Τετάρτη 22 Σεπτεμβρίου 2010

Όταν ο κόσμος είδε τον Jim Morrison ξένο, ο Θεός τον είδε παράξενο.


Είναι παράξενο να περπατάς ανάμεσα σε κόσμο και να μην τον βλέπεις. Είναι παράξενο να προσπαθείς να τον δεις, αλλά να σου είναι ξένος. Είναι εξίσου παράξενο να θες να ξεχωρίσεις με κάποιον τρόπο που θα τον βάφτιζες περισσότερο καρμικό παρά μαγικό, ενώ θα μπορούσε να είναι παράξενο το γεγονός ότι αυτό που σου μοιάζει ξένο ή παράξενο, είναι και αυτό που βρίσκεται πιο κοντά σου από το οτιδήποτε. Άλλωστε, ποιος έχει τη διαύγεια να βάλει ταμπέλες στην προσπάθειά του να αγαπηθεί και να αγαπήσει;
Ο κόσμος βλέπει τα πάντα παράξενα γιατί αυτός είναι ο ρόλος του. Όταν τοποθετείσαι μέσα στον κόσμο, είσαι παράξενος. Όταν αποστασιοποιείσαι και τουμπάρεις τα μάτια στα εντός, γίνεσαι ξένος. Αυτό δεν σταματάει ποτέ όμως την ανάγκη σου για συναισθηματική ικανοποίηση, μιας και αυτές οι ταμπέλες είναι αντίστοιχα συναισθηματικό αντίβαρο στην αθωότητα που κουβαλάς. Και επειδή αυτή η αθωότητα δεν σε βοήθησε ποτέ και σε τίποτα, τη γυρνάς στα μπρούμυτα και την καβαλάς μέχρι να σκάσει. Τότε παίρνεις το ρόλο του παράξενου ή το ρόλο του ξένου. Εκτός κι αν τα κάνεις και τα δύο ταυτόχρονα, κάτι που στην νεοελληνική ονομάζεται προσωπειακή παρτούζα.
Τι είναι αυτό όμως που στέκεται εμπόδιο στο να αγαπήσεις και να αγαπηθείς εξίσου; Γιατί ο ρομαντισμός μοιάζει ξένος και όταν τον πλησιάζεις με κάποιον τρόπο, ο αποδέκτης αυτού τον ονομάζει παράξενο; Είναι ο συντηρητισμός που διογκώνεται με γεωμετρική πρόοδο; Είναι οι δεκαετίες και ο πολιτισμός που κτίζουν, που δεν επιτρέπουν σε κανέναν να διεκδικήσει, αλλά πολύ περισσότερο να διεκδικηθεί; Είναι η μουσική που βγαίνει από τους υπολογιστές; Είναι η κρυμμένη αθωότητα που έχει πνιγεί από τις ταμπέλες ή μήπως είναι τελικά η φανερή πονηράδα που δικαιολογεί ίσως για πρώτη φορά στην ιστορία των θεμάτων της καρδιάς τον όρο “Παρθενογένεση”;
Θυμάμαι από την προηγούμενή μου ζωή πως η αγάπη ήταν αθώα. Το ίδιο και το μίσος, η εγκυμοσύνη, η επανάσταση, η μουσική, η θέση, η αντίθεση, η χαρά και η θλίψη. Θυμάμαι τη στιγμή που μέθυσα παρέα με τον Jim και εκείνος ξάπλωσε στον καρπό μου για να μου πει την ιστορία του κι εγώ νευρίασα και του έσπασα τη μποτίλια με το αλκοόλ στο κεφάλι. Κι ένας ή πολλοί Θεοί ξέρουν πόση ανάγκη είχα τη μποτίλια. Θυμάμαι ότι το τραγούδι δε φτιαχνόταν από ανθρώπους του ωδείου, αλλά από ανθρώπους που έμοιαζαν ξένοι, ενώ στην πραγματικότητα ήταν απλά παράξενοι. Θυμάμαι ότι η γύμνια ήταν αντίσταση, αλλά σε καμία περίπτωση δεν αντιστεκόσουν γυμνός. Θυμάμαι τον εαυτό μου ξένο σε πόλεις και αλάνες, προσπαθώντας να μάθω για την αγάπη. Τον θυμάμαι όμως και παράξενο, ζώντας την. Θυμάμαι τα ξένα και τα παράξενα με μια βασική διαφορά – τότε δεν είχαν τις ταμπέλες που βάζω σε αυτό το γραφτό, τούτη τη στιγμή που τα θυμάμαι.
Τελικά, ίσως και να μην μπορείς να αγαπήσεις και να αγαπηθείς όσο επιτρέπεις στον εαυτό σου να είσαι ξένος ή παράξενος στα μάτια των ανθρώπων και στα μάτια του Θεού. Και ιδιαίτερα όταν επιτρέπεις στον Θεό που ελπίζεις να το κάνει για σένα γιατί δεν έχεις τα κότσια να το σταματήσεις. Κι αν η αθωότητά σου είναι όντως πνιγμένη και δεν σώζεται ούτε με μπρατσάκια, sorry, αλλά είσαι για τα μπάζα.
Δεν ξέρω ποιο ήταν το μυστικό του Jim, που τον έκανε τόσο ξένο και τόσο παράξενο σε μια εποχή που αυτοί οι όροι δεν ήταν ακόμα δόκιμοι. Θα μου πεις όμως, αν ήξερα την απάντηση, δεν θα του είχα σπάσει τη μποτίλια στο κεφάλι. Τουλάχιστον ξέρω ότι η προσπάθεια για την αγάπη και την αποδοχή μπορεί να σε κάνει οτιδήποτε. Τα λιγότερα από δαύτα είναι ξένο και παράξενο. Κι αν δεν ταιριάζεις στην εποχή σου, δεν τρέχει και τίποτα. Έζησες και σε άλλες εποχές, κάνε μια τσάρκα και κάτι θα βρεις ως ο παράξενος που τον περνούν για ξένο. Οι πόρτες του παρελθόντος και του μέλλοντος, άλλωστε, είναι στην πραγματικότητα μία. Και μάλιστα περιστρεφόμενη. Σαν την αγάπη.

