Πέμπτη 28 Οκτωβρίου 2010

Εγώκαιρος.


Εγώ, το: Η συνείδηση της ατομικότητας. Στη θεωρία της ψυχανάλυσης, το τμήμα της ανθρώπινης προσωπικότητας που βρίσκεται σε επαφή με τον εξωτερικό κόσμο.

Αν το τμήμα μου, που βρίσκεται σε επαφή με τον κόσμο είναι το εγώ μου, τότε θα ήθελα να είμαι πολλαπλή προσωπικότητα για να το απολαμβάνω. Γιατί αν μέσα στο εγώ μου συμπεριλαμβάνεται και το τμήμα της ανθρώπινης συνείδησης, που ευνοεί άτυπα και υποκειμενικά (δεν θα μπορούσε αλλιώς) τον εαυτό της, τότε τα λάθη παίζουν ντόμινο πίσω από το κεφάλι μου και ετοιμάζονται για σφαγή.

Το εγώ είναι ύπουλο, όσο και ένα τρίτο σφηνάκι – νομίζεις ότι δεν σε έχει αγγίξει καν, ενώ ήδη παραπατάς. Λειτουργεί πάντα σύμφωνα με αυτό που υποστηρίζεις, αλλά και πάντα σε συνάρτηση με αυτό που συμβαίνει γύρω σου. Κι αν αυτά (σύμφωνα με το σφηνάκι πάντα) είναι η καλή σου διάθεση, τα νεύρα σου, μια προαγωγή, ένας χωρισμός, κάποιες ενοχλητικές και αδιάκριτες αιμορροΐδες, ο κόσμος που χορεύει, η απαίσια, κλαπατσίμπαλη μουσική, οι καλές κιθάρες, το κάθισμα που δεν βολεύει, το μπαρ που εξυπηρετεί για κεράσματα, αλλά και πολλά άλλα, τότε καταλαβαίνεις ότι ο βαθμός που το εγώ σου μπορεί να σε προσδιορίσει είναι επικίνδυνος και ασταθής.

Από την άλλη βέβαια, το εγώ δεν μπορείς να το αλλάξεις. Η παρουσία του και η αναλογία του στη διαμόρφωσή σου είναι κάτι σαν το παραπάνω λάδι στη σαλάτα – άντε να την ξεπλύνεις και να ξαναβάλεις πάλι τη σωστή πρέζα. Πόρισμα; Θα τη φας όπως ακριβώς την έφτιαξες – λιπαρή, χυμώδη, ανισόρροπη στη γεύση, αλλά και ιδανική για παπάρα. Αν τώρα μπεις στη διαδικασία να παρομοιάσεις το ψωμί με τις αποφάσεις σου, παπαριασμένες στο παραπάνω και λιπαρό εγώ του φαγητού που τρως καθημερινά, την έκατσες.

Καιρός, ο : Η κατάσταση της ατμόσφαιρας που προσδιορίζεται κυρίως από τη θερμοκρασία του αέρα και του εδάφους, από την ατμοσφαιρική πίεση, από την υγρασία και από την ταχύτητα των ανέμων.

Οι άνθρωποι είναι σαν την ατμόσφαιρα πάνω-κάτω. Επηρεάζονται και προσδιορίζονται από πολλούς και αστάθμητους παράγοντες, την ίδια στιγμή που κάθε ένας παράγοντας μπορεί να φέρει και εναλλακτικό αποτέλεσμα, δρώντας με τον ίδιο και απαράλλαχτο τρόπο. Εκτός από τα έντονα καιρικά φαινόμενα, όπως είναι το πέταγμα της πεταλούδας, ο τυφώνας Κατρίνα, το πολικό ψύχος και οι 50 βαθμοί Κελσίου της ερήμου Σαχάρα. Εκεί δεν υπάρχουν και πολλά περιθώρια συναισθηματικής ευελιξίας.

Πάντα παρομοίαζα τον καιρό με την διάθεση. Θεωρώ πως, άμεσα ή έμμεσα, αυτά τα δύο είναι αλληλένδετα. Αν έχει συννεφιά, τότε η μελατονίνη κάνει πάρτι κατάθλιψης στον εγκέφαλό σου και μάλιστα σε αφήνει απρόσκλητο με το μπουκάλι στο χέρι. Αν έχει υγρασία, τότε βήχεις χωρίς λόγο και κολλάς παντού, όχι με τον καλώς εννοούμενο τρόπο, στοιχεία που μπορούν ενίοτε να σε εκνευρίσουν και να σε φέρουν σε δύσκολη θέση. Αν έχει ήλιο, οι σεξουαλικές σου διαθέσεις/επιδόσεις φτάνουν στα επαγγελματικά επίπεδα της Silicon Valley, ενώ αν χιονίζει, το λευκότερο λευκό σε ηρεμεί σε σημείο που κανένα πολιτικό debate δεν σου φαίνεται υποκριτικό. Για φαντάσου…

