Πέμπτη 28 Ιουλίου 2011

27 και κάτι.


Πέρασα τα 27 σε μια άλλη ζωή, αλλά δεν κατάφερα να τα ξεπεράσω. Τελικά, το ρητό του Bobby με επηρέασε πολύ («Γιατί δεν πίνεις όλο το μπέρμπον σου Janis; Άλλα παιδάκια δεν έχουν να πιουν τίποτα»). Και το ακολούθησα πιστά σε όλο μου το βιος. Αυτό βέβαια μου στοίχισε πολλά πράγματα, όπως βόλτες στο δέλτα του Μισσισσιππή, μασκαρέματα στο Mardi Gras, σφηνάκια που τα προόριζαν για μένα, τραγούδια που έγραφαν για την αφεντιά μου και τελικά τα είπαν άλλοι, φίλους που μπορεί και να είχα κάνει, θεούς που μπορεί και να είχα προσκυνήσει. Δεν μετανιώνω για τίποτα.

Σε όλα αυτά είχα παρέα. Πολύς κόσμος έφυγε νωρίς και κοντά σε μένα κατάφερε να έχει τις ίδιες σκέψεις αργότερα. Καθώς τα έπινα κάπου μεταξύ Παραδείσου και κολάσεως (είναι πιο ενδιαφέρον το ενδιάμεσο, παραδέξου το), κάνα μήνα αφού ξεψύχησα, με μια σολ που παραλίγο να γίνει σολ δίεση, αλλά δεν είχα δυνάμεις για να φτάσω εκεί, εμφανίστηκε ομπρός μου ο φίλος μου ο Jimi. Τα έχασα και χαμογέλασα, σαν να το φχαριστιόμουν που άφησε τα επίγεια. Μην με κατηγορήσετε, αλλά χάρηκα λίγο, είναι αλήθεια. Είχα βαρεθεί μονάχος στα ψηλά πατώματα και ήθελα λίγη συντροφιά.

Με τον Jimi περάσαμε ωραίες στιγμές μαζί. Και πριν και μετά. Κι οι Θεοί που πιστεύετε, όλοι μαζεμένοι, μας είχαν στα όπα-όπα. Τους τραγουδούσαμε και μας κερνούσαν κοκτέιλ αμβροσίας με μπέρμπον από σκόνη σύγνεφου, μας τάιζαν λόγια και βότανα που έκαναν τις φωνές μας αγνώριστες και μας έλουζαν με υγρά που άνθρωπος δεν έχει ξαναδεί. Αν το ήξερα, μπορεί να επιδίωκα να φύγω νωρίτερα κιόλα.

Δεν προλάβαμε να βαρεθούμε και τσουπ, σκάει μύτη κι ο Jim. Λίγο βαριεστημένος και ποζεράς, αλλά αγάπα τους φίλους σου με τα ελαττώματά τους. Ε, αυτό κάναμε κι εμείς. Τον υποδεχτήκαμε με χαρά και τον βάλαμε στο ουράνιο ensemble που είχαμε κάνει, αλλά όχι πρώτη φωνή, τον αφήσαμε να ψηθεί λίγο. Άλλωστε, κι οι Θεοί ήταν λίγο προκατειλημμένοι μαζί του, μιας και δεν ήξεραν τι κουμάς ήταν. Εμείς τον είχαμε ζήσει και στα ισόγεια και είχαμε πιει μερικές μπύρες μαζί, οπότε ξέραμε ότι θα κολλήσει με το team. Εκείνος βέβαια νόμιζε ότι τον σνομπάραμε και ότι εγώ του κρατούσα ακόμα κακία από τότε που του είχα σπάσει την μποτίλια στο κεφάλι, αλλά μετά κατάλαβε την τακτική των ουρανών και ηρέμησε. Ευτυχώς, τα βρήκαμε σύντομα και οργανώσαμε και τις φωνές. Για να μην κουραζόμαστε, κάναμε βάρδιες. Ένας είχε ρεπό, ένας πρώτη φωνή κι ένας δεύτερη. Και όλοι ήταν ευχαριστημένοι – Θεοί κι άνθρωποι.