(Για την δεκαετία του 60’. Για τον Jim Morrison. Για την Janis Joplin. Για τον Martin Luther King. Για το κίνημα της νεολαίας. Για αυτά που ειπώθηκαν. Για αυτά που δεν πρόλαβαν να ειπωθούν και έμειναν επτασφράγιστα για άλλα στόματα. Για όσους γεννήθηκαν μετά και τα υπέγραψαν και για όσους πέθαναν νωρίτερα και τα οραματίστηκαν.)

Δευτέρα 20 Σεπτεμβρίου 2010

Drama Kings, Drama Queens.


Αυτές οι ισημερίες κάνουν τον μέσο ανθρώπινο εγκέφαλο να παθαίνει αναφυλαξία και μάλιστα στο πλαστικό του μέρος, αυτό που δεν χρησιμοποιείται και, ως αποτέλεσμα, δεν καίγεται. Γιατί με τις ισημερίες έρχονται αλλαγές. Και με τις αλλαγές έρχονται τα φούτερ. Οι καφέδες στην Καρύτση. Οι υπερωρίες. Τα ταιριάσματα. Οι χωρισμοί. Η αραιότερη χρήση αποσμητικού (που όμως έχει ως αποτέλεσμα τη λιγότερη δυσοσμία στα μέσα μεταφοράς λόγω κρύου – ειρωνεία;). Η ρουτίνα. Ακόμα και η διαπίστωση ότι η λεπτή, μπρούτζινη γραμμή που χωρίζει το μαυρισμένο σου δέρμα από την λευκή τσόντα στην περιοχή των απόκρυφων θα ξεκινήσει να πέφτει θύμα τους. Ποιος θα το περίμενε ότι ακόμα και η ηλιοθεραπεία είναι φαλλοκρατική υπόθεση;

Οι ίδιες αυτές αλλαγές προκαλούν μιζέρια. Ο λόγος; Μα, είναι απλό. Η ανθρώπινη ράτσα αποτελείται από drama kings και drama queens. Αν κάτι δεν πηγαίνει καλά, το ρίχνεις στο ξενύχτι και στο ποτό. Αν κάτι οδεύει στο να μην πάει καλά, το ρίχνεις στο ξενύχτι και στο ποτό. Αν κάτι ακολουθεί το δρόμο της ευημερίας και της επιτυχίας, το ρίχνεις στο ξενύχτι και στο ποτό. Αν θεωρείς πως η ρουτίνα σου, σου τρώει τα σωθικά, σου ξεζουμίζει την δημιουργικότητα και σε πετάει στον τοίχο σαν μισοβρασμένο μακαρόνι μέχρι να κολλήσεις, το ρίχνεις στο ξενύχτι και στο ποτό. Αν έρχεται η πολυπόθητη αλλαγή, η οποία θα σε ταρακουνήσει σαν τα μποφόρ στο Κάβο Ντόρο, το ρίχνεις στο ξενύχτι και στο ποτό. Τελικά, ποια αλλαγή και ποιο δεδομένο φέρνει την ευδαιμονία; Περιστασιακά και για να γίνεται κουβέντα, το ξενύχτι και το ποτό.