Τα σημάδια του καιρού συνθέτουν μια πολλαπλή προσωπικότητα, ακριβώς σαν κι αυτή που θα ήθελα να συνθέτει το εγώ μου για να επικοινωνώ με τον εξωτερικό κόσμο. Τώρα που το σκέφτομαι είναι το ίδιο πράγμα, μιας και πάλι σε μένα έχει αντίκτυπο. Αυτή η ψυχοπαθής περσόνα είναι προετοιμασμένη για όλα. Έχει τάσεις φυγής από παντού και για παντού. Προβλέπει, αλλά δεν προβλέπεται. Υγραίνει το τοπίο της που και που, αλλά επανέρχεται στα στεγνά της για να κρατήσει τις ισορροπίες. Βγάζει χρώματα για ανταμοιβή, την ίδια στιγμή που αερίζεται δημόσια, χωρίς να ντρέπεται. Ιδρώνει για να χαρίζει ευδαιμονία και τεστοστερόνη, αλλά καμιά φορά ασπρίζει κιόλας για να μην κακομαθαίνει τους θαμώνες της. Προσαρμόζεται με την εποχή, αλλά ποτέ δεν χαρίζει κάστανα σε μια αναπάντεχη αλλαγή, αν και εφόσον τη γουστάρει. Κι αν πέφτει σε κατάθλιψη που και που, έχει το εγώ της να παίζει ντόμινο με τα λάθη του για ψυχαγωγία.

Κοίτα να δεις. Τελικά, μόνο Αιγόκερως θα μπορούσα να είμαι.

Τετάρτη 20 Οκτωβρίου 2010

The butterfly effect.


Όταν έχεις φτάσει στην ουρά του Οκτώβρη και , ως αποτέλεσμα, στο κατακάθι της χρονιάς, προσδοκείς από το δίκαιο σύμπαν να αποζημιώσει τους κόπους σου και τα bullets στο πρόγραμμα που είχες πει ότι θα ακολουθήσεις κατά τη διάρκεια της τρέχουσας χρόνιας, τέτοια περίοδο πέρυσι. Αυτό που δεν έχεις υπολογίσει όμως μέσα στα bullets είναι ότι το δίκαιο σύμπαν λειτουργεί τόσο δίκαια όσο και η πολιτική σου συνείδηση - πάντα σου υπαγορεύει ότι θα ψηφίσεις και θα γίνεις ενεργός ως πολίτης, αλλά σε έχει ήδη φάει η καλοπέραση, η οποία μόλις τώρα ορίζω πως περνάει γονιδιακά από τη μία γενιά στην άλλη στα πλαίσια της Ελληνικής-και-καλά-(μοιρο)Δημοκρατίας. Με το σύμπαν λοιπόν να συνωμοτεί με την κυβέρνηση για τη δίκαιη διεξαγωγή της ζωής σου, μάλλον έχεις το παιχνίδι και τα bullets χαμένα από χέρι.
Αποφασίζεις, εύλογα ή όχι, πως το πρόγραμμα που θα φτιάξεις για τη νέα χρονιά θα απαρτίζεται από στόχους και λύσεις που θα σέβονται τον εν λόγω συνασπισμό. Υπολογίζεις τις συνθήκες, τους όρους σύμφωνα με τους οποίους θα προβείς σε ενέργειες, την υλοποίηση αυτών, τις συνέπειες, αλλά και το κόστος μιας πιθανής αποτυχίας. Κάνεις τη σούμα και βγάζεις το συμπέρασμα πως ούτε αυτό είναι αρκετό. Γιατί μια πεταλούδα θα πετάξει στο Τόκιο τον ερχόμενο Μάρτιο και αυτό θα προκαλέσει τυφώνα στο Los Angeles, που εσύ υπολογίζεις να πας για διακοπές μαζί με το άλλο σου μισό. Και τότε διαπιστώνεις ότι πάντα στα σχέδια σου θα πρέπει να υπολογίζεις και την ειρωνεία της φύσης, η οποία μετά από τόση κατάχρηση το διασκεδάζει, επιστρέφοντας τα πυρά. Με λίγα λόγια: Τζίφος και πάλι.
Αφού μέσα σε όλο αυτό βάζεις σφήνα και τα καπρίτσια του καιρού, πας να ολοκληρώσεις το πρόγραμμά σου για την επόμενη χρονιά, η οποία σε θέλει υπάκουο σκυλί της τροφαντής σου συνείδησης και άξιο διάδοχο της οικογενειακής περιουσίας. Μόνο που εσύ δεν είσαι μέσα στην άτυχη γενιά των 700 ευρώ. Εσύ ανήκεις στην τρισκατάρατη-από-τις-μονόφθαλμες-μάγισσες-της-Νέας-Ορλεάνης γενιά των 600 και κάτι ευρώ, η οποία έχει ως μοναδικά της δικαιώματα τα εξής:
• Να πατάει χρόνιο pause στα όνειρα.
• Να κάνει οικονομίες από την τρύπα στο νερό, που έχει κληθεί να δημιουργήσει.
• Να κάνει πλήρες οκτάωρο στο να ψάχνει για δουλειά, χωρίς κανείς να της κολλάει ένσημα.
• Να έρχεται πρώτη στην πυραμίδα της σεξουαλικής όρεξης, μιας και δεν έχει τίποτα καλύτερο και φθηνότερο να κάνει.
• Να σβήνει ένα-ένα τα bullets που δεν μπορεί να πραγματοποιήσει.
Το τελευταίο από μόνο του αναιρεί τα πάντα. Και αυτό σε οδηγεί στη προφανή λύση: Να φας μια πιθανή περιουσία σα να προοριζόταν από την αρχή για μηνιαίο μισθό.
Αφού έχεις μελετήσει μέχρι και την τελευταία λεπτομέρεια για το πρόγραμμα και τους στόχους της νέας σεζόν, το ποστάρεις στο ψυγείο σου, στο desktop, στην ντουλάπα, στο γραφείο της δουλειάς (?), στη λεκάνη της τουαλέτας, αλλά και στο μαξιλάρι, μπας και γίνει με τον καιρό το πρώτο πράγμα που θα βλέπεις όταν ξυπνάς και το τελευταίο πριν πας για ύπνο. Το διαβάζεις, το μαθαίνεις απόξω κι ανακατωτά, το μουρμουρίζεις στον ύπνο σου, το τραγουδάς στον ξύπνιο σου, το φαντάζεσαι όταν έχεις οργασμό, το ξερνάς με τον εμετό σου όταν μεθάς, το κάνεις γαργάρα όταν πλένεις τα δόντια σου, μέχρι που φτάνει ο Οκτώβρης του 2011. Τότε διαπιστώνεις πως όλοι οι παράγοντες που συντέλεσαν στο πολυπόθητο πρόγραμμά σου είναι και αυτοί που τελικά το απολαμβάνουν, ενώ εσύ βασανίζεσαι να τους ικανοποιήσεις έναν προς έναν και χωρίς περικοπές.
Τελικά, πόση εμπιστοσύνη μπορεί να έχει κάποιος σε μια χώρα, που το σύμπαν της γράφει με bullets και ο Οκτώβρης της έχει ακόμα ηλιοφάνεια;

