Κυριακή, 21 Νοεμβρίου 2010

Η τριλογία μιας μεταμόσχευσης.


Μέρος 1:
Mark Ronson feat. Boy George & The Business Intl. – Somebody To Love
Όπως και να το κάνεις, είμαστε ρεμάλια. Ένας άντρας έχει περασμένη στο γονίδιο του τη συνουσία, όπως το google την αυτόματη αναζήτηση – κάνε πως γράφεις τη λέξη sex και θα σου εμφανίσει μια πλειάδα επιλογών, από το βιβλίο της Madonna μέχρι το redtube.com. Από εκεί κι έπειτα, το μόνο που μένει είναι η επιλογή. Καραδοκείς με αγωνία ποιο κουμπί είναι πιο διαθέσιμο να ξελασκάρει με ευκολία, μετράς μέχρι το δέκα και προσφέρεις υπηρεσίες. Στεγνά. Δεν έχει σημασία αν ο παραλήπτης είναι αρσενικό ή θηλυκό. Ένας άντρας λειτουργεί με οδηγό τα πρωτόγονα ένστικτά του, όπως και να έχει. Μέχρι που φτάνει η στιγμή που η ανάγκη για το άλλο μισό, το καλντερίμι του ‘είναι’ σου, αυτόν ή αυτήν που θα σε κάνει να επαναφέρεις τον εαυτό σου σε αυτό που κάποια στιγμή ονειρεύτηκες, γίνεται τόσο πρωτόγονη, όσο και τα γενετήσια ένστικτά σου. Είναι η στιγμή που αφήνεις όσα φερμουάρ έχεις ξεχάσει μισάνοιχτα και επιδιώκεις να ανοίξεις μόνο ένα. Γιατί δεν θες πλέον το ρίσκο και το άγνωστο και το πονηρό και το επικίνδυνο, αλλά το κλισέ και το βαρετό και το καθημερινό και το παντοτινό. Και μάντεψε! Μόλις το πήρες απόφαση.

Μέρος 2:
P!nk – Glitter In The Air
Πότε ήταν η τελευταία φορά που άνοιξες την παλάμη σου, τη γέμισες με χρυσόσκονη και τη σκόρπισες στον αέρα; Πότε ήταν η τελευταία φορά που σου ήρθε να ξεράσεις, όχι από το πιόμα, αλλά από την ευδαιμονία; Πότε ήταν η τελευταία φορά που βρέθηκες ένα βήμα πριν το ψέμα και ξαναγύρισες πίσω, μόνο και μόνο για να το ανατρέψεις και να γαμήσεις την αλήθεια του; Πότε ήταν η τελευταία φορά που φοβήθηκες, αλλά έστειλες στο διάβολο τις αναστολές σου, μαζί με τον σκύλο της γειτόνισσας; Πότε παραδέχτηκες ότι άφησες τον ήλιο να σε κάψει και δεν κάηκες κατά λάθος επειδή σε παρέσυρε η κουβέντα; Πότε έγινε μούσκεμα το πρόσωπό σου από το άγγιγμα ενός ξένου ανθρώπου και όχι από τη ζέστη της πρωτεύουσας; Πότε άφησες την ανάσα σου να σε προδώσει, λίγα κλάσματα του δευτερολέπτου πριν καταλάβεις πως δεν έχεις νιώσει ποτέ ξανά έτσι; Πότε άφησες τον ίδιο άνθρωπο να σου ανακατεύει τον καφέ και να σε ρωτάει αν θες παραπάνω ζάχαρη, ενώ εσύ ήσουν ήδη υγρός εκεί, χαμηλά; Είναι που το πήρες απόφαση και δεν το αντέχεις. Κανείς τελικά δεν αντέχει τόση χαρά, ας το πάρουμε απόφαση και ας αφήσουμε τη χρυσόσκονη για τις γυναίκες.

Μέρος 3:
The Last Shadow Puppets – Standing Next To Me
Όταν η λήθη γίνεται πραγματικότητα, το μόνο που μένει είναι ο σκυλίσιος κυνισμός της. Γιατί η λήθη είναι η μεγαλύτερη μοιχαλίδα στην ιστορία της συναισθηματικής αλυσίδας. Δεν θυμάται τίποτα, έχει κάθε φορά διαφορετικό καλεσμένο, φεύγει χωρίς να ρωτήσει και έρχεται όταν δεν την περιμένεις. Είναι η στιγμή στη συγκεκριμένη περίοδο της ζωής σου που ανοίγεις το σεντούκι των εμπειριών σου, κάνεις την απαραίτητη καταχώρηση, κρατάς μια φωτογραφία να μην μπορέσει να στην κλέψει η μοιχαλίδα, βγάζεις το συμπέρασμα ότι αγάπησες και σε αγάπησε, ίσως όχι εξίσου, γελώντας ταυτόχρονα με τον εαυτό σου ξανά και ξανά και ξανά και ξανά. Και μετά λίγο περισσότερο σαν τους μετασεισμούς, ίσα-ίσα για να κάνεις fade out. Το τελευταίο στάδιο αυτού του μέρους είναι το πιόμα, όπως συμβαίνει άλλωστε και σε κάθε ακραίο και κατατεθέν γεγονός που σημαδεύει το σύμπαν – από τη ζωή μέχρι το θάνατο.