Τότε όμως ήταν μόνο 1971 και πέρναγαν τα χρόνια κι οι δεκαετίες και θέλαμε ανανέωση και παρέα. Κανείς όμως δεν μας σκεφτόταν. Τα είχαμε παρατήσει και με το τραγούδι, μιας και οι Θεοί μας βαρέθηκαν και το έσκαγαν για κάνα επίγειο νταλαβέρι πού και πού. Ήταν τότε που το είχαμε ρίξει στην υγιεινή διατροφή και λέγαμε ότι τελειώσανε τα ψωμιά μας και ότι δεν έχουμε άλλα περιθώρια για ρέκλα, αλκοόλ και τραγούδι. Ήταν τότε που μας είχε πιάσει κατάθλιψη, κι εμάς και τους Θεούς.

Ήταν το 1994, λοιπόν, που άνοιξε την πόρτα ένας ξανθός μορφονιός με βαρύτονη φωνή από γρέζι και μουρμουρούσε τα δικά του. Εγώ, κρυφά και χωρίς να το καταλάβω, τον ψιλοερωτεύτηκα. Άλλωστε, είχα καιρό να δω καινούργιο κόσμο στην καλλιτεχνική ομάδα του σιναφιού μας και μου φάνηκε δικός μας. Τον λέγανε Kurt και μας έριξε την ψυχολογία με αυτά που τραγουδούσε. Για έναν περίεργο λόγο όμως, κατάφερε να κάνει τράκα από την ψυχολογία των Θεών και να τους φέρει πάλι στα δικά μας τα μέρη, μιας κι αυτοί είχαν βαρεθεί τόσες δεκαετίες να κατεβαίνουν κάθε λίγο και λιγάκι στις αλάνες για τα διάφορα φεστιβάλ. Άσε που η μουσική είχε αλλάξει και δεν τους άρεσε, ενώ οι περισσότερες πύλες ανάμεσα σε Γη και Ουρανό είχαν κλείσει, όπως και οι καρδιές των ανθρώπων.

Καταστρώσαμε σχέδιο οι παλιότεροι και βάλαμε τον Kurt να μουρμουράει τα δικά του και να προσελκύει τους άλλους, τους μεγάλους. Εμείς μπαίναμε σφήνα και λέγαμε κάνα δικό μας, ενώ στα μεγάλα ντέρτια κάναμε και καμιά διασκευή από αυτά που άκουγαν όταν κατέβαιναν κάτω. Για τους Θεούς, όχι για εμάς, μη φανταστείς. Ευτυχώς που κι ο Kurt αποδείχτηκε δικό μας παιδί, μπήκε γρήγορα στο κλίμα και σιγά-σιγά κατάφερε να έχει και δικό του κοινό. Όχι μεγαλύτερο από το δικό μου φυσικά. Κανείς δεν το κατάφερε αυτό. Ένας είναι ο Janis.

Και πάλι ρε παιδί μου όμως, πέρασαν πολλά χρόνια και βαρεθήκανε οι Θεοί. Εμείς πάλι όχι, γιατί όσο μεγαλώναμε εκεί πάνω, τόσο ξεμωραίναμε. Δεν μπορούσαμε όμως να τους βλέπουμε να μας αφήνουν για τους γήινους, να κάνουν παρέα μαζί τους, να τους δίνουν εξουσία, να τους γράφουν τραγούδια και να ζουν στα σπίτια τους. Το πράγμα είχε προχωρήσει πολύ. Την τρομακτική ιδέα λοιπόν την είχε ο Kurt, αυτό του το αναγνωρίζω.

