Τετάρτη 5 Ιανουαρίου 2011

Το πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέι είναι αληθινή ιστορία.


“Τα ρεκόρ είναι για να σπάνε”, λέει ο κανόνας κι αυτό πιστοποιούν και οι αθλητές του στίβου τα τελευταία χρόνια. Θα έρθει όμως η στιγμή που οι τιμές των ρεκόρ θα πέσουν σε εξωπραγματικά επίπεδα; Θα σπάσει το φράγμα και των 9 δευτερολέπτων στα 100 μέτρα; Οι απαντήσεις είναι θετικές, αλλά εξίσου εξωπραγματική είναι και η χρονολογία. Ο Αμερικανός ερευνητής, Τζον Μπρένκους, κατέγραψε σε ένα βιβλίο, που ονόμασε «The Perfection Point» (το σημείο τελειότητας), τα αποτελέσματα της σχετικής έρευνάς του. Βάσει αυτής, κάποιος αθλητής θα μπορέσει να τερματίσει στην κούρσα των 100 μέτρων σε 8.99 δευτερόλεπτα το 2909, δηλαδή σε 899 χρόνια.

«Δεν είναι μόνο ο αθλητής. Έχει να κάνει με φυσική και βιολογία, το περιβάλλον και τον εξοπλισμό του. Εκτός από αυτά, υπάρχει και ο τομέας της ψυχολογίας του αθλητή. Πιστεύω η επίδοση που θα αποτελέσει τον περισσότερο καιρό παγκόσμιο ρεκόρ θα είναι 9.01 δευτερόλεπτα, διότι οι αθλητές θα πρέπει να αντιμετωπίσουν και το ψυχολογικό βάρος των 9 δευτερολέπτων», είπε ο Μπρένκους…

Το ανθρώπινο γένος είναι τόσο αλαζονικό, που έχει ως μοναδικό μέλημά του να ξεπερνά τον εαυτό του. Να γίνεται πιο δυνατό, πιο όμορφο, πιο ανταγωνιστικό με τη φύση, πιο έτοιμο να φτάσει στο τέλειο και το Θείο. Έτσι μάθαμε από τους προκατόχους μας (ο πολιτισμός μας είναι ο πιο λαμπρός), έτσι μάθαμε από τους γονείς μας (ο κανακάρης μου είναι ο πιο έξυπνος), έτσι μάθαμε από το πολιτικό γίγνεσθαι (θα… θα… θα…), έτσι μάθαμε από τη γιαγιά μας (πάρε εκατό ευρώ να πιεις μια πορτοκαλάδα), έτσι μάθαμε από τις σειρές στην τηλεόραση (καταραμένο κονσερβοκούτι), έτσι μάθαμε από τη γυμναστική ομάδα (νίκη και μόνο νίκη), έτσι μάθαμε και από τους δασκάλους μας και αδυνατούμε να διαβάσουμε ένα λογοτεχνικό βιβλίο, γιατί το έχουμε συνδέσει με τη ρουτίνα και τα βάσανο της παπαγαλίας. Λες και θα μας εξετάσει κάποιος και θα μας βάλει βαθμό αν δεν γνωρίζουμε σε ποια νουβέλα είναι πρωταγωνιστής ο Ιαβέρης.

Έτσι όμως μάθαμε και από την πεμπτουσία όλων αυτών – τη θρησκεία. Πώς μπορεί κάποιος να απέχει από το να γίνει ανταγωνιστικός, από τη στιγμή που όλη μας η ζωή είναι μια ακατάπαυστη διδαχή για να φτάσουμε το ‘τέλειο’ και το ‘Θείο’; Πώς μπορούμε να ζήσουμε με σεμνότητα και πραότητα και πίστη και αγάπη και ταπεινότητα και μέτρο και συναίσθηση του αποπροσανατολισμού, όταν όλη μας η ζωή πνίγεται από έναν και μόνο φόβο – να μην καούμε στο πυρ το εξώτερον; Ξέρω, θα αντιδράσουν πολλοί με αυτή τη λογική, αλλά δυστυχώς κανείς δεν μπορεί να αποδείξει το αντίθετο. Και δεν εννοώ με γραφτά, αλλά με πράξεις. Καθημερινές, αυτές που κάνουμε από τη στιγμή που θα ρίξουμε το πρώτο κατούρημα της ημέρας μέχρι αυτές που επιδιώκουμε τη στιγμή που πάμε να πούμε καληνύχτα, αλλά τελικά εννοούμε κάτι άλλο.

Είναι προτιμότερο να πάρουν 899 χρόνια λοιπόν για να σπάσει κάποιος το φράγμα των 9 δευτερολέπτων στο τρέξιμο (το ξέρω ότι το απαξιώ με αυτό τον όρο, εξυπηρετεί τη φαιά ουσία του γραπτού όμως), παρά να παλέψουν όλοι για την κατάντια της καθημερινότητάς μας. Και ποια είναι αυτή; Έλα τώρα, ρίξε μια ματιά γύρω σου και θα καταλάβεις. Αρκεί να φοράς γυαλιά ηλίου, αυτό που θα ‘δεις’ μπορεί να προκαλέσει ολική τύφλωση και απαξιωτική, εμετική αηδία. Είναι προτιμότερο να πάρεις αύξηση, παρά να βοηθήσεις μια γιαγιά να περάσει το φανάρι. Είναι προτιμότερο να αλλάξεις κούρεμα, παρά να πας το σκυλί σου στο γιατρό που έχει να φάει τρεις μέρες. Είναι προτιμότερο να αναλάβεις την ευθύνη να στενέψεις το καινούργιο σου παντελόνι για τα Σάββατο, παρά να δώσεις στον πρώτο άστεγο που θα βρεις το προπέρσινο τζάκετ που δεν σου κάνει. Πόσα πράγματα γίνονται επιτέλους προτιμότερα με τελικό σκοπό να προτιμήσεις εσένα και μόνο; Και να φανταστείς ότι όλα είναι θέμα επιλογών, κανείς δεν σε αναγκάζει για τίποτα.

