Κυριακή 21 Νοεμβρίου 2010

Η τριλογία μιας μεταμόσχευσης.


Μέρος 1:
Mark Ronson feat. Boy George & The Business Intl. – Somebody To Love
Όπως και να το κάνεις, είμαστε ρεμάλια. Ένας άντρας έχει περασμένη στο γονίδιο του τη συνουσία, όπως το google την αυτόματη αναζήτηση – κάνε πως γράφεις τη λέξη sex και θα σου εμφανίσει μια πλειάδα επιλογών, από το βιβλίο της Madonna μέχρι το redtube.com. Από εκεί κι έπειτα, το μόνο που μένει είναι η επιλογή. Καραδοκείς με αγωνία ποιο κουμπί είναι πιο διαθέσιμο να ξελασκάρει με ευκολία, μετράς μέχρι το δέκα και προσφέρεις υπηρεσίες. Στεγνά. Δεν έχει σημασία αν ο παραλήπτης είναι αρσενικό ή θηλυκό. Ένας άντρας λειτουργεί με οδηγό τα πρωτόγονα ένστικτά του, όπως και να έχει. Μέχρι που φτάνει η στιγμή που η ανάγκη για το άλλο μισό, το καλντερίμι του ‘είναι’ σου, αυτόν ή αυτήν που θα σε κάνει να επαναφέρεις τον εαυτό σου σε αυτό που κάποια στιγμή ονειρεύτηκες, γίνεται τόσο πρωτόγονη, όσο και τα γενετήσια ένστικτά σου. Είναι η στιγμή που αφήνεις όσα φερμουάρ έχεις ξεχάσει μισάνοιχτα και επιδιώκεις να ανοίξεις μόνο ένα. Γιατί δεν θες πλέον το ρίσκο και το άγνωστο και το πονηρό και το επικίνδυνο, αλλά το κλισέ και το βαρετό και το καθημερινό και το παντοτινό. Και μάντεψε! Μόλις το πήρες απόφαση.

Μέρος 2:
P!nk – Glitter In The Air
Πότε ήταν η τελευταία φορά που άνοιξες την παλάμη σου, τη γέμισες με χρυσόσκονη και τη σκόρπισες στον αέρα; Πότε ήταν η τελευταία φορά που σου ήρθε να ξεράσεις, όχι από το πιόμα, αλλά από την ευδαιμονία; Πότε ήταν η τελευταία φορά που βρέθηκες ένα βήμα πριν το ψέμα και ξαναγύρισες πίσω, μόνο και μόνο για να το ανατρέψεις και να γαμήσεις την αλήθεια του; Πότε ήταν η τελευταία φορά που φοβήθηκες, αλλά έστειλες στο διάβολο τις αναστολές σου, μαζί με τον σκύλο της γειτόνισσας; Πότε παραδέχτηκες ότι άφησες τον ήλιο να σε κάψει και δεν κάηκες κατά λάθος επειδή σε παρέσυρε η κουβέντα; Πότε έγινε μούσκεμα το πρόσωπό σου από το άγγιγμα ενός ξένου ανθρώπου και όχι από τη ζέστη της πρωτεύουσας; Πότε άφησες την ανάσα σου να σε προδώσει, λίγα κλάσματα του δευτερολέπτου πριν καταλάβεις πως δεν έχεις νιώσει ποτέ ξανά έτσι; Πότε άφησες τον ίδιο άνθρωπο να σου ανακατεύει τον καφέ και να σε ρωτάει αν θες παραπάνω ζάχαρη, ενώ εσύ ήσουν ήδη υγρός εκεί, χαμηλά; Είναι που το πήρες απόφαση και δεν το αντέχεις. Κανείς τελικά δεν αντέχει τόση χαρά, ας το πάρουμε απόφαση και ας αφήσουμε τη χρυσόσκονη για τις γυναίκες.

Μέρος 3:
The Last Shadow Puppets – Standing Next To Me
Όταν η λήθη γίνεται πραγματικότητα, το μόνο που μένει είναι ο σκυλίσιος κυνισμός της. Γιατί η λήθη είναι η μεγαλύτερη μοιχαλίδα στην ιστορία της συναισθηματικής αλυσίδας. Δεν θυμάται τίποτα, έχει κάθε φορά διαφορετικό καλεσμένο, φεύγει χωρίς να ρωτήσει και έρχεται όταν δεν την περιμένεις. Είναι η στιγμή στη συγκεκριμένη περίοδο της ζωής σου που ανοίγεις το σεντούκι των εμπειριών σου, κάνεις την απαραίτητη καταχώρηση, κρατάς μια φωτογραφία να μην μπορέσει να στην κλέψει η μοιχαλίδα, βγάζεις το συμπέρασμα ότι αγάπησες και σε αγάπησε, ίσως όχι εξίσου, γελώντας ταυτόχρονα με τον εαυτό σου ξανά και ξανά και ξανά και ξανά. Και μετά λίγο περισσότερο σαν τους μετασεισμούς, ίσα-ίσα για να κάνεις fade out. Το τελευταίο στάδιο αυτού του μέρους είναι το πιόμα, όπως συμβαίνει άλλωστε και σε κάθε ακραίο και κατατεθέν γεγονός που σημαδεύει το σύμπαν – από τη ζωή μέχρι το θάνατο.