Ήταν ξημερώματα της 23ης Ιουλίου και είπαμε να ζητήσουμε άδεια από τους Θεούς για να κατέβουμε για μία φορά στη Γη, να δούμε τι γίνεται εκεί κάτω. Ξεκινήσαμε και φτάσαμε λίγο πριν να ανατείλει ο ήλιος. Φτάσαμε στο Λονδίνο, προχωρήσαμε προς την Camden Square, σταθήκαμε στο δέντρο απέναντι από μια υπέροχη έπαυλη, προσπαθώντας να αποσπάσουμε ήχους και κινήσεις. Η τύπισσα ήταν 27 και κάτι, ακριβώς αυτό που ψάχναμε, με αιθέρια φωνή, ψυχή ταλαντευόμενη ανάμεσα στο θνητό και το μακάβριο, σώμα από εύπλαστο πηλό και βλέμμα γεμάτο πόνο.

Περιμέναμε να δούμε ακριβώς σε ποιο δωμάτιο κοιμόταν. Όταν το ανακαλύψαμε, τρέξαμε προς αυτήν και προσπαθήσαμε να την πάρουμε μαζί μας. Ήταν πολύ δυνατή όμως και φώναζε με λυγμούς. Ευτυχώς, είχαμε φροντίσει να μην ακούγεται τίποτα. Όταν την αναγκάσαμε να ηρεμήσει με λίγα χαστούκια και μερικά σφηνάκια, της εξηγήσαμε την κατάσταση από το 1970 μέχρι και το 2011. Φάνηκε να συγκινείται. Σε κάποιο σημείο μάλιστα άρχισε να μουρμουράει ασυνάρτητα μερικές νότες και να μας απευθύνει το τραγούδι. Εμείς δεν ξέραμε γρι από αυτά που έλεγε, οπότε ήμασταν ανακόλουθοι, αλλά ήταν τόσο μεθυσμένη και φτιαγμένη με το πέρασμα της ώρας, που δεν πήρε πρέφα τίποτα.

Γύρω στο μεσημέρι, όντας κουρασμένοι, κάναμε μια τελευταία έκκληση για συμπαράσταση και της είπαμε ότι πρέπει να γυρίσουμε πίσω επειγόντως, γιατί οι Θεοί θα θυμώσουν. Άσε που είχαμε και παράσταση και θα τραγουδούσα πρώτη φωνή. Καλά την είχαν οι άλλοι τρεις, με το ρεπό του ο Kurt και δεύτερες φωνές οι άλλοι δύο. Τέλος πάντων, λεπτομέρειες… ήταν τότε, στις δικές μου σκέψεις, που η Amy σηκώθηκε, ήπιε μια τελευταία γουλιά, σνίφαρε και αναφώνησε: «Πάρτε με μαζί σας, κουράστηκα εδώ με τους ανθρώπους, θέλω να τραγουδάω και να κάνω φίλους, τίποτα άλλο». Την αρπάξαμε, μπήκαμε στην πρώτη πύλη που άνοιξε γύρω στις τρεις και κάτι το μεσημέρι και ήρθαμε πάνω.

Είναι τόσο καλό παιδί και τόσο χαρισματικό, που με το που φτάσαμε, πήρε την κιθάρα της, μας ζήτησε να κάτσουμε κάτω και να ξεκουραστούμε, ζήτησε από τους Θεούς συγνώμη για την αλλαγή του προγράμματος και ξεκίνησε να παίζει μερικά ακόρντα. Ήταν η πρώτη φορά που δάκρυσα μετά από δεκαετίες. Και σπανίως δακρύζω με φωνές άλλων. Και παρόλο που εμείς την πήραμε από τους θνητούς με το έτσι θέλω, δεν μετανιώνω για τίποτα. Άλλωστε, είμαστε μόλις πέντε, εσείς εκεί κάτω έχετε τόσο κόσμο να στηριχτείτε και να αγαπήσετε. Ή μήπως όχι;

Παρασκευή 10 Ιουνίου 2011

Ο παππούς ο Benjamin.