Αν υπάρχει μια συμπαντική αλήθεια για τις θεμιτές αλλαγές, αυτή ακούει στο “ευσεβής πόθος”. Γιατί κανείς δεν μπορεί να ανακαλέσει το απόφθεγμα ότι κάθε τι που θέλεις πολύ, το φοβάσαι όπως η σερβιέτα την περίοδο. Οι ευσεβείς μας πόθοι άλλωστε είναι όλα τα ενοχικά σύνδρομα που κουβαλάμε από τον πλακούντα. Τη στιγμή λοιπόν που η αλλαγή έρχεται, τη θες. Τη φοβάσαι. Την αφήνεις να σε λερώσει. Και όταν γίνει, το ρίχνεις στο ξενύχτι και στο ποτό. Όχι τίποτα άλλο, αλλά για να δικαιολογήσεις της Ρίτας το ρητό “Ιστορία μου, αμαρτία μου, πάθος μου μεγάλο” και να τα χρεώσεις όλα στον πλακούντα της μαμάς, μιας και δεν είσαι άξιος ή άξια να πάρεις την ευθύνη πάνω σου. Και μιλάμε για θεμιτές αλλαγές, ας μην ανοίξουμε το σεντούκι με τις ανεπιθύμητες.

Οι θεμιτές αλλαγές είναι τόσο θεμιτές σε περίοδο ισημερίας, όσο και η στύση μέσα σε μια κατάμεστη πλαζ – τη φχαριστιέσαι, αλλά ενοχικά. Ξέρεις ότι πρέπει να βγεις, αλλά δεν μπορείς, την ίδια στιγμή που θα ήθελες να σε δει ο κόσμος με το ηθικό υπερυψωμένο, χωρίς όμως να το θεωρήσει ούτε για μια στιγμή ντροπή. Και το πόρισμα που βγάζεις είναι φυσικά ένα και μοναδικό: “Μήπως τελικά για τον καθένα είναι όλοι οι υπόλοιποι drama queens, εκτός από τον εαυτό του;”. Πριν προλάβεις όμως να το ξεστομίσεις, ξεροκαταπίνεις, φοράς τα καλά σου, ‘βγαίνεις από τη θάλασσα’ και βρίσκεις τη λύση – ξενύχτι και ποτό.

Παρασκευή 27 Αυγούστου 2010

Δύο χοιρινές και μια σαλάτα.


Χτυπάει αλλά δεν το σηκώνεις. Μόλις έφαγες δύο χοιρινές και σαλάτα και τα χρησιμοποιείς για άλλοθι μέσα στο καταμεσήμερο, παρόλο που ξέρεις ότι ο δολοφόνος ξαναγυρνάει στον τόπο του εγκλήματος.
Ξαναχτυπάει ρε γαμώτο και πάνω που έλεγες να πάρεις έναν υπνάκο. Τι στο καλό; Ακόμα να τα χωνέψεις; Και αν είναι ανάγκη; Αν κάποιος έχει πάθει κάτι και η τελευταία του πνοή στηρίζεται στις δικές σου αποφάσεις; Αν το κακό που θα πάθεις με το να θυσιάσεις λίγα υπνόλεπτα είναι μηδαμινό απέναντι σε αυτό που θα πάθει ένα αγαπημένο πρόσωπο; Το βάζεις στο αθόρυβο.
Άκουγες τον τελευταίο δίσκο της Laura Marling γιατί σου αρέσει να πέφτεις και να γίνεσαι κουρέλι. Εσύ όμως αυτό έχεις επιλέξει να το βαφτίσεις ‘γλυκιά μελαγχολία’, οπότε δεν χαρίζεσαι σε κανέναν που υγραίνονται τα μάτια σου που και που και σου αρέσει. Ξέχασες όμως τα ηχεία του υπολογιστή ανοιχτά. Και μπορεί το κινητό σου να μην έχει πλέον φωνή, τα παράσιτα και ο θόρυβος όμως από τα μόνιτορ δίνουν ψυχή στο άψυχο αντικείμενο επικοινωνίας και δεν ξέρεις τι άλλο να κάνεις για να σε παρατήσουν για λίγο ήσυχο. Είπαμε, άκουγες κατάθλιψη.
Τα κλείνεις όλα. Κινητά και ακίνητα. Άψυχα και ζωντανά. Και πάνω που λες ότι ήρθε η ώρα να τα βρεις με τον εαυτό σου, δεν έχεις χρόνο. Για να είμαστε ειλικρινείς έχεις όλο τον χρόνο του σύμπαντος, αλλά ποιος ψυχαναγκαστικός παραδέχεται πως (κατά)πιέζει το μυαλό του και του αρέσει; Και τότε τα ανοίγεις ξανά όλα.
Απαντάς σε όλα. Δεν λες ποτέ γιατί και πώς και τι ώρα και κάτω από ποιες συνθήκες. Κανείς δεν πρέπει να ξέρει τι σκέφτεσαι και γιατί δεν το σήκωνες. Είναι δικό σου θέμα, όπως κάθε τι που σε απασχολεί.
Ετοιμάζεσαι στα γρήγορα, χασομεράς λίγο στην τουαλέτα, μιας και η τελευταία σου εμμονή είναι τα οδοντικό νήμα, βάζεις τις Von Dutch σαγιονάρες που πήρες σε μισή τιμή πριν χρόνια σε κοσμοπολίτικο νησί των Κυκλάδων και τρέχεις να προλάβεις το μετρό. Για οτιδήποτε βασικά, δεν έχει σημασία που θα βρεθείς και με ποιους. Άλλωστε, ποτέ δεν δήλωσες αντικοινωνικός στην ταυτότητα της ευρωπαϊκής ένωσης, έτσι δεν είναι;
Τρέχεις συνέχεια όταν δεν πρέπει, πνίγεις αλήθειες σε τηλεφωνικά χαμόγελα, θυσιάζεις χρόνο με τον εαυτό σου για την κοινωνική ισορροπία της πρωτεύουσας και καταναλώνεις όλες τις κιλοβατώρες ενέργειας που σου έδωσαν οι χοιρινές και η σαλάτα για τα πιο ανώδυνα και επιφανειακά πράγματα του κόσμου. Ειρωνεία;