Encore:
White Noise
Αν είναι να ζω την τριλογία αυτή μέχρι να πεθάνω, ακολουθώντας αιώνια έναν φαύλο κύκλο σαρκικής σφαγής, συναισθηματικής κάλυψης και γλυκιάς μελαγχολίας μέχρι να πάω πάλι πίσω στο πρώτο μέρος, τότε προτιμώ να παραμείνω μόνιμα στο τρίτο και να πάρω αριθμό προτεραιότητας για μεταμόσχευση ήπατος. Ποιος Θεός υπαγόρεψε άλλωστε ότι απαγορεύεται να ζει κάποιος στο προσωπικό του, αφελές και παιδικό σύννεφο για πάντα;

Πέμπτη 11 Νοεμβρίου 2010

Κύριε, κύριε! Εσείς θα ρίξετε κέρμα;

Υπάρχει η καλή πλευρά των πραγμάτων και η κακή. “Ανατρίχιασα!”, θα μου πεις. Θα καταλήξω… Την κακή την απαρνιέσαι στιγμιαία και τη θεωρείς περιττή, μέχρι να βρεθείς στην κατάλληλη στιγμή για να τη βάλεις σε λειτουργία και να δεις ότι είναι κομμάτι του εαυτού σου και δεν μπορείς να ζήσεις χωρίς αυτήν. Αντιθέτως την καλή σου πλευρά την τιμάς. Την στολίζεις με κοσμητικά επίθετα, την κάνεις κορνίζα, την φοράς για μάσκα κάθε πρωί στη δουλειά, την παρουσιάζεις με τον πιο αξιολάτρευτο τρόπο στο τραπέζι που ετοίμασες για τον άνθρωπό σου και την κάνεις διαχειρίστρια των συναισθημάτων σου σε κάθε περίσταση. Της δείχνεις εμπιστοσύνη σε όλα τα επίπεδα. Μέχρι φυσικά να έρθουν τα σύννεφα, να βρέξουν και να αποκαλύψουν τον κόσμο της σαπίλας, στον οποίο έχεις μεγαλώσει. Και όχι αυτόν που έχουν διαμορφώσει τα κοινωνικοπολιτικά καθεστώτα, αλλά αυτόν που η έλλειψη εμπιστοσύνης έχει τοποθετήσει ως περίβλημα στην προαναφερθείσα καλή πλευρά σου.

Ο κόσμος της σαπίλας δύσκολα βρέχεται από σημάδια λάμψης και λειότητας. Αντιθέτως, η οξείδωση και η φθορά είναι τα πρώτα πράγματα που βλέπει όταν ανοίγει τα μάτια του. Έτσι έχει μάθει. Ο ίδιος αυτός κόσμος κουβαλάει μεγάλη ιστορία στην πλάτη του και ζει παρασιτικά. Τι σημαίνει αυτό; Πως για να αντέξει το επιπρόσθετο βάρος καβαλάει σε άλλες πλάτες. Ανθρώπινες. Εκεί καταφέρνει να αποσπά τροφή, να διογκώνεται, να κάνει οικογένεια, να δουλεύει δεκάωρα και όταν θυμάται να έχει συσπάσεις πολλαπλών οργασμών.

Αν κάποιος έχει αυταπάτες πως η ζωή του κυλάει καθημερινά φορώντας το καλό του προσωπείο, ας γελάσει εις διπλούν. Η εμπιστοσύνη που δείχνουμε όλοι μας κάθε στιγμή που περνάει ανήκει στον κόσμο της σαπίλας. Γιατί αν δεν ισχύει κάτι τέτοιο, τότε ο κόσμος μας θα έπρεπε να είναι το στρουμφοχωριό και τα παιδιά μας θα έπρεπε να βλέπουν στην τηλεόραση τον κόσμο μας. Jamais! Ο κόσμος της σαπίλας δεν γουστάρει στρουμφοπαγωτό. Αντιθέτως, επιδίδεται σε άσεμνες συνήθειες κάθε ώρα και στιγμή. Μεγαλύτερη αντίπαλός του; Μάντεψε… Η εμπιστοσύνη, που του δείχνεις έτσι κι αλλιώς.

Η εμπιστοσύνη τελικά είναι σαν αυτά τα δύσπιστα τα μηχανήματα με τα κέρματα, στα οποία πρέπει να χαρίσεις άπειρα μονόευρα για να κερδίσεις τελικά ένα καρακιτσάτο, λούτρινο βατράχι, το οποίο θα ξεχαστεί στο πρώτο μαγαζί που θα πας για καφέ. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι δεν ξόδεψες τα λεφτά μιας σαββατιάτικης εξόδου για να το αποκτήσεις. Εκτός κι αν η σαββατιάτική σου έξοδος είναι καθημερινή συνήθεια, οπότε δεν σε κόφτει και πολύ, δουλειά να υπάρχει. Τόσο για σένα όσο και για το παράσιτο που κουβαλάς. Αυτό που δεν έχεις υπολογίσει όμως είναι ότι μπορεί εσύ να έχεις μάθει να λειτουργείς σαν πελάτης μηχανημάτων, τι γίνεται όμως όταν κάποια στιγμή ένα και μόνο κέρμα θα είναι αρκετό για να φτιάξει την περιπλανούσα τύχη σου και θα σου δώσει την ευκαιρία να βάλεις stop ή pause έστω στη σαπίλα που σε λούζει πατόκορφα; Θα αδράξεις την ευκαιρία που σου θα σου δώσει το μηχάνημα, φωνάζοντας “Oh Captain, my captain” ή θα συνεχίσεις να παίζεις φανατικά μέχρι να ξεβολέψεις τον κωλαράκο σου και να καταλάβεις το προφανές; Και ποιο είναι αυτό; Όταν στέκεσαι τυχερός σε κάτι, το αρπάζεις από τα μαλλιά, δεν το αφήνεις. Και κυρίως: Δεν απαρνιέσαι την εμπιστοσύνη που σου έδειξε με το πρώτο μονόευρο.