Η απόσταση από ένα μωρό που δεν μιλάει και βγάζει κραυγές μέχρι έναν ηλικιωμένο που επίσης δεν μπορεί να μιλήσει και βγάζει θορύβους από το στόμα του είναι μηδαμινή και τεράστια. Τεράστια στην ουσία, μηδαμινή στην πεμπτουσία. Και όταν τα ζεις ταυτόχρονα, μπαίνεις ασυναίσθητα στη διαδικασία να ανεβοκατέβεις δεκαετίες που συνθέτουν γεωμετρικά έναν δύσκολο αιώνα, παίρνοντας τα καλύτερα από τους κόσμους της ίδιας κλωστής. Δύο ζωές με την ίδια βιτρίνα, αλλά τόσο διαφορετικό περιεχόμενο. Δύο πλάσματα του ίδιου Θεού - κατώτερου ή ανώτερου, δεν έχει σημασία, μη σκας – που παιδεύονται να μάθουν ή να ξεχάσουν, ανάλογα με την άκρη της κλωστής. Κι ενώ εσύ έχεις ματώσει το ακαμάτικο το μυαλό σου να βγάλει μια άκρη για το γαμημένο το μυστήριο της ζωής, η κλωστή ταλαντεύεται μοναχή της σαν βάρκα απλωμένη στο κάβο ντόρο και κάνει τα δικά της παιχνίδια, αυτά που ούτε θα μπορέσεις να πάρεις ποτέ χαμπάρι στα πλαίσια της προσπάθειάς σου να βγάλεις λεφτά, να πάρεις νέο αυτοκίνητο, να γεμίσεις το κρεβάτι σου με φιλοξενούμενους και να γίνεις διάσημος.

Λίγη ώρα αργότερα, ένας κινηματογραφικός ήρωας ‘έφευγε’ λίγο πιο εφετζίδικα από την πραγματικότητα. Ο Benjamin έγινε παιδί με ακμή, έγινε μωρό που δεν μιλούσε, έγινε θύμα του βιολογικού κύκλου μέσα σε σχεδόν τρεις ώρες. Και το λειτουργώ-μόνο-ένα-10%-του-συνόλου-μου μυαλό μου υπαγόρευε θεωρίες συνομωσίας περί σημαδιών και οιωνών για το υπόλοιπο της νύχτας. Και πήρε μονάχα λίγα λεπτά για την επιβεβαίωση, μέχρι δηλαδή που χτύπησε το τηλέφωνο και δήλωσε πως ενώ η μία πλευρά της κλωστής ψιθύριζε τις πρώτες της λέξεις, η άλλη κατάφερα να ξεχάσει μια για πάντα.

Είναι η στιγμή που οι συμπτώσεις δίνουν και παίρνουν. Είναι η στιγμή που θαρρείς πως οι θεωρίες περί προηγούμενης και επόμενης ζωής μπορεί να μην είναι και φάρσα τελικά. Είναι η στιγμή που μερικές μάγισσες από τη Νέα Ορλεάνη σηκώνονται καταμεσής του ύπνου τους, περπατάνε με τα μάτια κλειστά και συναντιούνται πίσω από κάποιο παραμελημένο καπηλειό, ψέλνοντας για να εξαγνιστεί το κακό κι η αμαρτία από τον κόσμο, μιας και η ζωή με τον θάνατο ελάχιστον απέχουν. Κι όταν φτάνουμε σε ένα από τα δύο κι εμείς, είμαστε πολύ κοντά και στο άλλο και δεν το παίρνουμε χαμπάρι, κοιμόμαστε όρθιοι, όπως κάνουν κι οι μάγισσες οι άγρυπνες. Μόνο που αυτές έχουν τη σοφία για να διακρίνουν τη νοητή κλωστή που τα δένει. Τώρα λοιπόν, εκτός από τη φωνή της Janis, έχω να κουβαλήσω και τη σοφία του μπάρμπα-Νικόλα, έτσι όπως με ειδοποίησαν στον ύπνο μου τα ξωτικά της φίλης μου της Κλοέ. Να δω σε ποιον ή σε ποια θα τα μεταφέρω όταν έρθει και μένα η ώρα μου.