Δευτέρα 11 Οκτωβρίου 2010

Bourbon, φυσαρμόνικα και χώμα στα μαλλιά.


Πήρα το τρένο που λες χτες και ταξίδεψα μέχρι τη Νέα Ορλεάνη, εκεί που συνήθιζα να πηγαίνω με τον Bobby στην προηγούμενή μου ζωή. Τα ναύλα ήταν εξευτελιστικά φτηνά, αλλά αυτό είναι λογικό, συνυπολογίζοντας το γεγονός ότι έχουν περάσει τέσσερις δεκαετίες από τότε. Φορούσα τη βρώμικη μπαντάνα μου κατά τη διάρκεια της διαδρομής, ως συνήθως, έπαιζα φυσαρμόνικα και ο Bobby τραγουδούσε βραχνά την ψυχή του στην κλίμακα των blues. Οι γαλλικές συνοικίες δεν έμοιαζαν ποτέ πιο μίζερες και πιο όμορφες. Το ίδιο κι εμείς.
Αν και ήμουν φτιαγμένος και δεν καταλάβαινα πολλά, το άρωμα του ονείρου στη γειτονιά που μαγείρευε τα παντζάρια του ο Tom Robins ήταν λυτρωτικό. Σε αυτή τη διασταύρωση η μπόχα είναι τόσο έντονη από τα κόπρανα των ζώων και τις αναπνοές των θαμώνων, που τα μάτια σου δακρύζουν στην πρώτη τζούρα που θα πάρεις μύτη. Τη στιγμή λοιπόν που περνάς έξω από το εργαστήρι, διαπιστώνεις πόσο σημαντική είναι η αίσθηση της όσφρησης, πόσο καταλυτική η μαγειρική ενός θείου αρώματος και πόσες ώρες χρειάζεσαι μετά για να συνηθίσεις και πάλι την αίσθηση του οξυγόνου στα ρουθούνια σου. Εκτός κι αν είσαι τύφλα, όπως εγώ. Από αυτή τη διασταύρωση περνάνε όλες οι μνημόσυνες ακολουθίες και πάνω σε αυτή χρίζονται με προσευχές και ξόρκια οι νέοι φορείς των μυστηρίων. Σε μια τέτοια τελετή έμαθα να παίζω φυσαρμόνικα.
Τριγυρνώντας τα σοκάκια, συνειδητοποίησα ότι μπορώ να μιλήσω γαλλικά. Ο Bobby δυσκολευόταν, οπότε άφησε τα νταλαβέρια σε μένα. Για ένα περίεργο λόγο όλοι μιλούσαν γαλλικά. Για να είμαι ειλικρινής, δεν θυμάμαι τον αρχικό λόγο που πήγαμε εκεί, αλλά, όπως προανέφερα, ήμασταν φτιαγμένοι. Το θέμα είναι ότι καταλήξαμε σε ένα καπηλειό να πίνουμε bourbon και να τρώμε ελιές, την ίδια στιγμή που ο ιδιοκτήτης, ένας αρχοντάνθρωπος με ναυτική ένδυση, αποφάσισε να μας ανεβάσει στη σκηνή για να παίξουμε μουσική. Εγώ του είπα ότι ο φίλος μου μπορεί να τραγουδήσει μόνο στα αγγλικά, οπότε αυτός αντιπρότεινε να τραγουδήσω εγώ. Έδωσα τη φυσαρμόνικα στον Bobby, εκείνος στράβωσε (με τα δίκια του) και ξεκινήσαμε. Μέσα σε λίγα λεπτά το καπηλειό είχε γεμίσει με ντόπιους, ζώα που πέρναγαν μετά την αφόδευσή τους στη διασταύρωση, μάγισσες με ένα μάτι, τα μέλη ενός περιπλανώμενου, θεατρικού θιάσου, μια κουκουβάγια που έκλεινε το μάτι στον Bobby και μια γριά ζητιάνα που τριβόταν στον αρχοντάνθρωπο ιδιοκτήτη και του ζήταγε να μπει μέσα της. Εκείνος φυσικά δεν έκανε ποτέ κάτι τέτοιο, μιας και είναι κατανοητό πως αν έλεγε ναι, η γριά δεν θα άντεχε λόγω ηλικίας. Ήταν κύριος, καταλαβαίνεις. Ο Bobby πάλι ενέδωσε αργότερα στην κουκουβάγια.