Δευτέρα 16 Αυγούστου 2010

Αριζόνα.

Δώδεκα και ένα. Δώδεκα και δέκα. Δώδεκα και πενήντα εννιά. Γεωμετρική αύξηση του χρόνου άνευ γνωστής εξίσωσης, η οποία ανταποκρίνεται με μεγάλη ακρίβεια στη στασιμότητα ενός σώματος απέναντι στην όψη του ήλιου. Το καλοκαίρι έξω από το κέντρο, αλλά και πάλι τόσο κοντά του είναι σαν ξεγέλασμα στο trendy αντιηλιακό με χαμηλό δείκτη προστασίας και χρυσόσκονη για τους πιο τολμηρούς. Τέτοιο ξεγέλασμα μάλιστα, που το δέρμα πιάνει μάκα και άντε να βρεις κάτι πιο λιπαρό για να βγει.

Μία και πέντε. Μία και δώδεκα. Μία και σαράντα πέντε. Η έκθεση στην ακτινοβολία συνεχίζεται σαν μια εκνευριστική σφίγγα στην λεία επιφάνεια νερωμένης αυλής. Δεν τα παρατάει μέχρι να δροσιστεί για τα καλά. Και όταν χορτάσει, θα πάει μια βόλτα να βγάλει το δηλητήριό της μέσα σε μερικά σώματα που λιάζονται λίγο παραπέρα και την επόμενη μέρα θα επιστρέψει για τη δόση της. Έχεις αναρωτηθεί άραγε γιατί τα έντομα είναι οι μεγαλύτεροι ναρκωμανείς του πλανήτη;

Δύο και τρία. Δύο και είκοσι. Δύο και τριάντα πέντε. Το σώμα παράγει πολλές ποσότητες ιδρώτα, η μελανίνη αναλαμβάνει τη σκυτάλη και το νερό σβήνει τις υπερβολικές δόσεις και από τα δύο. Είναι η ώρα που ο κόσμος γύρω σου είναι περισσότερος. Είναι η ώρα που ο ήλιος γίνεται κακός και ύπουλος στα ανυπεράσπιστα κορμιά. Είναι η ώρα που το στομάχι θα πέθαινε για μια παγωμένη μπύρα και μια μακαρονάδα. Είναι η ώρα που οι ορμόνες βαράνε κόκκινο και άντε να γυρίσεις ανάσκελα. Αλλά, όπως λέει κι ο φίλος μου ο Τομ, ας μην ανοίξουμε το φερμουάρ αυτού του παντελονιού.