Κύριε, κύριε! Εσείς θα ρίξετε κέρμα στον κόσμο της σαπίλας;

Πέμπτη 28 Οκτωβρίου 2010

Εγώκαιρος.


Εγώ, το: Η συνείδηση της ατομικότητας. Στη θεωρία της ψυχανάλυσης, το τμήμα της ανθρώπινης προσωπικότητας που βρίσκεται σε επαφή με τον εξωτερικό κόσμο.

Αν το τμήμα μου, που βρίσκεται σε επαφή με τον κόσμο είναι το εγώ μου, τότε θα ήθελα να είμαι πολλαπλή προσωπικότητα για να το απολαμβάνω. Γιατί αν μέσα στο εγώ μου συμπεριλαμβάνεται και το τμήμα της ανθρώπινης συνείδησης, που ευνοεί άτυπα και υποκειμενικά (δεν θα μπορούσε αλλιώς) τον εαυτό της, τότε τα λάθη παίζουν ντόμινο πίσω από το κεφάλι μου και ετοιμάζονται για σφαγή.

Το εγώ είναι ύπουλο, όσο και ένα τρίτο σφηνάκι – νομίζεις ότι δεν σε έχει αγγίξει καν, ενώ ήδη παραπατάς. Λειτουργεί πάντα σύμφωνα με αυτό που υποστηρίζεις, αλλά και πάντα σε συνάρτηση με αυτό που συμβαίνει γύρω σου. Κι αν αυτά (σύμφωνα με το σφηνάκι πάντα) είναι η καλή σου διάθεση, τα νεύρα σου, μια προαγωγή, ένας χωρισμός, κάποιες ενοχλητικές και αδιάκριτες αιμορροΐδες, ο κόσμος που χορεύει, η απαίσια, κλαπατσίμπαλη μουσική, οι καλές κιθάρες, το κάθισμα που δεν βολεύει, το μπαρ που εξυπηρετεί για κεράσματα, αλλά και πολλά άλλα, τότε καταλαβαίνεις ότι ο βαθμός που το εγώ σου μπορεί να σε προσδιορίσει είναι επικίνδυνος και ασταθής.

Από την άλλη βέβαια, το εγώ δεν μπορείς να το αλλάξεις. Η παρουσία του και η αναλογία του στη διαμόρφωσή σου είναι κάτι σαν το παραπάνω λάδι στη σαλάτα – άντε να την ξεπλύνεις και να ξαναβάλεις πάλι τη σωστή πρέζα. Πόρισμα; Θα τη φας όπως ακριβώς την έφτιαξες – λιπαρή, χυμώδη, ανισόρροπη στη γεύση, αλλά και ιδανική για παπάρα. Αν τώρα μπεις στη διαδικασία να παρομοιάσεις το ψωμί με τις αποφάσεις σου, παπαριασμένες στο παραπάνω και λιπαρό εγώ του φαγητού που τρως καθημερινά, την έκατσες.

Καιρός, ο : Η κατάσταση της ατμόσφαιρας που προσδιορίζεται κυρίως από τη θερμοκρασία του αέρα και του εδάφους, από την ατμοσφαιρική πίεση, από την υγρασία και από την ταχύτητα των ανέμων.

Οι άνθρωποι είναι σαν την ατμόσφαιρα πάνω-κάτω. Επηρεάζονται και προσδιορίζονται από πολλούς και αστάθμητους παράγοντες, την ίδια στιγμή που κάθε ένας παράγοντας μπορεί να φέρει και εναλλακτικό αποτέλεσμα, δρώντας με τον ίδιο και απαράλλαχτο τρόπο. Εκτός από τα έντονα καιρικά φαινόμενα, όπως είναι το πέταγμα της πεταλούδας, ο τυφώνας Κατρίνα, το πολικό ψύχος και οι 50 βαθμοί Κελσίου της ερήμου Σαχάρα. Εκεί δεν υπάρχουν και πολλά περιθώρια συναισθηματικής ευελιξίας.

Πάντα παρομοίαζα τον καιρό με την διάθεση. Θεωρώ πως, άμεσα ή έμμεσα, αυτά τα δύο είναι αλληλένδετα. Αν έχει συννεφιά, τότε η μελατονίνη κάνει πάρτι κατάθλιψης στον εγκέφαλό σου και μάλιστα σε αφήνει απρόσκλητο με το μπουκάλι στο χέρι. Αν έχει υγρασία, τότε βήχεις χωρίς λόγο και κολλάς παντού, όχι με τον καλώς εννοούμενο τρόπο, στοιχεία που μπορούν ενίοτε να σε εκνευρίσουν και να σε φέρουν σε δύσκολη θέση. Αν έχει ήλιο, οι σεξουαλικές σου διαθέσεις/επιδόσεις φτάνουν στα επαγγελματικά επίπεδα της Silicon Valley, ενώ αν χιονίζει, το λευκότερο λευκό σε ηρεμεί σε σημείο που κανένα πολιτικό debate δεν σου φαίνεται υποκριτικό. Για φαντάσου…