Θέλει κότσια να ζήσεις μια ζωή ευλογημένη και να φύγεις χωρίς να προκαλέσεις κλάματα και οδυρμούς. Θέλει κότσια να μην έχεις κάνει εχθρούς κατά τη διάρκεια του τελευταίου αιώνα, ακόμα κι αν ένας πόλεμος σε χάραξε από τα πρώτα ‘άντα’ και μετά. Θέλει κότσια να έχεις δεχτεί και να έχεις δώσει τόση αγάπη, που να παραδεχτείς ενώπιον ανθρώπων και Θεού ότι δεν θες άλλη. Κι αυτό είναι το μεγαλύτερο μάθημα. Μπορεί να θες να εξοργιστείς. Μπορεί να θες να καταδικάσεις. Να βρίσεις, να ασεβήσεις, να φερθείς με αχαριστία στα θεία, μιας κι αυτό έχεις μάθει να κάνεις μια ολόκληρη ζωή, έτσι όπως μεγάλωσες. Όταν φτάσει όμως η ώρα και την καταλάβεις, αφέσου σαν να μην υπάρχει αύριο και ‘φύγε’ με ένα μεγάλο κι απλόχερο χαμόγελο.

Τρίτη 31 Μαΐου 2011

Αθηνόδωρος Πάνκαλος


Η ζωή μου έχει φερθεί απλόχερα και την ευχαριστώ για αυτό. Άλλη μία μέρα τελείωσε αγαπητό μου ημερολόγιο και νιώθω πραγματικά πως κάτι άλλαξα και σήμερα. Δεν ξέρω σε ποιον τομέα, ποτέ δεν το ξέρω, αλλά πάντα έχω αυτή την αίσθηση και μάλλον καλά κάνω, μιας και μου το επιβεβαιώνουν και οι συνεργάτες μου. Κι αυτό είναι το πιο σημαντικό, να παίρνεις την έγκριση από τους ανθρώπους που δουλεύεις μαζί και σέβεσαι και εκτιμάς.

Το πρωί δεν χρειάστηκε να πάω στο γραφείο. Πέρασα από το καφέ που συχνάζω, χαιρέτησα μερικούς φίλους από τη γειτονιά, με κέρασαν καφέ, με κόσμησαν με στολίδια και κομπλιμέντα, τους έταξα μερικά ρουσφέτια και έφυγα με την καρδιά μου γεμάτη και την τσέπη μου άδεια, μιας και το επάγγελμά μου, μου επιτρέπει να μην κουβαλάω ποτέ λεφτά.

Το μεσημέρι, πέρασα κλεφτά από το γραφείο, χαιρέτησα όσους μπορούσα, μιας και είναι δυο-τρεις εκατοντάδες, υπέγραψα μερικά χαρτιά χωρίς να τα δω, αφού ποτέ δεν χρειάζεται να τσεκάρω τι υπογράφω, δεν με αφορά, και έκανα μερικά τηλέφωνα για να περάσει η ώρα. Αφού βρήκα την ευκαιρία βέβαια, κατάφερα να κλείσω επιτέλους και τα δωμάτια στην Κορσική για τις ανοιξιάτικες διακοπές μου, έχω τρία χρόνια να πάω εκεί και με έχει πειράξει.

Δεν είχα φάει μέχρι τις 4, τόσο σκληρά δουλεύω, οπότε αποφάσισα να πάω για φαγητό στο αγαπημένο μου μαγειρείο στο κέντρο. Χαιρέτησα κι εκεί μερικούς γνωστούς και φίλους, με κεράσανε φαγητό, ο ιδιοκτήτης μου έδωσε μερικά μπουκάλια κρασί από αυτό που φτιάχνει στο χωριό αλλά και φαγητό για το βράδυ. Ευτυχώς, γιατί η γυναίκα είναι στο εξοχικό, η βοηθός έχει πάει σπίτι της και θα έπρεπε να παραγγείλω και άντε να τους εξηγώ ποιος είμαι στο τηλέφωνο για να μην πληρώσω.