Κάπου εκεί έπιασε μπόρα και καθάρισε επιτέλους το μαλλί μου από το χώμα και τον ιδρώτα. Ο Bobby ήταν απασχολημένος, οπότε του πήρα τη φυσαρμόνικα και έκανα μια γύρα μόνος μου μέσα στην καταποντισμένη Ορλεάνη της άλλης πλευράς του Ατλαντικού. Ήταν μια καλή ευκαιρία να σκεφτώ, να παίξω μουσική για μένα και να πιω λίγο παραπάνω bourbon – άλλωστε, που θα έβρισκα τόσο καλό όταν θα επέστρεφα;
Είναι ευλογία που η Νέα Ορλεάνη βρίσκεται κοντά στο πατρικό μου. Μπορώ και πηγαίνω όποτε θέλω κάθε φορά που έρχομαι να δω τους δικούς μου. Είναι ακριβώς πέρα από το λιμάνι και πίσω από το βουνό, μετά το πάρκο με το γυμναστήριο για τα παιδιά και δύο νότες από blues μακριά από την εργατική ζώνη. Εκεί που μεγάλωσα μπορεί να μην άκουγα ποτέ μουσική, στο όριο όμως ανάμεσα στο πατρικό μου και στο ταξίδι για την προηγούμενη ζωή στη Νέα Ορλεάνη έπαιζαν όλοι τρομπέτα και φυσαρμόνικα, είχαν χορωδίες και έκαναν μάγια στα τρίστρατα για την Εκάτη. Μάλλον για αυτό και μπορώ να φτάνω εύκολα εκεί. Παίζοντας μερικά τρίηχα για να βηματίζω γοργά.
Η σκέψη είχε ξεφύγει και το bourbon τελείωνε. Ευτυχώς είχα φλασκί στις μπότες, δεν μου αρέσει να ξεμένω από αλκοόλ. Από αλκοόλ και νότες πιο συγκεκριμένα. Καλά, από αλκοόλ, νότες και χώμα στα μαλλιά μου. Αν δεν έχω ένα από όλα αυτά, δεν θέλω να έχω τίποτα. Χτες τα είχα όλα. Μέχρι και που υπήρχαν στιγμές ευδαιμονίας.
Όταν επέστρεψα, ήταν ήδη αργά και έπρεπε να πάω για ύπνο. Το περπάτημα και η σκέψη με είχαν εξαντλήσει. Στέγνωσα τα μαλλιά μου, έβαλα τη μπαντάνα μου για πλύσιμο, έκρυψα τη φυσαρμόνικα στο παιδικό μου δωμάτιο και ξάπλωσα. Σκεφτόμουν πως δεν αποχαιρέτησα τον Bobby και μου κακοφάνηκε. Μετά σκέφτηκα πως με την πρώτη ευκαιρία θα τον ξαναδώ, οπότε οι τύψεις στη συνείδησή μου έφυγαν μονομιάς, όπως και το bourbon στο φλασκί. Το κρύο έχει ήδη φτάσει στην Αθήνα για τα καλά, αλλά ευτυχώς η υγρασία της Νέας Ορλεάνης ήταν χειρότερη και δεν χρειάστηκε να ανάψω τη θέρμανση. Έκανα μάταιες προσπάθειες να σκεφτώ τι θα έκανα σήμερα, αλλά κατέληξα να δω τρεις ταινίες back-to-back για να περάσει η ώρα και να κατεβάσω τρεις καφέδες για να μείνω ξύπνιος. Τελικά, θα μπορούσα να κοιμάμαι όλη μέρα και δεν θα είχε καμία διαφορά. Αύριο λέω να πεταχτώ και πάλι μέχρι το καπηλειό. Μου έλειψαν το bourbon, οι μυρωδιές και το χώμα στα μαλλιά μου. Άσε που χτες δεν πρόλαβα να χαιρετήσω τον κόσμο, έφυγα τσάρκα μαζί με την βροχή.
Bobby κοιμάσαι; Τι κάνεις αύριο;

Τρίτη 5 Οκτωβρίου 2010

Τα πρώτα υγρά της ημέρας.