Τρεις και τέταρτο. Τρεις και εικοσιπέντε. Τρεις και μισή. Μάλλον η κούραση διαδέχεται σιγά-σιγά την απόλαυση και η ζυγαριά αρχίζει και γέρνει πλαγίως. Ο ιδρώτας έχει ποτίσει τον βράχο που κάθεσαι και κοντεύει να γεννήσει βρύα από κύτταρα ανθρώπινου δέρματος. Η μελανίνη τα έχει παρατήσει, μιας και λειτουργεί πλέον σαν το τσιγαρισμένο λάδι που περιμένει την ντομάτα για να το σβήσει, ενώ η φαντασίωση για παγωμένη μπύρα και μακαρονάδα μπορεί πλέον να ταυτιστεί με την ανάγκη του νεκρού για μια δεύτερη ζωή.

Τέσσερις και δύο. Τέσσερις και έντεκα. Τέσσερις και δεκαεννιά. Είναι οι αποστάσεις των λεπτών μέχρι να σηκωθείς, να ετοιμαστείς και να πας στο αυτοκίνητο.

Τέσσερις και εικοσιεπτά. Είναι τα οχτώ λεπτά μέχρι να καταφέρει το σωτήριο κλιματιστικό να σε κάνει να πάρεις ανάσα και να βρεις το κουράγιο να πιάσεις το τιμόνι, ώστε να μην σου καίει την αλατισμένη παλάμη.

Πέντε και κάτι. Το κέντρο είναι Αριζόνα. Μεγάλοι δρόμοι, άδειοι, με νωπή άσφαλτο που ξερνάει ατμούς στην άκρη του ματιού, σαν να είναι έτοιμη να τηγανίσει αβγά με πατάτες. Και ένας από τους δρόμους αυτούς είναι ο δρόμος που θα σε πάει σπίτι.

Πέντε και μισή. Είμαστε τόσο μαζώχες τελικά, που περνάμε τα πάνδεινα για ένα μπάνιο; Ή ευλογημένοι που ζούμε σε μια πόλη που απλόχερα προσφέρει τα πάντα;

Τρίτη 20 Ιουλίου 2010

Η αγάπη είναι γένους Κριαλή.


Είναι εκμαυλιστικό να αγαπάς όπως ο άνθρωπος που σε γέννησε. Δεν είναι κατακριτέο, αλλά γονιδιακά κακό. Δεν είναι τρομοκρατικό, αλλά καμιά φορά σε κάνει να χαλαρώνεις και να αερίζεσαι από ενοχές. Δεν είναι ντροπιαστικό, αλλά δεν είσαι και πολύ περήφανος που συμβαίνει, ακόμα κι αν δεν έχεις αρχίσει να μεγαλώνεις βυζιά ή να κατεβάζεις περίοδο. Είναι γνήσια εκμαυλιστικό. Σε διαφθείρει, σε παρασύρει, σε βγάζει έξω από το πετσί σου, σε γονατίζει και σε χώνει τόσο χαμηλά στις τάξεις των ψυχικών σου αναζητήσεων, που δεν έχεις και μεγάλη ιδέα για τον εαυτό σου. Έτσι ξαφνικά και μια για πάντα.
Ακόμα κι αν η φαλοκρατική σου φύση έχει αρκετή τεστοστερόνη για να το αποτρέψει από το να συμβαίνει, είναι αυτά τα άτιμα οιστρογόνα που κάνουν το αθώο κατά γενική ομολογία σύμπλεγμα οιδιπόδειο να μοιάζει με την κατάρα της μούμιας. Σε κυνηγάει όπου κι αν πας, όποτε κι αν δεν το έχεις υπολογίσει, με όποιον άνθρωπο κι αν δεθείς με υποσχέσεις αγάπης. Και δεν μιλάω μόνο για τις (υπο)σχέσεις που οδηγούν στο κρεβάτι.
Τι συμβαίνει λοιπόν όταν πείσεις τον εαυτό σου για αυτό; Τι συμβαίνει όταν όλο το σύμπαν συνωμοτεί, όχι για να βρεις το ρετιρέ και τη δουλειά των ονείρων σου, αλλά για να σφηνώσεις στο κούφιο μυαλουδάκι σου πως αγαπάς με τον ίδιο και απαράλλαχτο τρόπο που έμαθες μέχρι και λίγα λεπτά πριν κοπεί ο ομφάλιος λώρος; Και μάλιστα όχι αυτός που διαθέτει αιμορραγία, ο άλλος, αυτός που γίνεται λίγο πριν πάρεις τηλέφωνο τη φορτωτική για μετακόμιση. Εδώ είναι το μεγάλο ερώτημα!
Η απάντηση βρίσκεται στο déjà vu. Μπορεί ο όρος να μην είναι δόκιμος και το Matrix να τον έχει προλάβει, αλλά δεν υπάρχει καλύτερη αντιστοιχία. Έχεις μάθει να αγαπάς έτσι όπως σε έχει προγραμματίσει μια συνέχεια καταστάσεων. Υποβάλλεις και ανθυποβάλλεις το μυαλό να κάνει βουτιές με μπουκάλα οξυγόνου σε όλα όσα έχεις μάθει να είναι κίνητρα αγάπης για αυτούς που σε μεγάλωσαν, κάτι που μπορεί να γίνει εξαιρετικά επικίνδυνο σε περίπτωση που το βάθος είναι μεγάλο. Γιατί από οξυγόνο μπορεί να τα πηγαίνεις καλά. Τι γίνεται όμως με την πίεση; Κι αν σκάσεις; Αν δεν το αντέξεις; Και το χειρότερο: αν δεν μπορέσεις ποτέ να το αλλάξεις; Θα κάνεις βουτιές μέχρι να σκάσεις ή θα επιλέξεις να τη βγάζεις στο βότσαλο με μπύρα και Carotene;
Η αγάπη που έχεις να προσφέρεις στον κόσμο είναι του γένους που σε κουβαλάει τόσα χρόνια. Γιατί, είτε το θες είτε όχι, σε κουβαλάει ακόμα. Είναι πιεστική, είναι αδιάφορη, είναι εκκεντρική, είναι αλανιάρα, είναι αλήτισσα, είναι παραδοσιακή, είναι μπροστάρα, είναι δειλή, είναι περιποιητική, είναι εκμαυλιστική. Και το χειρότερο; Σου αρέσει.
Αγαπητό γένος Κριαλή, ειλικρινά δικός σου.