Μετά από μου εξουθενωτική μέρα λοιπόν, είμαι σπίτι και νιώθω πως έχω αλλάξει τον κόσμο. Υπέγραψα πράγματα που μάλλον είναι για καλό, όπως μου υπαγόρεψαν οι φίλοι μου οι Γερμανοί, δεν χάλασα λεφτά γιατί μπορώ, βρέθηκα με τους εξίσου σκληρά εργαζόμενους συνεργάτες μου, εξυπηρέτησα μερικά ρουσφέτια για να συνεχίσω να είμαι στο επάγγελμα και απέδειξα για άλλη μια φορά πως είναι ευλογία και λειτούργημα να είσαι πολιτικός σε αυτόν τον ιστορικό τόπο.

Σε ευχαριστώ Ελλάδα…
Σε ευχαριστώ ελληνικέ λαέ…

Αθηνόδωρος Πάνκαλος

Παρασκευή 27 Μαΐου 2011

Ζήσε Μάη μου, να φας bullets.


Όταν έχεις φτάσει στην ουρά του Μάη και , ως αποτέλεσμα, στο κατακάθι της σεζόν, προσδοκείς από το δίκαιο σύμπαν να αποζημιώσει τους κόπους σου και τα bullets στο πρόγραμμα που είχες βάλει να ακολουθήσεις κατά τη διάρκεια της τρέχουσας χρόνιας, τέτοια περίοδο πέρυσι. Αυτό που δεν έχεις υπολογίσει όμως μέσα στα bullets είναι ότι το δίκαιο σύμπαν λειτουργεί τόσο δίκαια όσο και η πολιτική σου συνείδηση - πάντα σου υπαγορεύει ότι θα ψηφίσεις και θα γίνεις ενεργός ως πολίτης, αλλά σε έχει ήδη φάει η καλοπέραση, η οποία μόλις τώρα ορίζω πως περνάει γονιδιακά από τη μία γενιά στην άλλη στα πλαίσια της Ελληνικής-και-καλά-(μοιρο)Δημοκρατίας. Με το σύμπαν λοιπόν να συνωμοτεί με την κυβέρνηση για τη δίκαιη διεξαγωγή της ζωής σου, μάλλον έχεις το παιχνίδι και τα bullets χαμένα από χέρι.

Αποφασίζεις, εύλογα ή όχι, πως το πρόγραμμα που θα φτιάξεις για τη νέα σεζόν θα απαρτίζεται από στόχους και λύσεις που θα σέβονται τον εν λόγω συνασπισμό. Υπολογίζεις τις συνθήκες, τους όρους σύμφωνα με τους οποίους θα προβείς σε ενέργειες, την υλοποίηση αυτών, τις συνέπειες, αλλά και το κόστος μιας πιθανής αποτυχίας. Κάνεις τη σούμα και βγάζεις το συμπέρασμα πως ούτε αυτό είναι αρκετό. Γιατί μια πεταλούδα θα πετάξει στο Τόκιο τον ερχόμενο Σεπτέμβριο και αυτό θα προκαλέσει τυφώνα στο Los Angeles, που εσύ υπολογίζεις να πας για διακοπές μαζί με το άλλο σου μισό. Και τότε διαπιστώνεις ότι πάντα στα σχέδια σου θα πρέπει να υπολογίζεις και την ειρωνεία της φύσης, η οποία μετά από τόση κατάχρηση το διασκεδάζει, επιστρέφοντας τα πυρά. Με λίγα λόγια: Τζίφος και πάλι.