Ας είναι η τελειότητα ο σκοπός λοιπόν. Κι ας είναι η επιλογή το μακάβριο “οφθαλμόν αντί οφθαλμού και οδόντα αντί οδόντος”. Αλλά ξέχασα, δεν πιστεύουμε σε αυτά εμείς, εμείς είμαστε καλοί χριστιανοί, που πάντα βάζουμε μπροστά την αγάπη. Αν λοιπόν έβλεπες έναν ταπεινό συνάνθρωπό σου στο μετρό να διατυμπανίζει ότι το πιο σημαντικό πράγμα στον κόσμο είναι η αγάπη, ξέρεις τι θα έκανες; Θα γέλαγες μέχρι δακρύων και σε καμία περίπτωση δεν θα του έδινες το παλιό σου τζάκετ. Δεν είναι η πραγματικότητα που δεν μπορείς να δεις γιατί δεν υπάρχει, είναι η πραγματικότητα που εσύ φτιάχνεις κάθε μέρα και τη στολίζεις με διάφορα κοσμητικά και τιάρες, ώστε να την κάνεις πιο αρεστή στα μάτια σου. Κι αφήνεις με όλα τα όπλα και τα βρακιά σου κατεβασμένα ανθρώπους να πεθαίνουν στη μέση του δρόμου, τη στιγμή που έχεις κατουρηθεί πάνω σου από τον φόβο, μιας και κανείς δεν σου έμαθε ποτέ ότι για να γίνεις ‘τέλειος’, θα πρέπει να αναλαμβάνεις τις ευθύνες σου. Ακόμα κι αν αυτό σημαίνει ένα ρεκόρ λιγότερο.

Αθάνατο ανθρώπινο γένος, πάντα έτοιμο να ξεπεράσεις τον εαυτό σου! Αν “Το πορτρέτο Του Ντόριαν Γκρέι” ήταν πραγματική ιστορία, τότε… μα τι λέω;

Κυριακή 2 Ιανουαρίου 2011

Πότε πετάς;


Πτήση για Τόκιο. Ώρα: 07:47.
Οι χειρότερες ώρες για τον Juan. Μισεί τον στρατιωτικό πατέρα του, Gael, που εξαιτίας του αλλάζουν σπίτι κάθε λίγα χρόνια και μισεί τη ζωή του που ακόμα δεν έχει βρει κάποιον για να αποκαλέσει «καλύτερο φίλο». Αλλά και πάλι, ποιος δεν νομίζει ότι μισεί τους γονείς του και ποιος δεν έχει διαπιστώσει ότι είναι στο περιθώριο και ότι δεν έχει καλύτερο φίλο στα δέκα του χρόνια; Στην περίπτωσή του, ο μικροκαμωμένος Ισπανός τρώει τα νύχια του από την οργή του και έχει ήδη φάει μαζί και δύο ξεγυρισμένες από την ξέχειλη με ταμπεραμέντο μητέρα του. Ο Juan θα ζήσει στο Τόκιο για τρία χρόνια, μέχρι που θα αναγκαστεί να αλλάξει και πάλι χώρα, γιατί ο πατέρας του θα χωρίσει τη μάνα του, μιας και αυτή θα τον έχει απατήσει με έναν κοντό αλλά νταβραντισμένο και αρρενωπό Ιάπωνα, δάσκαλο του καράτε. Το δικαστήριο θα αποφανθεί εύλογα υπέρ του πατέρα, ενώ ο μικρός μας ήρωας δεν θα καταλάβει ποτέ γιατί ξέμεινε με τον πατέρα του και δεν γύρισε πίσω στην Βαρκελώνη με την χυμώδη και αισθησιακή μάνα. Επόμενος προορισμός για τον Juan θα είναι η Μόσχα και μετά η Νότιος Αφρική, όπου και θα μαγευτεί από την ομορφιά της. Εκεί θα περάσει την εφηβεία του, εκεί θα ερωτευτεί για πρώτη φορά, εκεί θα αγαπήσει τον πατέρα του, εκεί θα σπουδάσει, εκεί θα δουλέψει ως οδηγός σε σαφάρι, εκεί θα πάρει την απόφαση ότι δεν θα ακολουθήσει στην επόμενη μετάθεση τον πατέρα του, εκεί θα πεθάνει από υπερβολική δόση ναρκωτικών στην ηλικία των 23.
Fun fact: Στην κηδεία του θα παρευρεθεί μονάχα η μητέρα του.