Τα σημάδια του καιρού συνθέτουν μια πολλαπλή προσωπικότητα, ακριβώς σαν κι αυτή που θα ήθελα να συνθέτει το εγώ μου για να επικοινωνώ με τον εξωτερικό κόσμο. Τώρα που το σκέφτομαι είναι το ίδιο πράγμα, μιας και πάλι σε μένα έχει αντίκτυπο. Αυτή η ψυχοπαθής περσόνα είναι προετοιμασμένη για όλα. Έχει τάσεις φυγής από παντού και για παντού. Προβλέπει, αλλά δεν προβλέπεται. Υγραίνει το τοπίο της που και που, αλλά επανέρχεται στα στεγνά της για να κρατήσει τις ισορροπίες. Βγάζει χρώματα για ανταμοιβή, την ίδια στιγμή που αερίζεται δημόσια, χωρίς να ντρέπεται. Ιδρώνει για να χαρίζει ευδαιμονία και τεστοστερόνη, αλλά καμιά φορά ασπρίζει κιόλας για να μην κακομαθαίνει τους θαμώνες της. Προσαρμόζεται με την εποχή, αλλά ποτέ δεν χαρίζει κάστανα σε μια αναπάντεχη αλλαγή, αν και εφόσον τη γουστάρει. Κι αν πέφτει σε κατάθλιψη που και που, έχει το εγώ της να παίζει ντόμινο με τα λάθη του για ψυχαγωγία.

Κοίτα να δεις. Τελικά, μόνο Αιγόκερως θα μπορούσα να είμαι.

Τετάρτη 20 Οκτωβρίου 2010

The butterfly effect.


Όταν έχεις φτάσει στην ουρά του Οκτώβρη και , ως αποτέλεσμα, στο κατακάθι της χρονιάς, προσδοκείς από το δίκαιο σύμπαν να αποζημιώσει τους κόπους σου και τα bullets στο πρόγραμμα που είχες πει ότι θα ακολουθήσεις κατά τη διάρκεια της τρέχουσας χρόνιας, τέτοια περίοδο πέρυσι. Αυτό που δεν έχεις υπολογίσει όμως μέσα στα bullets είναι ότι το δίκαιο σύμπαν λειτουργεί τόσο δίκαια όσο και η πολιτική σου συνείδηση - πάντα σου υπαγορεύει ότι θα ψηφίσεις και θα γίνεις ενεργός ως πολίτης, αλλά σε έχει ήδη φάει η καλοπέραση, η οποία μόλις τώρα ορίζω πως περνάει γονιδιακά από τη μία γενιά στην άλλη στα πλαίσια της Ελληνικής-και-καλά-(μοιρο)Δημοκρατίας. Με το σύμπαν λοιπόν να συνωμοτεί με την κυβέρνηση για τη δίκαιη διεξαγωγή της ζωής σου, μάλλον έχεις το παιχνίδι και τα bullets χαμένα από χέρι.
Αποφασίζεις, εύλογα ή όχι, πως το πρόγραμμα που θα φτιάξεις για τη νέα χρονιά θα απαρτίζεται από στόχους και λύσεις που θα σέβονται τον εν λόγω συνασπισμό. Υπολογίζεις τις συνθήκες, τους όρους σύμφωνα με τους οποίους θα προβείς σε ενέργειες, την υλοποίηση αυτών, τις συνέπειες, αλλά και το κόστος μιας πιθανής αποτυχίας. Κάνεις τη σούμα και βγάζεις το συμπέρασμα πως ούτε αυτό είναι αρκετό. Γιατί μια πεταλούδα θα πετάξει στο Τόκιο τον ερχόμενο Μάρτιο και αυτό θα προκαλέσει τυφώνα στο Los Angeles, που εσύ υπολογίζεις να πας για διακοπές μαζί με το άλλο σου μισό. Και τότε διαπιστώνεις ότι πάντα στα σχέδια σου θα πρέπει να υπολογίζεις και την ειρωνεία της φύσης, η οποία μετά από τόση κατάχρηση το διασκεδάζει, επιστρέφοντας τα πυρά. Με λίγα λόγια: Τζίφος και πάλι.
Αφού μέσα σε όλο αυτό βάζεις σφήνα και τα καπρίτσια του καιρού, πας να ολοκληρώσεις το πρόγραμμά σου για την επόμενη χρονιά, η οποία σε θέλει υπάκουο σκυλί της τροφαντής σου συνείδησης και άξιο διάδοχο της οικογενειακής περιουσίας. Μόνο που εσύ δεν είσαι μέσα στην άτυχη γενιά των 700 ευρώ. Εσύ ανήκεις στην τρισκατάρατη-από-τις-μονόφθαλμες-μάγισσες-της-Νέας-Ορλεάνης γενιά των 600 και κάτι ευρώ, η οποία έχει ως μοναδικά της δικαιώματα τα εξής:
• Να πατάει χρόνιο pause στα όνειρα.
• Να κάνει οικονομίες από την τρύπα στο νερό, που έχει κληθεί να δημιουργήσει.
• Να κάνει πλήρες οκτάωρο στο να ψάχνει για δουλειά, χωρίς κανείς να της κολλάει ένσημα.
• Να έρχεται πρώτη στην πυραμίδα της σεξουαλικής όρεξης, μιας και δεν έχει τίποτα καλύτερο και φθηνότερο να κάνει.
• Να σβήνει ένα-ένα τα bullets που δεν μπορεί να πραγματοποιήσει.
Το τελευταίο από μόνο του αναιρεί τα πάντα. Και αυτό σε οδηγεί στη προφανή λύση: Να φας μια πιθανή περιουσία σα να προοριζόταν από την αρχή για μηνιαίο μισθό.
Αφού έχεις μελετήσει μέχρι και την τελευταία λεπτομέρεια για το πρόγραμμα και τους στόχους της νέας σεζόν, το ποστάρεις στο ψυγείο σου, στο desktop, στην ντουλάπα, στο γραφείο της δουλειάς (?), στη λεκάνη της τουαλέτας, αλλά και στο μαξιλάρι, μπας και γίνει με τον καιρό το πρώτο πράγμα που θα βλέπεις όταν ξυπνάς και το τελευταίο πριν πας για ύπνο. Το διαβάζεις, το μαθαίνεις απόξω κι ανακατωτά, το μουρμουρίζεις στον ύπνο σου, το τραγουδάς στον ξύπνιο σου, το φαντάζεσαι όταν έχεις οργασμό, το ξερνάς με τον εμετό σου όταν μεθάς, το κάνεις γαργάρα όταν πλένεις τα δόντια σου, μέχρι που φτάνει ο Οκτώβρης του 2011. Τότε διαπιστώνεις πως όλοι οι παράγοντες που συντέλεσαν στο πολυπόθητο πρόγραμμά σου είναι και αυτοί που τελικά το απολαμβάνουν, ενώ εσύ βασανίζεσαι να τους ικανοποιήσεις έναν προς έναν και χωρίς περικοπές.
Τελικά, πόση εμπιστοσύνη μπορεί να έχει κάποιος σε μια χώρα, που το σύμπαν της γράφει με bullets και ο Οκτώβρης της έχει ακόμα ηλιοφάνεια;