Όλα ξεκινάνε με ένα καλό κατούρημα. Είναι η στιγμή που, είτε θες να το παραδεχτείς είτε όχι, καταφέρνει να σε ξυπνήσει περισσότερο από κάθε άλλη δραστηριότητά σου μέσα στην ημέρα. Είναι η στιγμή που μπορείς και σκέφτεσαι τα περισσότερα πράγματα ταυτόχρονα – να μη λερώσεις το καπάκι της τουαλέτας, το οποίο από τη νύστα βαρέθηκες να σηκώσεις, να μην ξεχάσεις να πάρεις τηλέφωνο για Χρόνια Πολλά, να βάλεις το νερό να ζεστάνει για να φτιάξεις καφέ, να θυμηθείς να πετάξεις τα σκουπίδια, να κάνεις μπάνιο πριν φύγεις ώστε να μην πάρεις ετεροχρονισμένα χαμπάρι πως το αποσμητικό αποδίδει καλύτερα πάνω σε καθαρή μασχάλη και όχι πάνω σε σμήγμα, να βγάλεις από την κατάψυξη τον κιμά να ξεπαγώνει και ίσως να πληρώσεις τα κοινόχρηστα. Βέβαια, το να καταφέρεις τελικά να μην λερώσεις το καπάκι είναι και το μεγαλύτερο κατόρθωμα, μιας και τα πρώτα υγρά της ημέρας είναι εφάμιλλα του αυνανισμού – άντε να προσέξεις που καταλήγουν.

Η επόμενη κίνηση αποδεικνύει ότι ακόμα και σε φάση κατρακύλας πρέπει να έχεις χιούμορ. Όποιος δεν γελάει με τον εαυτό του σε κατάσταση ημικατάθλιψης και ολικής, φατσικής παραμόρφωσης, τότε μάλλον τον έχει πάρει πολύ στα σοβαρά. Αν τα μάτια είναι ο καθρέφτης της ψυχής και εσύ μπορείς να δεις τα μάτια σου μόνο μέσα από έναν καθρέφτη, τότε κάθε μέρα για τουλάχιστον καμιά δεκαριά φορές κοιτάς κατάματα την ψυχή σου και παραμένεις ακλόνητος και σοβαρός. Μόνο που μετά από ένα τέτοιο κατούρημα, η σοβαροφάνεια απαγορεύεται. Γέλα με τα χάλια σου επιτέλους.

Η διαδικασία που χρονοβόρα και επιμελημένα ακολουθείς μέχρι να βγεις από το σπίτι αποτελεί ένα βασικό τμήμα της ιεροτελεστίας που ποτέ δεν ακολουθείς για να κάνεις τίποτα άλλο στον κόσμο. Διαθέτει αρχή (πλύσιμο δοντιών, αποσμητικό και χτένισμα), μέση (πρωινό και ντύσιμο), αλλά και τέλος (οργάνωση των πραγμάτων που πρέπει να βάλεις στην τσέπη ή την τσάντα, ώστε να φέρεις σε πέρας όλα αυτά που σκεφτόσουν την ώρα που κατούραγες). Τόση σκέψη και τόσος ψυχαναγκασμός δεν υπάρχει ακόμα και στην παραδοχή μιας απρεπούς ενοχής – εκεί κατουριέσαι αφού την παραδεχτείς. Πολλές φορές αερίζεσαι κιόλας, αλλά μόλις μπήκαμε σε φερμουάρ άλλου παντελονιού.

Αφού τα κάνεις όλα αυτά και είσαι έτοιμος να ξεκινήσεις τη μέρα σου, έρχεται η άβολη στιγμή που σκέφτεσαι: «Ο κόσμος λέει συνέχεια ότι πρέπει να ζεις την κάθε μέρα σα να είναι η πρώτη μέρα της υπόλοιπης ζωής σου». Αυτό όμως τι σημαίνει; Ότι έχεις το περιθώριο να επιβιώσεις άλλη μια μέρα, χωρίς να σε νοιάζει και ιδιαίτερα τι θα συμβεί, όπως ακριβώς έκανες μέχρι τώρα, μιας και την αυριανή μέρα μπορείς να τη βαφτίσεις παρομοίως; Αυτές οι θεωρίες είναι για αυτούς που κατουράνε πάντα μέσα στη λεκάνη και προσέχουν που καταλήγει ο αυνανισμός τους. Για τους υπόλοιπους υπάρχει μια άλλη θεωρία που λέει: «Ζήσε την κάθε σου μέρα σα να είναι η τελευταία της ζωής σου». Κι αν δεν βρεις τον εαυτό σου να παλεύει για να αρπάξει από τα μαλλιά την ευτυχία, τότε κάτσε και κοίτα καμιά δεκαριά φορές ακόμα τον καθρέφτη της ψυχής σου και πρόσεξε μη σου στάξει το ρίμελ.
Καλημέρα!

Τετάρτη 22 Σεπτεμβρίου 2010

Όταν ο κόσμος είδε τον Jim Morrison ξένο, ο Θεός τον είδε παράξενο.