Πτήση για Μελβούρνη. Ώρα: 14:50
Ο μικρός Νικόλας έδειξε ακεραιότητα και αποφασιστικότητα, όταν είπε στους δικούς του ότι θα φύγει για να δουλέψει στην Αυστραλία. Είναι δουλευταράς αλλά και μόλις 18. Η μάνα του ακόμη παλεύει να ισιώσει το κάτω χείλος από το ελαφρύ εγκεφαλικό, ενώ ο πατέρας τη βγάζει με υπογλώσσια και βαλεριάνες. Τέλος πάντων… Ο Νικόλας θα πάει με σκοπό να μαζέψει χρήματα. Θα πιάσει δουλειά ως barman, θα ανοίξει αργότερα δικό του μαγαζί, μέχρι που θα βγάλει τόσα λεφτά, που θα τα φάει στο πρώτο καζίνο του Las Vegas. Εκεί θα γνωρίσει μια όμορφη Ισπανίδα, που θα έχει ταξιδέψει για να ξεπεράσει το διαζύγιό της, αλλά και να φάει μερικά από τα χρήματα της διατροφής του συζύγου της. Οι δυο τους θα γυρίσουν μαζί στην Αυστραλία με άδειες τσέπες. Ο Νικόλας θα πουλήσει το μαγαζί του, θα μετακομίσουν μαζί λίγο πιο έξω από τη Μελβούρνη, θα ανοίξουν κέντρο κατασκήνωσης για παιδιά από 5 έως 15 χρονών κοντά σε μια μαγική λίμνη, θα παντρευτούν, θα κάνουν δύο παιδιά (την Κυριακή και τον Salvador) και θα ζήσουν ευτυχισμένοι για πολλά χρόνια. Κάπου στο ενδιάμεσο θα χρειαστεί να πάνε μέχρι το Γιοχάνεσμπουργκ για μια κηδεία.
Fun fact: Η Κυριακή θα γίνει ομαδάρχης στην κατασκήνωση και θα φαγωθεί από έναν κροκόδειλο της λίμνης στην ηλικία των 19. Ο Salvador θα γίνει πολίτης του κόσμου και βιρτουόζος της τρομπέτας.

Πτήση για Μόσχα. Ώρα 19:36
Τη Μαρούσκα τη βαραίνουν τα άπειρα μπαγκάζια της αλλά και οι μνήμες από τη διαλυμένη οικογένειά της, πίσω στη Μόσχα. Πηγαίνει εκεί μετά από απουσία 18 χρόνων, μιας και έφυγε μόλις στα 18 της, όντας παντρεμένη με έναν γοητευτικό Ισπανό στρατιωτικό, που της υποσχέθηκε λαγούς, πετραχήλια και όλα τα συναφή. Η όμορφη αλλά στενόμυαλη Μαρούσκα έφυγε δίχως τη συγκατάθεση των δικών της και δεν έχει μιλήσει ποτέ με κανέναν, εκτός από την αδερφή της, η οποία μάλιστα της έστελνε ανά τακτά χρονικά διαστήματα πλεκτά, σερβίτσια και άλλα πολύτιμα μέρη ενός σωστού νοικοκυριού. Ήθελε η αδερφή της να τα έχει όλα! Μέχρι που η συντηρητική μάνα το πήρε πρέφα, της άστραψε ένα σκαμπίλι κι εκείνη το μόνο που έστελνε πλέον ήταν e-mails. Τώρα πρέπει η Μαρούσκα να βρει το θράσος και το θάρρος να χτυπήσει ξανά την πόρτα του σπιτιού της και να αντιμετωπίσει τους γονείς της, που θεωρητικά την έχουν διαγράψει από τη ζωή τους. Και άντε να δεχτούν ότι η μικρή τους Μαρούσκα γύρισε εγκαταλελειμμένη από τον σύζυγο, μιας και ‘έφυγε’ στην προσπάθειά του να τελειώσει μέσα στο σώμα άλλη γυναίκας. Στη Μόσχα θα φιλοξενηθεί από την οικογένεια της αδερφής της, θα βρει δουλειά ως καθηγήτρια ισπανικών σε φροντιστήριο, θα παντρευτεί ξανά, δεν θα κάνει ποτέ παιδιά και δεν θα τα βρει ποτέ με τους γονείς της.
Fun fact: Ο νέος σύζυγος της Μαρούσκα θα είναι (κι αυτός) Ισπανός, συνάδελφος από το φροντιστήριο και θα τον λένε (κι αυτόν) Gael.

Πτήση για Νέα Ορλεάνη. Ώρα: 23:59.
Η Janis πετάει για Νέα Ορλεάνη για να παίξει live με τον φίλο της τον Bobby στο ανακαινισμένο Riverboat Queen. Είναι αγχωμένη γιατί η φωνή της δεν είναι στα καλύτερά της, ενώ η φυσαρμόνικά της θέλει καθάρισμα και βαριέται να ασχοληθεί. Ο Bobby από την άλλη θα την περιμένει χαλαρός, όπως πάντα. Θα φτάσει, θα παίξει στη συναυλία, θα πιει άπειρες ποσότητες bourbon, θα χορέψει μέχρι να βγάλει κάλλους και θα λιποθυμήσει στη μέση του δρόμου. Η ώρα που θα λιποθυμήσει θα είναι και πάλι 23:59, ένα μόλις λεπτό πριν βγουν οι μάγισσες στους δρόμους και ψάλουν ξόρκια και προσευχές. Η μία εξ αυτών, η πιο πονεμένη, η Κλοέ, θα τη μαζέψει, θα ποτίσει τη μύτη της με αρώματα για να ξυπνήσει και θα την έχει από κοντά της, όταν στήσει τον πιο φανταστικό χορό Βακχών και Σατίρων που έχει υπάρξει ποτέ στην ιστορία της ζωής. Η Janis θα πολεμήσει με τους φόβους της, θα σταθεί όρθια και θα αποφασίσει ότι θέλει να παρατήσει τη μουσική για να φτιάχνει αρώματα στη Νέα Ορλεάνη. Εκεί θα αναγεννηθεί, θα ανοίξει το πρώτο της μικρό μαγαζάκι με αρώματα δικής της παρασκευής, ενώ θα γνωρίσει και τον έρωτα της ζωής της, τον τρομπετίστα Salvador.
Fun fact: Με τον Bobby δεν θα χαθούν ποτέ, αλλά ο Bobby θα συλληφθεί, όντας κρυφός dealer και τελικά υπεύθυνος για τον θάνατο ενός 23χρονου στο πρόσφατο παρελθόν.