Δευτέρα 11 Οκτωβρίου 2010

Bourbon, φυσαρμόνικα και χώμα στα μαλλιά.


Πήρα το τρένο που λες χτες και ταξίδεψα μέχρι τη Νέα Ορλεάνη, εκεί που συνήθιζα να πηγαίνω με τον Bobby στην προηγούμενή μου ζωή. Τα ναύλα ήταν εξευτελιστικά φτηνά, αλλά αυτό είναι λογικό, συνυπολογίζοντας το γεγονός ότι έχουν περάσει τέσσερις δεκαετίες από τότε. Φορούσα τη βρώμικη μπαντάνα μου κατά τη διάρκεια της διαδρομής, ως συνήθως, έπαιζα φυσαρμόνικα και ο Bobby τραγουδούσε βραχνά την ψυχή του στην κλίμακα των blues. Οι γαλλικές συνοικίες δεν έμοιαζαν ποτέ πιο μίζερες και πιο όμορφες. Το ίδιο κι εμείς.
Αν και ήμουν φτιαγμένος και δεν καταλάβαινα πολλά, το άρωμα του ονείρου στη γειτονιά που μαγείρευε τα παντζάρια του ο Tom Robins ήταν λυτρωτικό. Σε αυτή τη διασταύρωση η μπόχα είναι τόσο έντονη από τα κόπρανα των ζώων και τις αναπνοές των θαμώνων, που τα μάτια σου δακρύζουν στην πρώτη τζούρα που θα πάρεις μύτη. Τη στιγμή λοιπόν που περνάς έξω από το εργαστήρι, διαπιστώνεις πόσο σημαντική είναι η αίσθηση της όσφρησης, πόσο καταλυτική η μαγειρική ενός θείου αρώματος και πόσες ώρες χρειάζεσαι μετά για να συνηθίσεις και πάλι την αίσθηση του οξυγόνου στα ρουθούνια σου. Εκτός κι αν είσαι τύφλα, όπως εγώ. Από αυτή τη διασταύρωση περνάνε όλες οι μνημόσυνες ακολουθίες και πάνω σε αυτή χρίζονται με προσευχές και ξόρκια οι νέοι φορείς των μυστηρίων. Σε μια τέτοια τελετή έμαθα να παίζω φυσαρμόνικα.
Τριγυρνώντας τα σοκάκια, συνειδητοποίησα ότι μπορώ να μιλήσω γαλλικά. Ο Bobby δυσκολευόταν, οπότε άφησε τα νταλαβέρια σε μένα. Για ένα περίεργο λόγο όλοι μιλούσαν γαλλικά. Για να είμαι ειλικρινής, δεν θυμάμαι τον αρχικό λόγο που πήγαμε εκεί, αλλά, όπως προανέφερα, ήμασταν φτιαγμένοι. Το θέμα είναι ότι καταλήξαμε σε ένα καπηλειό να πίνουμε bourbon και να τρώμε ελιές, την ίδια στιγμή που ο ιδιοκτήτης, ένας αρχοντάνθρωπος με ναυτική ένδυση, αποφάσισε να μας ανεβάσει στη σκηνή για να παίξουμε μουσική. Εγώ του είπα ότι ο φίλος μου μπορεί να τραγουδήσει μόνο στα αγγλικά, οπότε αυτός αντιπρότεινε να τραγουδήσω εγώ. Έδωσα τη φυσαρμόνικα στον Bobby, εκείνος στράβωσε (με τα δίκια του) και ξεκινήσαμε. Μέσα σε λίγα λεπτά το καπηλειό είχε γεμίσει με ντόπιους, ζώα που πέρναγαν μετά την αφόδευσή τους στη διασταύρωση, μάγισσες με ένα μάτι, τα μέλη ενός περιπλανώμενου, θεατρικού θιάσου, μια κουκουβάγια που έκλεινε το μάτι στον Bobby και μια γριά ζητιάνα που τριβόταν στον αρχοντάνθρωπο ιδιοκτήτη και του ζήταγε να μπει μέσα της. Εκείνος φυσικά δεν έκανε ποτέ κάτι τέτοιο, μιας και είναι κατανοητό πως αν έλεγε ναι, η γριά δεν θα άντεχε λόγω ηλικίας. Ήταν κύριος, καταλαβαίνεις. Ο Bobby πάλι ενέδωσε αργότερα στην κουκουβάγια.