Είναι παράξενο να περπατάς ανάμεσα σε κόσμο και να μην τον βλέπεις. Είναι παράξενο να προσπαθείς να τον δεις, αλλά να σου είναι ξένος. Είναι εξίσου παράξενο να θες να ξεχωρίσεις με κάποιον τρόπο που θα τον βάφτιζες περισσότερο καρμικό παρά μαγικό, ενώ θα μπορούσε να είναι παράξενο το γεγονός ότι αυτό που σου μοιάζει ξένο ή παράξενο, είναι και αυτό που βρίσκεται πιο κοντά σου από το οτιδήποτε. Άλλωστε, ποιος έχει τη διαύγεια να βάλει ταμπέλες στην προσπάθειά του να αγαπηθεί και να αγαπήσει;
Ο κόσμος βλέπει τα πάντα παράξενα γιατί αυτός είναι ο ρόλος του. Όταν τοποθετείσαι μέσα στον κόσμο, είσαι παράξενος. Όταν αποστασιοποιείσαι και τουμπάρεις τα μάτια στα εντός, γίνεσαι ξένος. Αυτό δεν σταματάει ποτέ όμως την ανάγκη σου για συναισθηματική ικανοποίηση, μιας και αυτές οι ταμπέλες είναι αντίστοιχα συναισθηματικό αντίβαρο στην αθωότητα που κουβαλάς. Και επειδή αυτή η αθωότητα δεν σε βοήθησε ποτέ και σε τίποτα, τη γυρνάς στα μπρούμυτα και την καβαλάς μέχρι να σκάσει. Τότε παίρνεις το ρόλο του παράξενου ή το ρόλο του ξένου. Εκτός κι αν τα κάνεις και τα δύο ταυτόχρονα, κάτι που στην νεοελληνική ονομάζεται προσωπειακή παρτούζα.
Τι είναι αυτό όμως που στέκεται εμπόδιο στο να αγαπήσεις και να αγαπηθείς εξίσου; Γιατί ο ρομαντισμός μοιάζει ξένος και όταν τον πλησιάζεις με κάποιον τρόπο, ο αποδέκτης αυτού τον ονομάζει παράξενο; Είναι ο συντηρητισμός που διογκώνεται με γεωμετρική πρόοδο; Είναι οι δεκαετίες και ο πολιτισμός που κτίζουν, που δεν επιτρέπουν σε κανέναν να διεκδικήσει, αλλά πολύ περισσότερο να διεκδικηθεί; Είναι η μουσική που βγαίνει από τους υπολογιστές; Είναι η κρυμμένη αθωότητα που έχει πνιγεί από τις ταμπέλες ή μήπως είναι τελικά η φανερή πονηράδα που δικαιολογεί ίσως για πρώτη φορά στην ιστορία των θεμάτων της καρδιάς τον όρο “Παρθενογένεση”;
Θυμάμαι από την προηγούμενή μου ζωή πως η αγάπη ήταν αθώα. Το ίδιο και το μίσος, η εγκυμοσύνη, η επανάσταση, η μουσική, η θέση, η αντίθεση, η χαρά και η θλίψη. Θυμάμαι τη στιγμή που μέθυσα παρέα με τον Jim και εκείνος ξάπλωσε στον καρπό μου για να μου πει την ιστορία του κι εγώ νευρίασα και του έσπασα τη μποτίλια με το αλκοόλ στο κεφάλι. Κι ένας ή πολλοί Θεοί ξέρουν πόση ανάγκη είχα τη μποτίλια. Θυμάμαι ότι το τραγούδι δε φτιαχνόταν από ανθρώπους του ωδείου, αλλά από ανθρώπους που έμοιαζαν ξένοι, ενώ στην πραγματικότητα ήταν απλά παράξενοι. Θυμάμαι ότι η γύμνια ήταν αντίσταση, αλλά σε καμία περίπτωση δεν αντιστεκόσουν γυμνός. Θυμάμαι τον εαυτό μου ξένο σε πόλεις και αλάνες, προσπαθώντας να μάθω για την αγάπη. Τον θυμάμαι όμως και παράξενο, ζώντας την. Θυμάμαι τα ξένα και τα παράξενα με μια βασική διαφορά – τότε δεν είχαν τις ταμπέλες που βάζω σε αυτό το γραφτό, τούτη τη στιγμή που τα θυμάμαι.
Τελικά, ίσως και να μην μπορείς να αγαπήσεις και να αγαπηθείς όσο επιτρέπεις στον εαυτό σου να είσαι ξένος ή παράξενος στα μάτια των ανθρώπων και στα μάτια του Θεού. Και ιδιαίτερα όταν επιτρέπεις στον Θεό που ελπίζεις να το κάνει για σένα γιατί δεν έχεις τα κότσια να το σταματήσεις. Κι αν η αθωότητά σου είναι όντως πνιγμένη και δεν σώζεται ούτε με μπρατσάκια, sorry, αλλά είσαι για τα μπάζα.
Δεν ξέρω ποιο ήταν το μυστικό του Jim, που τον έκανε τόσο ξένο και τόσο παράξενο σε μια εποχή που αυτοί οι όροι δεν ήταν ακόμα δόκιμοι. Θα μου πεις όμως, αν ήξερα την απάντηση, δεν θα του είχα σπάσει τη μποτίλια στο κεφάλι. Τουλάχιστον ξέρω ότι η προσπάθεια για την αγάπη και την αποδοχή μπορεί να σε κάνει οτιδήποτε. Τα λιγότερα από δαύτα είναι ξένο και παράξενο. Κι αν δεν ταιριάζεις στην εποχή σου, δεν τρέχει και τίποτα. Έζησες και σε άλλες εποχές, κάνε μια τσάρκα και κάτι θα βρεις ως ο παράξενος που τον περνούν για ξένο. Οι πόρτες του παρελθόντος και του μέλλοντος, άλλωστε, είναι στην πραγματικότητα μία. Και μάλιστα περιστρεφόμενη. Σαν την αγάπη.