Μπορείς για λίγο να κοιτάξεις ψηλά, να φανταστείς ότι τα αεροπλάνα που πετούν είναι αστέρια που πέφτουν και να κάνεις μια ευχή για το καθένα; Αν βγει, καλώς. Αν όχι, καλό ταξίδι. Άλλωστε, ξέρεις ήδη τη συνέχεια. Αλήθεια… εσύ πότε πετάς;

Πέμπτη 30 Δεκεμβρίου 2010

2011: To fish or not to fish?


Fun fact:
Ο Τρίσταν Μίλερ έκανε τον Μαραθώνιο να μοιάζει με βόλτα. Ο 33χρονος Αυστραλός ολοκλήρωσε την ατελείωτη απόσταση των 42 χιλιομέτρων και 195 μέτρων 52 φορές φέτος, κερδίζοντας μια θέση στο βιβλίο των ρεκόρ Γκίνες. Ο ερασιτέχνης δρομέας εκκίνησε και τερμάτισε σε 52 κούρσες, ταξίδεψε σε 42 διαφορετικές χώρες, ανάμεσα στις οποίες και η Ελλάδα, χωρίς να επηρεαστεί από την κούραση, τις ασθένειες και τα συνεχόμενα, αεροπορικά ταξίδια. Ο τελευταίος του σταθμός ήταν στα πάτρια εδάφη και συγκεκριμένα στο Άλμπερτ Παρκ της Μελβούρνης. “Ανησυχούσα περισσότερο για το αν καταφέρω να βρίσκομαι στην ώρα μου στην πόλη που γινόταν ο Μαραθώνιος, παρά για το αν φτάσω στον τερματισμό. Μάλιστα, κάποιες φορές μέσα σε δυο μέρες αγωνίστηκα σε δυο Μαραθωνίους, προκειμένου να προλάβω να πάρω μέρος στους αγώνες της Ανταρκτικής και της Μογγολίας, που ήταν δυο πολύ μακρινοί προορισμοί”, είπε ο Αυστραλός λίγο μετά τον τερματισμό του αγώνα, που τον έβαλε στο βιβλίο των ρεκόρ. Όλη αυτή η Οδύσσεια που πέρασε ο Μίλερ στοίχισε συνολικά 120.000 δολάρια. Ο “ήρωας της Αυστραλίας”, όπως αποκαλείται πλέον από τους συμπατριώτες του, πούλησε πολλά από τα υπάρχοντά του, προκειμένου να καταφέρει να ανταπεξέλθει στις οικονομικές απαιτήσεις του άθλου του…
Θέμα:
Καθώς τελειώνει η ταλαιπωρημένη για πολλούς χρονιά του 2010, έρχεσαι αντιμέτωπος με τον ίδιο σου τον εαυτό, μιας και δεν είναι απίθανο να είσαι λίγο πιο απογοητευμένος, λίγο πιο εκνευρισμένος, λίγο πιο αδικημένος, λίγο πιο χρεωμένος, λίγο πιο χωρισμένος, λίγο πιο κουρασμένος, λίγο πιο αγχωμένος, λίγο πιο απ’ όλα με μπόλικο από τα πάντα. Και αναλογίζεσαι τι είναι αυτό που έφταιξε. Να ήταν η οικονομική κρίση; Να ήταν η μιζέρια που δεσπόζει στον ρεαλισμό γύρω σου; Να ήταν οι συγκυρίες; Να ήταν οι εκλογές; Να ήταν το τρέξιμο της δουλειάς σου; Να ήταν κάποιο χειρουργείο που σε κράτησε πίσω; Να ήταν κάποιος οικογενειακός σκόπελος, που σκόνταψες πάνω του πολλάκις και ακόμα αγωνιάς να πατήσεις στα πόδια σου; Βάλε άνω παύλα φιλαράκι, γιατί τα πράγματα είναι πολύ απλά για όλους. Η λύση; Πήγαινε στο Μπαλί να γίνεις ψαράς.
Αφορμή:
Αν ένας φαντασιόπληκτος Αυστραλός κατάφερε να χρεωθεί μια περιουσία και να μείνει γδυτός από οικονομικές εγγυήσεις, χωρίς μάλιστα να είναι σίγουρος για το τι κάνει, τότε είμαστε όλοι έρμαια των παρορμήσεών μας. Και αυτό είναι καλό, από το να είμαστε έρμαια των παρορμήσεων των άλλων. Αν λοιπόν το μέσα σου ουρλιάζει κάτι και το ακούς, μην το προσπερνάς. Κάτσε, άνοιξε μια μπύρα, βάλε μια μουσική να παίζει και δες πώς θα βρεις τον τρόπο να ικανοποιήσεις τη λιγούρα σου. Γιατί αυτή σου η λιγούρα είναι σαν την ανάγκη σου να βγάλεις τα πρώτα υγρά της ημέρας – αν την ικανοποιήσεις, μόλις ξύπνησες. Και αφού ξύπνησες, είναι απλό. Πήγαινε στο Μπαλί να γίνεις ψαράς.
Πιθανός στόχος:
Η “Ιθάκη” προσπαθούσε διακαώς να μεταδώσει τη συμπαντική αλήθεια που όλοι αγνοούμε: το ταξίδι είναι μείζονος σημασίας, ενώ ο στόχος δευτερεύουσας. Σωστά. Αλλά πότε έμεινες ικανοποιημένος από την προσπάθειά σου, όταν τελικά το μόνο που κατάφερες είναι να φας τα μούτρα σου; Άσε εμένα να σε διαφωτίσω: ΠΟΤΕ. Για αυτό, βάλε στόχο και κάνε τον πραγματικότητα, ακόμα κι αν αυτό σημαίνει ότι η κούρσα θα κρατήσει μέρες, μήνες, χρόνια. Ακόμα κι αν αυτό σημαίνει ότι δεν θα έχεις στον ήλιο μοίρα και θα είσαι ο περίγελος του κύκλου σου. Ακόμα κι αν αυτό σημαίνει ότι θα θυσιάσεις πράγματα, καταστάσεις και πρόσωπα, που ποτέ δεν σε εκτίμησαν και δεν υπολόγισαν σε σένα (γιατί αν το έκαναν, τότε θα καταλάβουν και θα σε στηρίξουν με κάθε τρόπο). Ακόμα κι αν αυτό σημαίνει ότι θα πας στο Μπαλί να γίνεις ψαράς.
Πιθανό κίνητρο:
Ο τίτλος μπορεί να μην είναι κίνητρο, αλλά μπορεί να είναι λεζάντα στο όνειρό σου. Σαν αυτές που βλέπουμε στην Πειραιώς, στην Εθνική Αθηνών-Λαμίας, στους κακόφημους δρόμους προς το Γκραν Κάνυον, στις πλημμυρισμένες γειτονιές της Νέας Ορλεάνης, στα σαφάρι της Ωκεανίας, ακριβώς έξω από το τείχος του Βερολίνου. Μπορεί να μην το έχεις υπολογίσει στα μαθηματικά σου, αλλά αν το καλοσκεφτείς, το επιδιώκεις κρυφά. Είτε θες να γίνεις βασίλισσα ομορφιάς είτε επίκουρος καθηγητής σε Πανεπιστήμιο, ο τίτλος είναι σχεδόν αυτοσκοπός στην πραγματικότητα που έχεις μεγαλώσει. Και δεν σε αδικώ. Και ο δικός μου τοίχος στο πατρικό μου είναι γεμάτος από πτυχία. Αλλά δεν θα ήταν πιο fun να είχες κι έναν που θα έγραφε: “Ψαράς στο Μπαλί”;
Πιθανή πραγμάτωση:
Υπάρχει μια θεωρία που λέει ότι ποτέ δεν ολοκληρώνεσαι αν αφήνεις πάντα κάτι μισοτελειωμένο. Υπάρχει μια πληγή που σε ξύνει και την ξύνεις μέχρι να βγάλει αίμα, μέχρι να μαζευτούν τα λευκά αιμοσφαίρια να την επουλώσουν, να βγουν τα νεκρά κύτταρα μπροστά για να κλέψουν την παράσταση και τελικά το δέρμα να επανέλθει στα φυσιολογικά του. Τι ωραία που θα ήταν όμως αν αυτή η πληγή έκλεινε τελείως και δεν σε ενοχλούσε ποτέ ξανά! Γιατί, ειλικρινά, ποιος απολαμβάνει τη μια απονεύρωση μετά την άλλη, ως μπάλωμα για μια αναγκαία εξαγωγή; Κάνε την επιτέλους και άσε τις φλωριές. Ένα δόντι που είναι να βγει, ας βγει. Και κάποιος που είναι να γίνει ψαράς, ας γίνει ψαράς. Ψαράς στο Μπαλί.
Πιθανή σφαλιάρα:
Ο Χριστός είπε: “Όταν τρως καμιά ξεγυρισμένη, γύρνα και το άλλα μάγουλο, για να δείξεις ότι δεν σου καίγεται καρφί”… true story. Αν λοιπόν η κατάσταση ξεφύγει μέσα στη νέα χρονιά (λες και μέχρι τώρα τηρούσες το πρόγραμμα), γύρνα και το άλλο μάγουλο, φάε όσα χαστούκια έχει πλέξει το κάρμα για το εγκώμιό σου και… χαμογέλα! Κι αν έχεις δυσκολίες στο χαμόγελο, πιες μερικές μπύρες παραπάνω και βάλε νέο στόχο. Σε εμένα πιάνει. Όχι ο στόχος, το χαμόγελο. Πιες και πάρε με τηλέφωνο να κλείσουμε μαζί τα εισιτήρια για το Μπαλί.
Πιθανή επαναφορά:
Η γενιά του Πρόζακ δεν είναι η δικιά μας, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχουμε μάθει να κάνουμε καταχρήσεις και να επανερχόμαστε στη νηφαλιότητα. Άλλωστε, η δική μας η γενιά, όπως έχω ξαναπεί, είναι η τρισκατάρατη από τις μάγισσες του αμερικάνικου νότου γενιά, που δεν αφήνεται να ηρεμήσει ούτε για μια νότα ευδαιμονίας. Κι όμως! Το 2011 επαναπροσδιορίζει τους στόχους για τον καθένα από εμάς, ό, τι κι αν σημαίνει αυτό. Για μένα βέβαια μεταφράζεται μόνο σε έναν στόχο: Να πάω στο Μπαλί να γίνω ψαράς.
Ευσεβής πόθος:
Όλοι εσείς οι αφελείς πιστοί που έχετε μαρκίζα της ζωής σας το κλισέ του Κοέλο για τις συνομωσίες του σύμπαντος, μαζωχτείτε. Υπάρχει χώρος για όλους στο Μπαλί. Και ψάρια. Πολλά ψάρια.
Ευχή:
Γίνε ψαράς στο Μπαλί. Ή Μπαλινέζος στα Ψαρρά. Μετράει. Και να μην ξεχάσω… Καλή Χρονιά σε όλους.