(Για τη Señora Κούλα).

Δεν είναι για χόρταση μεγάλε, cool.


Με λένε τάδε και μου αρέσει να το παίζω ταξιδιάρης. Με λένε τάδε και είμαι κυνικός γιατί έτσι μου αρέσει. Με λένε τάδε και είμαι κάτι λιγότερο από καλά. Γιατί αν ήμουν καλά, ίσως να μην ήμουν τόσο κυνικός. Αλλά ίσως να ήμουν περισσότερο ταξιδιάρης. Τέλος πάντων... Με λένε τάδε και αυτό το λίγο απ' όλα που ζητάω δεν είναι και τόσο πολύ για να μην το έχω. Με λένε τάδε και ταξιδεύω για να το ανακαλύψω. Με λένε τάδε και ίσως δεν είμαι και τόσο κυνικός τελικά.
Κανείς δεν θέλει να ξέρει πως είναι να ταξιδεύεις στην Κούλουρη (κάπως πρέπει να το βαφτίσω). Δεν θέλει, το τονίζω. Όχι ότι δεν μπορεί ή δεν το γνωρίζει. Οι καιροί μας δεν σηκώνουν τους αδαείς. Καμιά φορά πρέπει να κρατάμε σακούλες σε κάποια γωνιά του αποθηκευτικού μας χώρου, εκεί που το θεωρούμε άχρηστο το μέρος και δύσκολα μπορεί κάποιος να τα κάνει μαντάρα. Δεν είναι και κάτι τρομερό δα. Λίγα κολπάκια έντεχνου εντυπωσιασμού σε έναν κόσμο υπαρκτό και ανύπαρκτο ταυτόχρονα, καθώς και λίγες ευκαταφρόνητες ποσότητες καθημερινής απογοήτευσης με σως από χύμα ευρώ στην τσέπη. Όλα είναι αρκετά ώστε να μας επαναφέρουν μετά το ταξίδι στην κατάσταση που μας γουστάρουμε. Δημιουργούμε διαλόγους, περιβάλλοντα, σπίτια, έρωτες, εμάς τους ίδιους, όπως μας έχουμε ανάγκη την εκάστοτε φορά. Και είναι τόσο γελοίο να αλλάξουμε κάτι αν δεν βολεύει – όλα λειτουργούν στις υπηρεσίες μας.
Πολλοί ενήλικες (τα παιδιά δεν έχουν τέτοιες ανάγκες) αρνούνται να το δεχτούν. Οι πεσιμιστές, οι καριερίστες, οι νάρκισσοι, οι έχοντες την εξουσία και πολλοί άλλοι διαφόρων χαρακτηρισμών δεν μπλέκουν με τέτοιες ουτοπίες. Προτιμούν να ζουν την αληθοφανή τους ουτοπία το κάθε εικοσιτετράωρο και να εμμένουν στο moto του 'κάθε μέρα, ίδια μέρα', ξεγελώντας τον εαυτό τους με την δεδομένη, τσιρκίστική τους ευτυχία. Πάρτε κάνα prozac, ούτε οι πρώτοι θα είστε ούτε οι τελευταίοι πια. Κι εμείς, οι άλλοι, με τέτοια τη βγάζουμε καθαροί.
Όλα είναι στο μυαλό. Τα λεφτά, οι ανάγκες, το σεξ, η ανωμαλία, η αισιοδοξία, η δουλειά, οι μυρωδιές, οι κινήσεις του σώματος, οι εικόνες που συγκρατούν ή αποβάλουν τα μάτια, οι εικόνες του ύπνου, οι εικόνες του εαυτού μας, τα 'θέλω' και τα 'δεν θέλω', τα 'είμαι' και τα 'δεν είμαι'. Αν λοιπόν θέλει κάποιος να γίνει ευτυχισμένος στο μυαλό και την συνείδηση, θα βρει και τον δρόμο για την Κούλουρη (αποτυχία τα βαφτίσια).
Φυσικά, ακόμα κι εκεί πρέπει να υπάρχει οριοθέτηση. Ένα ταξίδι στην Κούλουρη θα πρέπει να γίνεται κάθε φορά πολύ ξεχωριστό. Αν την επισκεπτόμαστε συχνά ή μένουμε για πολλές ώρες εκεί, υπάρχει μεγάλος κίνδυνος υπερφόρτωσης. Η δοσολογία πρέπει να είναι ελεγχόμενη. Καλό θα είναι λοιπόν να υπάρχει εκ των πραγμάτων μια ταμπέλα πάνω από την πύλη της εισόδου που να γράφει: "Δεν είναι για χόρταση μεγάλε, cool". Κανείς δεν θα ήθελε να μετατρέψει την θεραπεία του σε τρόπο ζωής – είμαστε μεγάλα παιδιά πλέον για ψεύτικους κόσμους και φανταστικούς φίλους. Το ξαναείπα όμως αυτό, έτσι δεν είναι;