(Για την δεκαετία του 60’. Για τον Jim Morrison. Για την Janis Joplin. Για τον Martin Luther King. Για το κίνημα της νεολαίας. Για αυτά που ειπώθηκαν. Για αυτά που δεν πρόλαβαν να ειπωθούν και έμειναν επτασφράγιστα για άλλα στόματα. Για όσους γεννήθηκαν μετά και τα υπέγραψαν και για όσους πέθαναν νωρίτερα και τα οραματίστηκαν.)

Δευτέρα 20 Σεπτεμβρίου 2010

Drama Kings, Drama Queens.


Αυτές οι ισημερίες κάνουν τον μέσο ανθρώπινο εγκέφαλο να παθαίνει αναφυλαξία και μάλιστα στο πλαστικό του μέρος, αυτό που δεν χρησιμοποιείται και, ως αποτέλεσμα, δεν καίγεται. Γιατί με τις ισημερίες έρχονται αλλαγές. Και με τις αλλαγές έρχονται τα φούτερ. Οι καφέδες στην Καρύτση. Οι υπερωρίες. Τα ταιριάσματα. Οι χωρισμοί. Η αραιότερη χρήση αποσμητικού (που όμως έχει ως αποτέλεσμα τη λιγότερη δυσοσμία στα μέσα μεταφοράς λόγω κρύου – ειρωνεία;). Η ρουτίνα. Ακόμα και η διαπίστωση ότι η λεπτή, μπρούτζινη γραμμή που χωρίζει το μαυρισμένο σου δέρμα από την λευκή τσόντα στην περιοχή των απόκρυφων θα ξεκινήσει να πέφτει θύμα τους. Ποιος θα το περίμενε ότι ακόμα και η ηλιοθεραπεία είναι φαλλοκρατική υπόθεση;

Οι ίδιες αυτές αλλαγές προκαλούν μιζέρια. Ο λόγος; Μα, είναι απλό. Η ανθρώπινη ράτσα αποτελείται από drama kings και drama queens. Αν κάτι δεν πηγαίνει καλά, το ρίχνεις στο ξενύχτι και στο ποτό. Αν κάτι οδεύει στο να μην πάει καλά, το ρίχνεις στο ξενύχτι και στο ποτό. Αν κάτι ακολουθεί το δρόμο της ευημερίας και της επιτυχίας, το ρίχνεις στο ξενύχτι και στο ποτό. Αν θεωρείς πως η ρουτίνα σου, σου τρώει τα σωθικά, σου ξεζουμίζει την δημιουργικότητα και σε πετάει στον τοίχο σαν μισοβρασμένο μακαρόνι μέχρι να κολλήσεις, το ρίχνεις στο ξενύχτι και στο ποτό. Αν έρχεται η πολυπόθητη αλλαγή, η οποία θα σε ταρακουνήσει σαν τα μποφόρ στο Κάβο Ντόρο, το ρίχνεις στο ξενύχτι και στο ποτό. Τελικά, ποια αλλαγή και ποιο δεδομένο φέρνει την ευδαιμονία; Περιστασιακά και για να γίνεται κουβέντα, το ξενύχτι και το ποτό.

Αν υπάρχει μια συμπαντική αλήθεια για τις θεμιτές αλλαγές, αυτή ακούει στο “ευσεβής πόθος”. Γιατί κανείς δεν μπορεί να ανακαλέσει το απόφθεγμα ότι κάθε τι που θέλεις πολύ, το φοβάσαι όπως η σερβιέτα την περίοδο. Οι ευσεβείς μας πόθοι άλλωστε είναι όλα τα ενοχικά σύνδρομα που κουβαλάμε από τον πλακούντα. Τη στιγμή λοιπόν που η αλλαγή έρχεται, τη θες. Τη φοβάσαι. Την αφήνεις να σε λερώσει. Και όταν γίνει, το ρίχνεις στο ξενύχτι και στο ποτό. Όχι τίποτα άλλο, αλλά για να δικαιολογήσεις της Ρίτας το ρητό “Ιστορία μου, αμαρτία μου, πάθος μου μεγάλο” και να τα χρεώσεις όλα στον πλακούντα της μαμάς, μιας και δεν είσαι άξιος ή άξια να πάρεις την ευθύνη πάνω σου. Και μιλάμε για θεμιτές αλλαγές, ας μην ανοίξουμε το σεντούκι με τις ανεπιθύμητες.