Κάπου εκεί έπιασε μπόρα και καθάρισε επιτέλους το μαλλί μου από το χώμα και τον ιδρώτα. Ο Bobby ήταν απασχολημένος, οπότε του πήρα τη φυσαρμόνικα και έκανα μια γύρα μόνος μου μέσα στην καταποντισμένη Ορλεάνη της άλλης πλευράς του Ατλαντικού. Ήταν μια καλή ευκαιρία να σκεφτώ, να παίξω μουσική για μένα και να πιω λίγο παραπάνω bourbon – άλλωστε, που θα έβρισκα τόσο καλό όταν θα επέστρεφα;
Είναι ευλογία που η Νέα Ορλεάνη βρίσκεται κοντά στο πατρικό μου. Μπορώ και πηγαίνω όποτε θέλω κάθε φορά που έρχομαι να δω τους δικούς μου. Είναι ακριβώς πέρα από το λιμάνι και πίσω από το βουνό, μετά το πάρκο με το γυμναστήριο για τα παιδιά και δύο νότες από blues μακριά από την εργατική ζώνη. Εκεί που μεγάλωσα μπορεί να μην άκουγα ποτέ μουσική, στο όριο όμως ανάμεσα στο πατρικό μου και στο ταξίδι για την προηγούμενη ζωή στη Νέα Ορλεάνη έπαιζαν όλοι τρομπέτα και φυσαρμόνικα, είχαν χορωδίες και έκαναν μάγια στα τρίστρατα για την Εκάτη. Μάλλον για αυτό και μπορώ να φτάνω εύκολα εκεί. Παίζοντας μερικά τρίηχα για να βηματίζω γοργά.
Η σκέψη είχε ξεφύγει και το bourbon τελείωνε. Ευτυχώς είχα φλασκί στις μπότες, δεν μου αρέσει να ξεμένω από αλκοόλ. Από αλκοόλ και νότες πιο συγκεκριμένα. Καλά, από αλκοόλ, νότες και χώμα στα μαλλιά μου. Αν δεν έχω ένα από όλα αυτά, δεν θέλω να έχω τίποτα. Χτες τα είχα όλα. Μέχρι και που υπήρχαν στιγμές ευδαιμονίας.
Όταν επέστρεψα, ήταν ήδη αργά και έπρεπε να πάω για ύπνο. Το περπάτημα και η σκέψη με είχαν εξαντλήσει. Στέγνωσα τα μαλλιά μου, έβαλα τη μπαντάνα μου για πλύσιμο, έκρυψα τη φυσαρμόνικα στο παιδικό μου δωμάτιο και ξάπλωσα. Σκεφτόμουν πως δεν αποχαιρέτησα τον Bobby και μου κακοφάνηκε. Μετά σκέφτηκα πως με την πρώτη ευκαιρία θα τον ξαναδώ, οπότε οι τύψεις στη συνείδησή μου έφυγαν μονομιάς, όπως και το bourbon στο φλασκί. Το κρύο έχει ήδη φτάσει στην Αθήνα για τα καλά, αλλά ευτυχώς η υγρασία της Νέας Ορλεάνης ήταν χειρότερη και δεν χρειάστηκε να ανάψω τη θέρμανση. Έκανα μάταιες προσπάθειες να σκεφτώ τι θα έκανα σήμερα, αλλά κατέληξα να δω τρεις ταινίες back-to-back για να περάσει η ώρα και να κατεβάσω τρεις καφέδες για να μείνω ξύπνιος. Τελικά, θα μπορούσα να κοιμάμαι όλη μέρα και δεν θα είχε καμία διαφορά. Αύριο λέω να πεταχτώ και πάλι μέχρι το καπηλειό. Μου έλειψαν το bourbon, οι μυρωδιές και το χώμα στα μαλλιά μου. Άσε που χτες δεν πρόλαβα να χαιρετήσω τον κόσμο, έφυγα τσάρκα μαζί με την βροχή.
Bobby κοιμάσαι; Τι κάνεις αύριο;

Τρίτη 5 Οκτωβρίου 2010

Τα πρώτα υγρά της ημέρας.