Πέμπτη 9 Δεκεμβρίου 2010

Αγαπητέ κύριε Κατεργάρη


Αγαπητέ κύριε Κατεργάρη,

Καταρχάς, θέλω να πάρω την άδεια να σου γράφω στον ενικό, μιας και όλοι ξέρουμε ότι δεν είσαι και το καλύτερο παιδί για να σου συμπεριφέρομαι με το σεις και με το σας. Έπειτα, θα πρέπει να ξεκαθαρίσω ότι ο λόγος που δεν γράφω στον Άγιο Βασίλη είναι καθαρά θέμα πρεστίζ. Ο Santa Claus δεν είναι ο Άγιος Βασίλης, αλλά ο Άγιος Νικόλας. Και ως Νικόλας, δεν επιτρέπω σε καμία περίπτωση την έλλειψη σεβασμού στο έργο και τον ιδρώτα που χύνει κάθε χρόνο ο συνονόματος, για να μείνουν όλα τα παιδιά του κόσμου ευχαριστημένα. Μόνο που αν στείλω γράμμα στον Νικόλα, δεν θα πραγματοποιήσει ποτέ την ευχή μου, γιατί κανείς άλλος από την Αθήνα δεν θα του έχει απευθύνει την ευχή του κι έτσι θα καταλήξει τούτο εδώ το γραφτό να πάει χαμένο. Οπότε, μην το παίρνεις πάνω σου. Μου έχω βάλει το μαχαίρι στο λαιμό.

Σου γράφω λοιπόν για να πραγματοποιήσεις την ευχή μου. Και αυτή η ευχή είναι να με κάνεις ευτυχισμένο. Ναι, θα πρέπει να τρίψεις τα βρώμικα, μαύρα μούσια σου και να λερώσεις την πράσινη, βακχική στολή σου για να κάνεις όλες τις δυνάμεις του κόσμου και του απόκοσμου να ανακατευτούν μέσα στη βράκα που κρέμασα στο χριστουγεννιάτικο δέντρο μου και να με κάνουν ευτυχισμένο. Ξέρω ότι απεχθάνεσαι τις κάλτσες, για αυτό επέλεξα μια λευκή, ξεχειλωμένη βράκα του παππού μου που είναι 107 χρονών, την έραψα στα μπούτια και την έκανα σακί για να χωρέσουν όλες οι δυνάμεις και να μην μου λες μετά ότι δεν έπαιξα σωστά. Σε έχω μελετήσει Κατεργάρη, έχεις την υποχρέωση να το κάνεις.

Δεν θέλω όμως να με ξυπνήσεις όταν γίνει αυτό. Καταρχάς δεν έχω τζάκι, έχω μόνο καλοριφέρ και το σπίτι είναι γκαρσονιέρα. Θα λείπω κάποιες ώρες στη δουλειά, κάποιες άλλες θα είμαι έξω με φίλους, μερικές πάλι θα περπατάω με ακουστικά στα αυτιά μου και πρήξιμο στα αυτά μου, ενώ θα υπάρξουν και μερικές ώρες που θα ταξιδεύω στη Νέα Ορλεάνη για να μην έχουν παράπονο ο Janis και ο Bobby. Οπότε, θα έχεις αρκετό χρόνο.

Αυτό που θέλω να φροντίσεις αρχικά είναι να μην ξεμείνω ποτέ από μπύρα. Δεν είναι αστείο. Η μπύρα με κάνει καλύτερο άνθρωπο. Με κάνει πιο γλυκό και πιο επιρρεπή στο χαμόγελο και στην αγκαλιά. Μου αφαιρεί αυτό που μου δίνει η δουλειά και κάθε τι άλλο αγχωτικό και εκπορνευμένο. Μου χαρίζει δροσιά στα χέρια, όπως αυτή που μου χάριζαν τα πρώτα μπάνια που θυμάμαι στο χωριό μου μαζί με τον αδερφό μου, όταν τον κρατούσα από την κοιλίτσα για να μάθει να κολυμπάει. Μου δίνει την αίσθηση ότι είμαι μοναδικός, γιατί μου λύνει τα πόδια και χορεύω μόνος μου σε ένα ολόκληρο μαγαζί, χωρίς να με νοιάζει τι κάνουν οι άλλοι. Με κάνει πιο αρεστό ερωτικά. Με φέρνει πιο κοντά στο Θείο, όπως οι προσευχές που έκανα, πίνοντας το μελάκι της Θείας Κοινωνίας μικρός. Χάρισέ μου για πάντα τη δυνατότητα να πίνω μπύρα κι εγώ θα σταματήσω να σε λέω Κατεργάρη.

Κάτι άλλο που πρέπει να φροντίσεις για να με κάνεις ευτυχισμένο είναι να μην μου χαλάσεις ποτέ τα πόδια. Πάρε μου τα χέρια και θα με ταΐζει ο άνθρωπός μου. Θα υπαγορεύω και θα μου γράφουν. Θα γνέφω και θα με αγκαλιάζουν. Θα τσακίζομαι, αλλά θα σηκώνομαι. Μην με αναγκάσεις όμως ποτέ να μην μπορώ να τρέξω από ενθουσιασμό. Μην με αναγκάσεις ποτέ να μην μπορώ να λιώσω, να σπάσω τα πόδια μου από τον χορό. Μην με αναγκάσεις ποτέ να μην μπορέσω να σηκωθώ μόνος μου από το κρεβάτι το πιο ωραίο πρωινό μιας τεμπέλικης ημέρας. Μην με αναγκάσεις ποτέ να κάνω έρωτα, χωρίς να τεντώσω τα δάχτυλα των ποδιών μου στο τελείωμα. Ειδικά το τελευταίο, στο απαγορεύω.