Encore:
White Noise
Αν είναι να ζω την τριλογία αυτή μέχρι να πεθάνω, ακολουθώντας αιώνια έναν φαύλο κύκλο σαρκικής σφαγής, συναισθηματικής κάλυψης και γλυκιάς μελαγχολίας μέχρι να πάω πάλι πίσω στο πρώτο μέρος, τότε προτιμώ να παραμείνω μόνιμα στο τρίτο και να πάρω αριθμό προτεραιότητας για μεταμόσχευση ήπατος. Ποιος Θεός υπαγόρεψε άλλωστε ότι απαγορεύεται να ζει κάποιος στο προσωπικό του, αφελές και παιδικό σύννεφο για πάντα;

Πέμπτη, 11 Νοεμβρίου 2010

Κύριε, κύριε! Εσείς θα ρίξετε κέρμα;

Υπάρχει η καλή πλευρά των πραγμάτων και η κακή. “Ανατρίχιασα!”, θα μου πεις. Θα καταλήξω… Την κακή την απαρνιέσαι στιγμιαία και τη θεωρείς περιττή, μέχρι να βρεθείς στην κατάλληλη στιγμή για να τη βάλεις σε λειτουργία και να δεις ότι είναι κομμάτι του εαυτού σου και δεν μπορείς να ζήσεις χωρίς αυτήν. Αντιθέτως την καλή σου πλευρά την τιμάς. Την στολίζεις με κοσμητικά επίθετα, την κάνεις κορνίζα, την φοράς για μάσκα κάθε πρωί στη δουλειά, την παρουσιάζεις με τον πιο αξιολάτρευτο τρόπο στο τραπέζι που ετοίμασες για τον άνθρωπό σου και την κάνεις διαχειρίστρια των συναισθημάτων σου σε κάθε περίσταση. Της δείχνεις εμπιστοσύνη σε όλα τα επίπεδα. Μέχρι φυσικά να έρθουν τα σύννεφα, να βρέξουν και να αποκαλύψουν τον κόσμο της σαπίλας, στον οποίο έχεις μεγαλώσει. Και όχι αυτόν που έχουν διαμορφώσει τα κοινωνικοπολιτικά καθεστώτα, αλλά αυτόν που η έλλειψη εμπιστοσύνης έχει τοποθετήσει ως περίβλημα στην προαναφερθείσα καλή πλευρά σου.

Ο κόσμος της σαπίλας δύσκολα βρέχεται από σημάδια λάμψης και λειότητας. Αντιθέτως, η οξείδωση και η φθορά είναι τα πρώτα πράγματα που βλέπει όταν ανοίγει τα μάτια του. Έτσι έχει μάθει. Ο ίδιος αυτός κόσμος κουβαλάει μεγάλη ιστορία στην πλάτη του και ζει παρασιτικά. Τι σημαίνει αυτό; Πως για να αντέξει το επιπρόσθετο βάρος καβαλάει σε άλλες πλάτες. Ανθρώπινες. Εκεί καταφέρνει να αποσπά τροφή, να διογκώνεται, να κάνει οικογένεια, να δουλεύει δεκάωρα και όταν θυμάται να έχει συσπάσεις πολλαπλών οργασμών.

Αν κάποιος έχει αυταπάτες πως η ζωή του κυλάει καθημερινά φορώντας το καλό του προσωπείο, ας γελάσει εις διπλούν. Η εμπιστοσύνη που δείχνουμε όλοι μας κάθε στιγμή που περνάει ανήκει στον κόσμο της σαπίλας. Γιατί αν δεν ισχύει κάτι τέτοιο, τότε ο κόσμος μας θα έπρεπε να είναι το στρουμφοχωριό και τα παιδιά μας θα έπρεπε να βλέπουν στην τηλεόραση τον κόσμο μας. Jamais! Ο κόσμος της σαπίλας δεν γουστάρει στρουμφοπαγωτό. Αντιθέτως, επιδίδεται σε άσεμνες συνήθειες κάθε ώρα και στιγμή. Μεγαλύτερη αντίπαλός του; Μάντεψε… Η εμπιστοσύνη, που του δείχνεις έτσι κι αλλιώς.

Η εμπιστοσύνη τελικά είναι σαν αυτά τα δύσπιστα τα μηχανήματα με τα κέρματα, στα οποία πρέπει να χαρίσεις άπειρα μονόευρα για να κερδίσεις τελικά ένα καρακιτσάτο, λούτρινο βατράχι, το οποίο θα ξεχαστεί στο πρώτο μαγαζί που θα πας για καφέ. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι δεν ξόδεψες τα λεφτά μιας σαββατιάτικης εξόδου για να το αποκτήσεις. Εκτός κι αν η σαββατιάτική σου έξοδος είναι καθημερινή συνήθεια, οπότε δεν σε κόφτει και πολύ, δουλειά να υπάρχει. Τόσο για σένα όσο και για το παράσιτο που κουβαλάς. Αυτό που δεν έχεις υπολογίσει όμως είναι ότι μπορεί εσύ να έχεις μάθει να λειτουργείς σαν πελάτης μηχανημάτων, τι γίνεται όμως όταν κάποια στιγμή ένα και μόνο κέρμα θα είναι αρκετό για να φτιάξει την περιπλανούσα τύχη σου και θα σου δώσει την ευκαιρία να βάλεις stop ή pause έστω στη σαπίλα που σε λούζει πατόκορφα; Θα αδράξεις την ευκαιρία που σου θα σου δώσει το μηχάνημα, φωνάζοντας “Oh Captain, my captain” ή θα συνεχίσεις να παίζεις φανατικά μέχρι να ξεβολέψεις τον κωλαράκο σου και να καταλάβεις το προφανές; Και ποιο είναι αυτό; Όταν στέκεσαι τυχερός σε κάτι, το αρπάζεις από τα μαλλιά, δεν το αφήνεις. Και κυρίως: Δεν απαρνιέσαι την εμπιστοσύνη που σου έδειξε με το πρώτο μονόευρο.

Κύριε, κύριε! Εσείς θα ρίξετε κέρμα στον κόσμο της σαπίλας;