Όλα ξεκινάνε με ένα καλό κατούρημα. Είναι η στιγμή που, είτε θες να το παραδεχτείς είτε όχι, καταφέρνει να σε ξυπνήσει περισσότερο από κάθε άλλη δραστηριότητά σου μέσα στην ημέρα. Είναι η στιγμή που μπορείς και σκέφτεσαι τα περισσότερα πράγματα ταυτόχρονα – να μη λερώσεις το καπάκι της τουαλέτας, το οποίο από τη νύστα βαρέθηκες να σηκώσεις, να μην ξεχάσεις να πάρεις τηλέφωνο για Χρόνια Πολλά, να βάλεις το νερό να ζεστάνει για να φτιάξεις καφέ, να θυμηθείς να πετάξεις τα σκουπίδια, να κάνεις μπάνιο πριν φύγεις ώστε να μην πάρεις ετεροχρονισμένα χαμπάρι πως το αποσμητικό αποδίδει καλύτερα πάνω σε καθαρή μασχάλη και όχι πάνω σε σμήγμα, να βγάλεις από την κατάψυξη τον κιμά να ξεπαγώνει και ίσως να πληρώσεις τα κοινόχρηστα. Βέβαια, το να καταφέρεις τελικά να μην λερώσεις το καπάκι είναι και το μεγαλύτερο κατόρθωμα, μιας και τα πρώτα υγρά της ημέρας είναι εφάμιλλα του αυνανισμού – άντε να προσέξεις που καταλήγουν.

Η επόμενη κίνηση αποδεικνύει ότι ακόμα και σε φάση κατρακύλας πρέπει να έχεις χιούμορ. Όποιος δεν γελάει με τον εαυτό του σε κατάσταση ημικατάθλιψης και ολικής, φατσικής παραμόρφωσης, τότε μάλλον τον έχει πάρει πολύ στα σοβαρά. Αν τα μάτια είναι ο καθρέφτης της ψυχής και εσύ μπορείς να δεις τα μάτια σου μόνο μέσα από έναν καθρέφτη, τότε κάθε μέρα για τουλάχιστον καμιά δεκαριά φορές κοιτάς κατάματα την ψυχή σου και παραμένεις ακλόνητος και σοβαρός. Μόνο που μετά από ένα τέτοιο κατούρημα, η σοβαροφάνεια απαγορεύεται. Γέλα με τα χάλια σου επιτέλους.

Η διαδικασία που χρονοβόρα και επιμελημένα ακολουθείς μέχρι να βγεις από το σπίτι αποτελεί ένα βασικό τμήμα της ιεροτελεστίας που ποτέ δεν ακολουθείς για να κάνεις τίποτα άλλο στον κόσμο. Διαθέτει αρχή (πλύσιμο δοντιών, αποσμητικό και χτένισμα), μέση (πρωινό και ντύσιμο), αλλά και τέλος (οργάνωση των πραγμάτων που πρέπει να βάλεις στην τσέπη ή την τσάντα, ώστε να φέρεις σε πέρας όλα αυτά που σκεφτόσουν την ώρα που κατούραγες). Τόση σκέψη και τόσος ψυχαναγκασμός δεν υπάρχει ακόμα και στην παραδοχή μιας απρεπούς ενοχής – εκεί κατουριέσαι αφού την παραδεχτείς. Πολλές φορές αερίζεσαι κιόλας, αλλά μόλις μπήκαμε σε φερμουάρ άλλου παντελονιού.

Αφού τα κάνεις όλα αυτά και είσαι έτοιμος να ξεκινήσεις τη μέρα σου, έρχεται η άβολη στιγμή που σκέφτεσαι: «Ο κόσμος λέει συνέχεια ότι πρέπει να ζεις την κάθε μέρα σα να είναι η πρώτη μέρα της υπόλοιπης ζωής σου». Αυτό όμως τι σημαίνει; Ότι έχεις το περιθώριο να επιβιώσεις άλλη μια μέρα, χωρίς να σε νοιάζει και ιδιαίτερα τι θα συμβεί, όπως ακριβώς έκανες μέχρι τώρα, μιας και την αυριανή μέρα μπορείς να τη βαφτίσεις παρομοίως; Αυτές οι θεωρίες είναι για αυτούς που κατουράνε πάντα μέσα στη λεκάνη και προσέχουν που καταλήγει ο αυνανισμός τους. Για τους υπόλοιπους υπάρχει μια άλλη θεωρία που λέει: «Ζήσε την κάθε σου μέρα σα να είναι η τελευταία της ζωής σου». Κι αν δεν βρεις τον εαυτό σου να παλεύει για να αρπάξει από τα μαλλιά την ευτυχία, τότε κάτσε και κοίτα καμιά δεκαριά φορές ακόμα τον καθρέφτη της ψυχής σου και πρόσεξε μη σου στάξει το ρίμελ.
Καλημέρα!

Τετάρτη 22 Σεπτεμβρίου 2010

Όταν ο κόσμος είδε τον Jim Morrison ξένο, ο Θεός τον είδε παράξενο.