Μαμά, ξέρεις τι θα γίνω όταν μεγαλώσω;


- Μαμά τι είναι όλα αυτά που γίνονται εκεί που τρώμε παγωτό κάθε Κυριακή;
- Τίποτα μωρό μου, διάβασε εσύ. Έκανες την αριθμητική σου;
- Ναι μαμά, αυτή κάνω τώρα, έχω δύο ασκήσεις. Μα μαμά, τι γίνεται όμως εκεί; Και γιατί βάζουν καπνό μπροστά από τις κάμερες; Αφού δεν τραγουδάει κανείς.
- Δεν είναι τίποτα αγάπη μου. Έχει μαζευτεί κόσμος να διαμαρτυρηθεί για πράγματα που οι πολιτικοί, αυτοί με τα κοστούμια που μιλούν στην τηλεόραση, προσπαθούν να λύσουν. Αλλά εσύ δεν έχεις λόγο να ανησυχείς, εσύ θα γίνεις οικονομολόγος και θα τα λύσεις όλα! Έτσι δεν είναι;
- Ε ναι βρε μαμά, αφού τα έχουμε πει. Αυτό που είχα πάντα σαν απορία…
- Όχι «σαν απορία» μωρό μου, «ως απορία». Έτσι δεν είναι;
- Α ναι, έχεις δίκιο. Αυτό που πάντα είχα ως απορία είναι ο λόγος που πάντα γίνονται εκλογές, αφού πάντα κερδίζουν οι ίδιοι με την προ-προηγούμενη φορά και μάλιστα χαλάνε πολλά λεφτά για να μοιράσουν χαρτιά για να τους ψηφίσουμε και γεμίζουν οι πλατείες από αυτά και μετά περνάνε μέρες που δεν τα μαζεύουν και δεν μπορούμε να παίξουμε μπάλα. Οι εκλογές μαμά είναι σαν τα πρωταθληματάκια που παίζουμε στο προαύλιο στο σχολείο και οι δύο αρχηγοί διαλέγουν μια ο ένας και μια ο άλλος τα παιδιά για τις ομάδες τους και εγώ βέβαια είμαι πάντα στις δύο πρώτες επιλογές τους, ανάλογα με το αν διαλέγει ο Δημήτρης ή ο Νίκος γιατί αν διαλέγει ο Δημήτρης είμαι πρώτος, ενώ αν διαλέγει ο Νίκος είμαι ο δεύτερος. Εναλλάξ δεν πάει;
- (γέλια) Ε μωρό μου, έτσι είναι τα πράγματα στην Ελλάδα. Θα τα δεις κι εσύ όταν μεγαλώσεις. Αλλά εσύ θα κάθεσαι στο μεγάλο γραφείο σου και θα έχεις υπαλλήλους και δεν θα έχεις καμία σχέση με αυτούς. Μην ανησυχείς!
- Ναι, ναι… Και μαμά έχω και άλλη μια απορία.
- Τι είναι μωρό μου; Πες μου γρήγορα για να πάω να ανακατέψω και τα μακαρόνια.
- Μου κάνει εντύπωση που η φίλη μου η Αντωνία πήγε για διακοπές το Πάσχα στην Αγγλία και μου είπε ότι ήταν όλα πολύ φτηνότερα από εδώ. Να φανταστείς, λέει, πήρε τα αγαπημένα της μπισκότα με το μαύρο απ’έξω και το άσπρο από μέσα μόνο 96 λεπτά. Εσύ μαμά τα παίρνεις ένα ευρώ και 37 λεπτά.
- Και που ξέρεις εσύ πόσο τα παίρνω εγώ από το σούπερ-μάρκετ;
- Μαμά ξεχνάς το αυτοκόλλητο με την τιμή πάνω, κάθε φορά.