Κάνε τα πάντα γύρω μου μουσική. Άσε με να κοιμάμαι με το πιο φαντασμένο κουιντέτο εγχόρδων. Ναι, κουιντέτο. Δεν μου φτάνει ένα τσέλο, θέλω να με κοιμίζουν δύο. Άσε με να ιδρώσω σε άλλο σώμα με την πιο αλαζονική βραχνάδα από σαξόφωνο. Βάλε με ανάμεσα σε αγαπημένους ανθρώπους και ρίξε στο πιάτο τα πιο σκληρά σου χάλκινα, για να δεις ότι μου φτάνουν. Οδήγησέ με στα πιο μανιασμένα, καλοκαιρινά κύματα του σύμπαντος και άσε να παίζουν στο βάθος τα πιο σουρεαλιστικά πλήκτρα του κλαβιέ. Ταξίδεψέ με στα άδυτα του γνωστού κόσμου και στα βαθιά όλων των κόσμων με το πιο σακατεμένο φλάουτο που φύσηξε ποτέ ο Πάνας. Αλλά μην με αφήσεις να κάνω τίποτα από όλα αυτά, χωρίς μελωδία και ρυθμό.

Τέλος, θέλω να μην ξεχνάς ποτέ την ανάγκη μου να ταξιδεύω στην προηγούμενή μου ζωή. Δεν θέλω να εκνευριστείς, αλλά αυτή τη ζωή τη βαριέμαι λίγο. Στην προηγούμενη περνάω καλύτερα. Εκεί, παίζω φυσαρμόνικα για τις μάγισσες και τις τσιγγάνες, ακούω τις μεγαλύτερες σοφίες από τον φίλο μου τον Bobby, έχω το ποτάμι να μου ξεβρωμίζει τα μουσούδια και τη μπαντάνα, αλλά κι ένα φλασκί γεμάτο μπέρμπον. Ειλικρινά ρε Κατεργάρη, μπορείς να φανταστείς κάτι καλύτερο για μια πρώτη ζωή στα μέτρα του ανθρώπου;

Λοιπόν, νομίζω ότι τελείωσα. Η βράκα είναι απλωμένη κι εγώ θα λείπω συχνά από το σπίτι. Το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να βάλεις όλη την σοφία που έχεις μαζέψει από τις ατασθαλίες σου και να μπορέσεις να με κάνεις ευτυχισμένο. Και σε προκαλώ ρε Κατεργάρη. Έλα ένα βράδυ, πάρε με αγκαζέ και άσε με να σε βολτάρω στην ευτυχία μου. Άσε με να σε κεράσω παγωμένη μπύρα και να σε κάνω φίλο ανάμεσα σε αγνώστους. Άσε με να σε χορέψω και να σε σπρώξω να πας με την κυρά της αρεσκείας σου, μέχρι να κλαις από ευδαιμονία τη στιγμή που θα τεντώνεις τα δάχτυλα των ποδιών σου. Άσε με να σε πάω τσάρκα στα καπηλειά απέναντι από τις όχθες του μεγάλου ποταμού, εκεί που γεννήθηκε η τζαζ, για να σου τραγουδήσω για «παράξενα φρούτα». Κι αν δεν απαλλαχτείς από τη μιζέρια σου, αν δεν νιώσεις την ευδαιμονία στα πιο απόκρυφα κι ανεξιχνίαστα σωθικά σου, εμένα να μην με λένε Νικόλα.

Ειλικρινά δικός σου.

Υ.Γ. Να πεις του Άγιου Βασίλη ότι είναι ένας σαλτιμπάγκος. Και να του πεις ότι το είπα εγώ.

Κυριακή 21 Νοεμβρίου 2010

Η τριλογία μιας μεταμόσχευσης.


Μέρος 1:
Mark Ronson feat. Boy George & The Business Intl. – Somebody To Love
Όπως και να το κάνεις, είμαστε ρεμάλια. Ένας άντρας έχει περασμένη στο γονίδιο του τη συνουσία, όπως το google την αυτόματη αναζήτηση – κάνε πως γράφεις τη λέξη sex και θα σου εμφανίσει μια πλειάδα επιλογών, από το βιβλίο της Madonna μέχρι το redtube.com. Από εκεί κι έπειτα, το μόνο που μένει είναι η επιλογή. Καραδοκείς με αγωνία ποιο κουμπί είναι πιο διαθέσιμο να ξελασκάρει με ευκολία, μετράς μέχρι το δέκα και προσφέρεις υπηρεσίες. Στεγνά. Δεν έχει σημασία αν ο παραλήπτης είναι αρσενικό ή θηλυκό. Ένας άντρας λειτουργεί με οδηγό τα πρωτόγονα ένστικτά του, όπως και να έχει. Μέχρι που φτάνει η στιγμή που η ανάγκη για το άλλο μισό, το καλντερίμι του ‘είναι’ σου, αυτόν ή αυτήν που θα σε κάνει να επαναφέρεις τον εαυτό σου σε αυτό που κάποια στιγμή ονειρεύτηκες, γίνεται τόσο πρωτόγονη, όσο και τα γενετήσια ένστικτά σου. Είναι η στιγμή που αφήνεις όσα φερμουάρ έχεις ξεχάσει μισάνοιχτα και επιδιώκεις να ανοίξεις μόνο ένα. Γιατί δεν θες πλέον το ρίσκο και το άγνωστο και το πονηρό και το επικίνδυνο, αλλά το κλισέ και το βαρετό και το καθημερινό και το παντοτινό. Και μάντεψε! Μόλις το πήρες απόφαση.