Είναι παράξενο να περπατάς ανάμεσα σε κόσμο και να μην τον βλέπεις. Είναι παράξενο να προσπαθείς να τον δεις, αλλά να σου είναι ξένος. Είναι εξίσου παράξενο να θες να ξεχωρίσεις με κάποιον τρόπο που θα τον βάφτιζες περισσότερο καρμικό παρά μαγικό, ενώ θα μπορούσε να είναι παράξενο το γεγονός ότι αυτό που σου μοιάζει ξένο ή παράξενο, είναι και αυτό που βρίσκεται πιο κοντά σου από το οτιδήποτε. Άλλωστε, ποιος έχει τη διαύγεια να βάλει ταμπέλες στην προσπάθειά του να αγαπηθεί και να αγαπήσει;
Ο κόσμος βλέπει τα πάντα παράξενα γιατί αυτός είναι ο ρόλος του. Όταν τοποθετείσαι μέσα στον κόσμο, είσαι παράξενος. Όταν αποστασιοποιείσαι και τουμπάρεις τα μάτια στα εντός, γίνεσαι ξένος. Αυτό δεν σταματάει ποτέ όμως την ανάγκη σου για συναισθηματική ικανοποίηση, μιας και αυτές οι ταμπέλες είναι αντίστοιχα συναισθηματικό αντίβαρο στην αθωότητα που κουβαλάς. Και επειδή αυτή η αθωότητα δεν σε βοήθησε ποτέ και σε τίποτα, τη γυρνάς στα μπρούμυτα και την καβαλάς μέχρι να σκάσει. Τότε παίρνεις το ρόλο του παράξενου ή το ρόλο του ξένου. Εκτός κι αν τα κάνεις και τα δύο ταυτόχρονα, κάτι που στην νεοελληνική ονομάζεται προσωπειακή παρτούζα.
Τι είναι αυτό όμως που στέκεται εμπόδιο στο να αγαπήσεις και να αγαπηθείς εξίσου; Γιατί ο ρομαντισμός μοιάζει ξένος και όταν τον πλησιάζεις με κάποιον τρόπο, ο αποδέκτης αυτού τον ονομάζει παράξενο; Είναι ο συντηρητισμός που διογκώνεται με γεωμετρική πρόοδο; Είναι οι δεκαετίες και ο πολιτισμός που κτίζουν, που δεν επιτρέπουν σε κανέναν να διεκδικήσει, αλλά πολύ περισσότερο να διεκδικηθεί; Είναι η μουσική που βγαίνει από τους υπολογιστές; Είναι η κρυμμένη αθωότητα που έχει πνιγεί από τις ταμπέλες ή μήπως είναι τελικά η φανερή πονηράδα που δικαιολογεί ίσως για πρώτη φορά στην ιστορία των θεμάτων της καρδιάς τον όρο “Παρθενογένεση”;
Θυμάμαι από την προηγούμενή μου ζωή πως η αγάπη ήταν αθώα. Το ίδιο και το μίσος, η εγκυμοσύνη, η επανάσταση, η μουσική, η θέση, η αντίθεση, η χαρά και η θλίψη. Θυμάμαι τη στιγμή που μέθυσα παρέα με τον Jim και εκείνος ξάπλωσε στον καρπό μου για να μου πει την ιστορία του κι εγώ νευρίασα και του έσπασα τη μποτίλια με το αλκοόλ στο κεφάλι. Κι ένας ή πολλοί Θεοί ξέρουν πόση ανάγκη είχα τη μποτίλια. Θυμάμαι ότι το τραγούδι δε φτιαχνόταν από ανθρώπους του ωδείου, αλλά από ανθρώπους που έμοιαζαν ξένοι, ενώ στην πραγματικότητα ήταν απλά παράξενοι. Θυμάμαι ότι η γύμνια ήταν αντίσταση, αλλά σε καμία περίπτωση δεν αντιστεκόσουν γυμνός. Θυμάμαι τον εαυτό μου ξένο σε πόλεις και αλάνες, προσπαθώντας να μάθω για την αγάπη. Τον θυμάμαι όμως και παράξενο, ζώντας την. Θυμάμαι τα ξένα και τα παράξενα με μια βασική διαφορά – τότε δεν είχαν τις ταμπέλες που βάζω σε αυτό το γραφτό, τούτη τη στιγμή που τα θυμάμαι.
Τελικά, ίσως και να μην μπορείς να αγαπήσεις και να αγαπηθείς όσο επιτρέπεις στον εαυτό σου να είσαι ξένος ή παράξενος στα μάτια των ανθρώπων και στα μάτια του Θεού. Και ιδιαίτερα όταν επιτρέπεις στον Θεό που ελπίζεις να το κάνει για σένα γιατί δεν έχεις τα κότσια να το σταματήσεις. Κι αν η αθωότητά σου είναι όντως πνιγμένη και δεν σώζεται ούτε με μπρατσάκια, sorry, αλλά είσαι για τα μπάζα.
Δεν ξέρω ποιο ήταν το μυστικό του Jim, που τον έκανε τόσο ξένο και τόσο παράξενο σε μια εποχή που αυτοί οι όροι δεν ήταν ακόμα δόκιμοι. Θα μου πεις όμως, αν ήξερα την απάντηση, δεν θα του είχα σπάσει τη μποτίλια στο κεφάλι. Τουλάχιστον ξέρω ότι η προσπάθεια για την αγάπη και την αποδοχή μπορεί να σε κάνει οτιδήποτε. Τα λιγότερα από δαύτα είναι ξένο και παράξενο. Κι αν δεν ταιριάζεις στην εποχή σου, δεν τρέχει και τίποτα. Έζησες και σε άλλες εποχές, κάνε μια τσάρκα και κάτι θα βρεις ως ο παράξενος που τον περνούν για ξένο. Οι πόρτες του παρελθόντος και του μέλλοντος, άλλωστε, είναι στην πραγματικότητα μία. Και μάλιστα περιστρεφόμενη. Σαν την αγάπη.

(Για την δεκαετία του 60’. Για τον Jim Morrison. Για την Janis Joplin. Για τον Martin Luther King. Για το κίνημα της νεολαίας. Για αυτά που ειπώθηκαν. Για αυτά που δεν πρόλαβαν να ειπωθούν και έμειναν επτασφράγιστα για άλλα στόματα. Για όσους γεννήθηκαν μετά και τα υπέγραψαν και για όσους πέθαναν νωρίτερα και τα οραματίστηκαν.)