- Ναι, μπορεί...
- Γιατί λοιπόν μαμά;
- Δεν ξέρω βρε μωρό μου, που να ξέρω; Μισό λεπτό να ανακατέψω τα μακαρόνια...
(μετά από λίγα λεπτά)
- Μαμά, πόσο κάνει ένα δωμάτιο σε ένα ξενοδοχείο στο Παρίσι;
- Τι έχεις πάθει βρε παιδάκι μου με όλα αυτά; Κάνε την αριθμητική σου.
- Ε πες μου μαμά, έλα...
- Δεν ξέρω. Υποθέτω ότι κάνει όσο και ένα καλό δωμάτιο στην Αθήνα. 200, 250 ευρώ.
- Δεν γίνεται αυτό βρε μαμά. Αυτός ο πολιτικός που έλεγε τώρα στην τηλεόραση χάλασε χιλιάδες ευρώ για να μείνει στο Παρίσι για λίγες μέρες και έμεινε σε ξενοδοχείο σαν κι αυτό που βλέπουμε κάθε Κυριακή εκεί που τρώμε παγωτό, εκεί που είναι μαζεμένος ο κόσμος. Τόσο ακριβά είναι εκεί στο Παρίσι;
- Μπορεί και να είναι μωρό μου, δεν έχω πάει ποτέ. Μπας και με έχει πάει πουθενά ο ακαμάτης ο πατέρας σου; Εσύ όμως είπαμε ότι θα γίνεις διάσημος οικονομολόγος και θα έχεις τα λεφτά να μένεις σε μεγάλα κι ακριβά ξενοδοχεία σαν κι αυτό, έτσι δεν είναι;
- Ναι, μάλλον...
- Α μαμά δεν σου είπα. Σήμερα ήρθε στο σχολείο η κυρία Υπουργός Παιδείας για να της κάνουν ξενάγηση στο σχολείο, στο είπα;
- Ε τα καλύτερα δεν μου λες βρε πουλάκι μου. Για πες, ήταν τόσο συμπαθής όσο και στην τηλεόραση;
- Ναι μαμά, ήταν πολύ καλή. Και μάλιστα είπε ότι θα κάνει τα πάντα για να βοηθήσει τα παιδιά σαν κι εμάς να γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι όταν μεγαλώσουμε. Και νομίζω ότι όταν το έλεγε με κοίταξε κιόλας μαμά, αλήθεια!
- Μπράβο το παλικάρι μου, έτσι μπράβο! Και τι άλλο είπε;
- Α, τίποτα άλλο. Τα υπόλοιπα τα είπε στους καθηγητές και τα συζητάγανε στο διάλειμμα. Εγώ κρυφάκουγα βέβαια.
- Δεν είναι σωστά πράγματα αυτά μικρέ, μην το ξανακάνεις. Τι ακριβώς λέγανε;
- Λέγανε ότι η υπουργός δεν έχει το παιδί της σε Δημόσιο Σχολείο και ότι μάλλον αυτό συμβαίνει γιατί δεν το εμπιστεύεται το Δημόσιο Σχολείο. Και ότι έχει πολλά λεφτά για να το κάνει αυτό. Μα καλά βρε μαμά, έχουν όλοι αυτοί με τα κοστούμια και όλες αυτές με τα ταγέρ τόσα λεφτά;
- Έχουν μωρό μου, έχουν.
- Βρε μαμά, γιατί να αναλύω τα οικονομικά όταν μεγαλώσω από τη στιγμή που μπορώ να τα διαχειρίζομαι;
- Τι εννοείς μικρό μου;
- Δεν θα γίνω οικονομολόγος όταν μεγαλώσω μαμά. Πολιτικός θα γίνω. Αμέ!