Οι θεμιτές αλλαγές είναι τόσο θεμιτές σε περίοδο ισημερίας, όσο και η στύση μέσα σε μια κατάμεστη πλαζ – τη φχαριστιέσαι, αλλά ενοχικά. Ξέρεις ότι πρέπει να βγεις, αλλά δεν μπορείς, την ίδια στιγμή που θα ήθελες να σε δει ο κόσμος με το ηθικό υπερυψωμένο, χωρίς όμως να το θεωρήσει ούτε για μια στιγμή ντροπή. Και το πόρισμα που βγάζεις είναι φυσικά ένα και μοναδικό: “Μήπως τελικά για τον καθένα είναι όλοι οι υπόλοιποι drama queens, εκτός από τον εαυτό του;”. Πριν προλάβεις όμως να το ξεστομίσεις, ξεροκαταπίνεις, φοράς τα καλά σου, ‘βγαίνεις από τη θάλασσα’ και βρίσκεις τη λύση – ξενύχτι και ποτό.

Παρασκευή 27 Αυγούστου 2010

Δύο χοιρινές και μια σαλάτα.


Χτυπάει αλλά δεν το σηκώνεις. Μόλις έφαγες δύο χοιρινές και σαλάτα και τα χρησιμοποιείς για άλλοθι μέσα στο καταμεσήμερο, παρόλο που ξέρεις ότι ο δολοφόνος ξαναγυρνάει στον τόπο του εγκλήματος.
Ξαναχτυπάει ρε γαμώτο και πάνω που έλεγες να πάρεις έναν υπνάκο. Τι στο καλό; Ακόμα να τα χωνέψεις; Και αν είναι ανάγκη; Αν κάποιος έχει πάθει κάτι και η τελευταία του πνοή στηρίζεται στις δικές σου αποφάσεις; Αν το κακό που θα πάθεις με το να θυσιάσεις λίγα υπνόλεπτα είναι μηδαμινό απέναντι σε αυτό που θα πάθει ένα αγαπημένο πρόσωπο; Το βάζεις στο αθόρυβο.
Άκουγες τον τελευταίο δίσκο της Laura Marling γιατί σου αρέσει να πέφτεις και να γίνεσαι κουρέλι. Εσύ όμως αυτό έχεις επιλέξει να το βαφτίσεις ‘γλυκιά μελαγχολία’, οπότε δεν χαρίζεσαι σε κανέναν που υγραίνονται τα μάτια σου που και που και σου αρέσει. Ξέχασες όμως τα ηχεία του υπολογιστή ανοιχτά. Και μπορεί το κινητό σου να μην έχει πλέον φωνή, τα παράσιτα και ο θόρυβος όμως από τα μόνιτορ δίνουν ψυχή στο άψυχο αντικείμενο επικοινωνίας και δεν ξέρεις τι άλλο να κάνεις για να σε παρατήσουν για λίγο ήσυχο. Είπαμε, άκουγες κατάθλιψη.
Τα κλείνεις όλα. Κινητά και ακίνητα. Άψυχα και ζωντανά. Και πάνω που λες ότι ήρθε η ώρα να τα βρεις με τον εαυτό σου, δεν έχεις χρόνο. Για να είμαστε ειλικρινείς έχεις όλο τον χρόνο του σύμπαντος, αλλά ποιος ψυχαναγκαστικός παραδέχεται πως (κατά)πιέζει το μυαλό του και του αρέσει; Και τότε τα ανοίγεις ξανά όλα.
Απαντάς σε όλα. Δεν λες ποτέ γιατί και πώς και τι ώρα και κάτω από ποιες συνθήκες. Κανείς δεν πρέπει να ξέρει τι σκέφτεσαι και γιατί δεν το σήκωνες. Είναι δικό σου θέμα, όπως κάθε τι που σε απασχολεί.
Ετοιμάζεσαι στα γρήγορα, χασομεράς λίγο στην τουαλέτα, μιας και η τελευταία σου εμμονή είναι τα οδοντικό νήμα, βάζεις τις Von Dutch σαγιονάρες που πήρες σε μισή τιμή πριν χρόνια σε κοσμοπολίτικο νησί των Κυκλάδων και τρέχεις να προλάβεις το μετρό. Για οτιδήποτε βασικά, δεν έχει σημασία που θα βρεθείς και με ποιους. Άλλωστε, ποτέ δεν δήλωσες αντικοινωνικός στην ταυτότητα της ευρωπαϊκής ένωσης, έτσι δεν είναι;
Τρέχεις συνέχεια όταν δεν πρέπει, πνίγεις αλήθειες σε τηλεφωνικά χαμόγελα, θυσιάζεις χρόνο με τον εαυτό σου για την κοινωνική ισορροπία της πρωτεύουσας και καταναλώνεις όλες τις κιλοβατώρες ενέργειας που σου έδωσαν οι χοιρινές και η σαλάτα για τα πιο ανώδυνα και επιφανειακά πράγματα του κόσμου. Ειρωνεία;