Αφού μέσα σε όλο αυτό βάζεις σφήνα και τα καπρίτσια του καιρού, πας να ολοκληρώσεις το πρόγραμμά σου για την επόμενη σεζόν, η οποία σε θέλει υπάκουο σκυλί της τροφαντής σου συνείδησης και άξιο διάδοχο της οικογενειακής περιουσίας. Μόνο που εσύ δεν είσαι μέσα στην άτυχη γενιά των 700 ευρώ. Εσύ ανήκεις στην τρισκατάρατη-από-τις-μονόφθαλμες-μάγισσες-της-Νέας-Ορλεάνης γενιά των 600 και κάτι ευρώ, η οποία έχει ως μοναδικά της δικαιώματα τα εξής:

• Να πατάει χρόνιο pause στα όνειρα.
• Να κάνει οικονομίες από την τρύπα στο νερό, που έχει κληθεί να δημιουργήσει.
• Να κάνει πλήρες οκτάωρο στο να ψάχνει για δουλειά, χωρίς κανείς να της κολλάει ένσημα.
• Να έρχεται πρώτη στην πυραμίδα της οργής, μιας και δεν έχει τίποτα καλύτερο και φθηνότερο να κάνει.
• Να σβήνει ένα-ένα τα bullets που δεν μπορεί να πραγματοποιήσει.

Το τελευταίο από μόνο του αναιρεί τα πάντα. Και αυτό σε οδηγεί στη προφανή λύση: Να φας μια πιθανή περιουσία σα να προοριζόταν από την αρχή για μηνιαίο μισθό.

Αφού έχεις μελετήσει μέχρι και την τελευταία λεπτομέρεια για το πρόγραμμα και τους στόχους της νέας σεζόν, το ποστάρεις στο ψυγείο σου, στο desktop, στην ντουλάπα, στο γραφείο της δουλειάς (?), στη λεκάνη της τουαλέτας, αλλά και στο μαξιλάρι, μπας και γίνει με τον καιρό το πρώτο πράγμα που θα βλέπεις όταν ξυπνάς και το τελευταίο πριν πας για ύπνο. Το διαβάζεις, το μαθαίνεις απόξω κι ανακατωτά, το μουρμουρίζεις στον ύπνο σου, το τραγουδάς στον ξύπνιο σου, το μυρίζεις στον καλοκαιρινό σου ιδρώτα, το φαντάζεσαι όταν έχεις οργασμό, το ξερνάς με τον εμετό σου όταν μεθάς, το κάνεις γαργάρα όταν πλένεις τα δόντια σου, μέχρι που φτάνει ο Μάης του 2012. Τότε διαπιστώνεις πως όλοι οι παράγοντες που συντέλεσαν στο πολυπόθητο πρόγραμμά σου είναι και αυτοί που τελικά το απολαμβάνουν, ενώ εσύ βασανίζεσαι να τους ικανοποιήσεις έναν προς έναν και χωρίς περικοπές.

Τελικά, πόση εμπιστοσύνη μπορεί να έχει κάποιος σε μια χώρα, που το σύμπαν της γράφει με bullets και ο Μάης της έχει ακόμα βροχοπτώσεις;

Κυριακή 1 Μαΐου 2011

Η Ella, οι ανεμώνες και η σολ.


Μου το ζήτησε πολλάκις αυτές τις μέρες. Μου ζήτησε να την ονειρευτώ. Κι εγώ, σαν ένας άλλος καταραμένος ποιητής μέσα από κύκλο των χαμένων, το έκανα. Την ονειρεύτηκα να αράζει το κορμί της σε μια μεγάλη αιώρα, κρατώντας μια βεντάλια για να διώχνει την υγρασία του Νότου, ενώ γύρω της μαζεύτηκαν ντουζίνες χάλκινα και παίζανε ένα μοτίβο σε σολ. Εκείνη, αρχοντική όπως πάντα και με παρέα γλάστρες με γαρδένιες και ανεμώνες, άνοιξε το στόμα της και όλοι περίμεναν ότι θα τραγουδήσει. Αντί αυτού, εκείνη προτίμησε να πιει δύο γουλιές λεμονάδα για να ξεδιψάσει. Αφού ακούμπησε το ποτήρι στο πλακόστρωτο, πήρε μια βαθιά ανάσα και ξεκίνησε να μουρμουρίζει λόγια διάσπαρτα, καταλήγοντας πάντα στη φράση “Dream a little dream of me”, εκεί, στη σολ, στο “…dream of me”. Και τότε ξύπνησα, γιατί κατάλαβα ότι μέσα στο όνειρό μου, μου ζητούσε να την ονειρευτώ κι εγώ το έκανα και ονειρευόμουν το ίδιο το όνειρο. Κάτι δεν πήγαινε καλά. Σηκώθηκα, έριξα λίγο νερό στο πρόσωπό μου, άνοιξα την μπαλκονόπορτα και βγήκα να πάρω λίγο αέρα κοντά στις γλάστρες. Ορκίζομαι πως οι γαρδένιες και οι ανεμώνες ήταν οι ίδιες με αυτές που έκαναν παρέα στη φωνή της Ella, εκεί, στο σολ.

