνονται γνώριμα και δικά του. Όντας ξένος, προσπάθησα να φτάσω εκεί κατευθείαν. Δεν τα κατάφερα και έσκαγα από επιπολαιότητα. Για αυτό έμεινα πολλές ώρες στον ήλιο, μαύρισα, ήπια πολύ και ξάνθυναν όλες οι τρίχες του σώματός μου. Κάποιοι είπαν ότι είναι τόσο έντονο, που μοιάζει σαν να έχω κάνει ντεκαπάζ. Αλλά αυτό ήταν άστοχο εκ μέρους των συνοδοιπόρων μου. Είναι, άλλωστε, χώρα αυτή για να σεβαστεί το ντεκαπάζ;

Στην πορεία αυτού του προορισμού (γιατί κι ο προορισμός έχει πορεία και διάρκεια, μην ξεγελιέσαι), κατάφερα να μην σκάω από επιπολαιότητα, δέχτηκα την ντεμέκ ντεκαπάζ, έκανα καινούργιους φίλους, ήπια διάφορα πράγματα και προσπάθησα με κόπο να κρύψω τις φορές που έπρεπε να κρατήσω την ψυχραιμία μου και να γυρίσω έντεχνα μπρούμυτα, ώστε να κρύψω τη στύση μου. Στύση, που άλλες φορές αποδείχτηκε καρμική, άλλες καταστροφική κι άλλες, απλώς, αναπόφευκτη. Ευτυχώς, υπήρχαν οι στιγμές που η ουρήθρα γέμιζε με τα 200-300 ml και η προτεραιότητά σου ήταν άλλη. Και μη σκας, στη θάλασσα κυριαρχεί ο νόμος της άπειρης αραίωσης και δεν παθαίνει κανείς τίποτα, το έμαθα εκεί από ειδήμονα. Κάτι τέτοιες στιγμές, δεν υπήρχε λόγος για να υποσχεθώ στον εαυτό μου να μη βάλω τα κλάματα, καταλαβαίνεις.

Προς το τέλος κι ενώ ξέραμε πως οι μέρες της αφθονίας μας ήταν μετρημένες, κατάφερα να κάνω τον καινούργιο μου εαυτό να ντραπεί απέναντί μου. Είναι τις φορές που ξέρεις πως ο καρπός είναι απαγορευμένος, αλλά θες να τον δαγκώσεις με λύσσα, με αποτέλεσμα να σε χτυπάνε οι τύψεις τόσο δυνατά, που το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να γυρίσεις πλευρό, να πιεις λίγο νερό, να φας ένα αχλάδι, για να αποσπάσεις την προσοχή σου και να αφήσεις τα απαγορευμένα για άλλη μέρα. Ίσως και για άλλο προορισμό. Ίσως και για εκεί που υποτίθεται ότι σε ξέρουν όλοι. Αυτή τη φορά, πολύ συγκεκριμένα, όπως θα έλεγε κι ο φίλος μου ο Μπόμπι, ένιωσα την ανάγκη περισσότερο από ποτέ να μη βάλω τα κλάματα. Και σχεδόν τα κατάφερα.

Αφήνοντας πίσω μου έναν εαυτό που αγάπησα περισσότερο από ποτέ, έφτασα να βιώνω ξανά όλα τα στάδια της αρχικής διαδρομής, ένα προς ένα. Τις κουβέντες, τις φωτογραφίες, τον ιδρώτα, τα νεύρα. Έκανα προσπάθεια να βρεθώ πάλι στη θέση που ήμουν, μπας και καταφέρω να ισορροπήσω την κατάσταση, αλλά τζίφος. Ήταν η στιγμή που επιβεβαιώνει τη σύνταξη του αρχικού μου μότο και πιο συγκεκριμένα αυτό το «σχεδόν». Αφού λοιπόν δεν κατάφερα να κρατήσω την υπόσχεση που έκανα από την αρχή, γιατί ένα «σχεδόν» μου έκανε τσαλίμια, κάνω τώρα υπόσχεση πως πρέπει αμιγώς να καταφέρω να βρω αυτό που άφησα εκεί πίσω όταν έφυγα. Και τότε είναι σίγουρο πως κανένας στόχος δεν θα είναι ημίμετρο, καμία ανάμνηση δεν θα μένει πίσω, κανένα παντζάρι δεν θα με τρομάζει, καμία στύση δεν θα με γυρίζει μπρούμυτα και κανένας καρπός δεν θα είναι απαγορευμένος και απρόσιτος, σαν μια καταδικασμένη ντεκαπάζ στο κέντρο της Αθήνας.

Όλα ξεκίνησαν με την υπόσχεση πως δεν θα βάλω τα κλάματα. Σχεδόν το κατάφερα.