Σάββατο 30 Απριλίου 2011

Ένα αγόρι που το έλεγαν Sue.


Είναι αρχοντικός στην όψη, έως κι άγριος. Κρύβει μιαν αγάπη για τα πάντα όμως, σαν να είναι καλό να μην έχεις έγνοιες και κακές σκέψεις για κανέναν και για τίποτα. Είναι σαν κάτι ήρωες παιδικών κινουμένων σχεδίων, που στο τέλος της ημέρας σώζουν το χωριό από την καταστροφή, κερδίζουν τα λεφτά του θησαυρού, κλέβουν το φτωχό και όμορφο κορίτσι της αρεσκείας τους και πάνε σε ένα ράντζο στη Νεβάδα, για να ζήσουν ευτυχισμένοι μέχρι τα γεράματα. Η βαρύτονη φωνή του στάζει γνησιότητα, όπως των παλιών ρεμπέτηδων, και η φυσαρμόνικά του σηκώνει βαρύ μπέρμπον από τον αμερικάνικο Νότο για να την ακολουθήσεις. Είναι σαν κάτι αγόρια που οι μπαμπάδες τους, τους φωνάζουν “Sue”.

Σπανίως χαμογελούσε.
Σπανίως ρίσκαρε να αλλοιώσει τη φράντζα του.
Σπανίως τσαλακωνόταν και σπανίως θυσίαζε τα ακόρντα του για αθέμιτους σκοπούς.
Πάντα, όμως, έπαιζε με αγάπη.
Johnny, αδερφέ μου, σε ακούω.

Παρασκευή 22 Απριλίου 2011

Μετρώντας προβατάκια με τη Bessie Smith.


Μου αρέσει να κουράζομαι να ακούω Bessie Smith. Κουράζομαι κυριολεκτικά, όχι μεταφορικά. Προσπαθώ να ακούσω προσεκτικά, καθώς οι βρωμιές και οι θόρυβοι με ενοχλούν και με ελκύουν την ίδια στιγμή, αλλά το μόνο που καταφέρνω είναι να με τραβάει στον γκρεμό το δράμα της και οι πρώιμες τεχνικές ηχογράφησης της δεκαετίας του 1920. Γιατί αν το δράμα έγινε τραγούδι κάποια στιγμή στην ιστορία της ζωής, τότε σίγουρα θα ήθελε να ακουστεί με τη φωνή της. Και αν οι πρώιμες τεχνικές ηχογράφησης θέλησαν να αφήσουν κληρονομιά μερικές μελωδίες καρδιάς, τότε επέλεξαν εκείνη για αγγελιαφόρο τους. Κι αν η Janis Joplin έμελε να γίνει η μετέπειτα αγαπημένη μου, το οφείλει στη Bessie. Είμαι τόσο νυσταγμένος, αλλά αρνούμαι να σβήσω τη φωνή της από το player, ενώ με τη σειρά του αυτό μου γνέφει με το φάσμα συχνοτήτων να μην το κάνω, σχηματίζοντας με όσα hertz έχει στη διάθεσή του τη λέξη «όχι» κάθε φορά που χασμουριέμαι. Θα αρχίσω να μετράω προβατάκια λοιπόν, μπας και σταματήσω να επιθυμώ τα blues της και πέσω για ύπνο.