Μέρος 2:
P!nk – Glitter In The Air
Πότε ήταν η τελευταία φορά που άνοιξες την παλάμη σου, τη γέμισες με χρυσόσκονη και τη σκόρπισες στον αέρα; Πότε ήταν η τελευταία φορά που σου ήρθε να ξεράσεις, όχι από το πιόμα, αλλά από την ευδαιμονία; Πότε ήταν η τελευταία φορά που βρέθηκες ένα βήμα πριν το ψέμα και ξαναγύρισες πίσω, μόνο και μόνο για να το ανατρέψεις και να γαμήσεις την αλήθεια του; Πότε ήταν η τελευταία φορά που φοβήθηκες, αλλά έστειλες στο διάβολο τις αναστολές σου, μαζί με τον σκύλο της γειτόνισσας; Πότε παραδέχτηκες ότι άφησες τον ήλιο να σε κάψει και δεν κάηκες κατά λάθος επειδή σε παρέσυρε η κουβέντα; Πότε έγινε μούσκεμα το πρόσωπό σου από το άγγιγμα ενός ξένου ανθρώπου και όχι από τη ζέστη της πρωτεύουσας; Πότε άφησες την ανάσα σου να σε προδώσει, λίγα κλάσματα του δευτερολέπτου πριν καταλάβεις πως δεν έχεις νιώσει ποτέ ξανά έτσι; Πότε άφησες τον ίδιο άνθρωπο να σου ανακατεύει τον καφέ και να σε ρωτάει αν θες παραπάνω ζάχαρη, ενώ εσύ ήσουν ήδη υγρός εκεί, χαμηλά; Είναι που το πήρες απόφαση και δεν το αντέχεις. Κανείς τελικά δεν αντέχει τόση χαρά, ας το πάρουμε απόφαση και ας αφήσουμε τη χρυσόσκονη για τις γυναίκες.

Μέρος 3:
The Last Shadow Puppets – Standing Next To Me
Όταν η λήθη γίνεται πραγματικότητα, το μόνο που μένει είναι ο σκυλίσιος κυνισμός της. Γιατί η λήθη είναι η μεγαλύτερη μοιχαλίδα στην ιστορία της συναισθηματικής αλυσίδας. Δεν θυμάται τίποτα, έχει κάθε φορά διαφορετικό καλεσμένο, φεύγει χωρίς να ρωτήσει και έρχεται όταν δεν την περιμένεις. Είναι η στιγμή στη συγκεκριμένη περίοδο της ζωής σου που ανοίγεις το σεντούκι των εμπειριών σου, κάνεις την απαραίτητη καταχώρηση, κρατάς μια φωτογραφία να μην μπορέσει να στην κλέψει η μοιχαλίδα, βγάζεις το συμπέρασμα ότι αγάπησες και σε αγάπησε, ίσως όχι εξίσου, γελώντας ταυτόχρονα με τον εαυτό σου ξανά και ξανά και ξανά και ξανά. Και μετά λίγο περισσότερο σαν τους μετασεισμούς, ίσα-ίσα για να κάνεις fade out. Το τελευταίο στάδιο αυτού του μέρους είναι το πιόμα, όπως συμβαίνει άλλωστε και σε κάθε ακραίο και κατατεθέν γεγονός που σημαδεύει το σύμπαν – από τη ζωή μέχρι το θάνατο.

Encore:
White Noise
Αν είναι να ζω την τριλογία αυτή μέχρι να πεθάνω, ακολουθώντας αιώνια έναν φαύλο κύκλο σαρκικής σφαγής, συναισθηματικής κάλυψης και γλυκιάς μελαγχολίας μέχρι να πάω πάλι πίσω στο πρώτο μέρος, τότε προτιμώ να παραμείνω μόνιμα στο τρίτο και να πάρω αριθμό προτεραιότητας για μεταμόσχευση ήπατος. Ποιος Θεός υπαγόρεψε άλλωστε ότι απαγορεύεται να ζει κάποιος στο προσωπικό του, αφελές και παιδικό σύννεφο για πάντα;

Πέμπτη 11 Νοεμβρίου 2010

Κύριε, κύριε! Εσείς θα ρίξετε κέρμα;

Υπάρχει η καλή πλευρά των πραγμάτων και η κακή. “Ανατρίχιασα!”, θα μου πεις. Θα καταλήξω… Την κακή την απαρνιέσαι στιγμιαία και τη θεωρείς περιττή, μέχρι να βρεθείς στην κατάλληλη στιγμή για να τη βάλεις σε λειτουργία και να δεις ότι είναι κομμάτι του εαυτού σου και δεν μπορείς να ζήσεις χωρίς αυτήν. Αντιθέτως την καλή σου πλευρά την τιμάς. Την στολίζεις με κοσμητικά επίθετα, την κάνεις κορνίζα, την φοράς για μάσκα κάθε πρωί στη δουλειά, την παρουσιάζεις με τον πιο αξιολάτρευτο τρόπο στο τραπέζι που ετοίμασες για τον άνθρωπό σου και την κάνεις διαχειρίστρια των συναισθημάτων σου σε κάθε περίσταση. Της δείχνεις εμπιστοσύνη σε όλα τα επίπεδα. Μέχρι φυσικά να έρθουν τα σύννεφα, να βρέξουν και να αποκαλύψουν τον κόσμο της σαπίλας, στον οποίο έχεις μεγαλώσει. Και όχι αυτόν που έχουν διαμορφώσει τα κοινωνικοπολιτικά καθεστώτα, αλλά αυτόν που η έλλειψη εμπιστοσύνης έχει τοποθετήσει ως περίβλημα στην προαναφερθείσα καλή πλευρά σου.

Ο κόσμος της σαπίλας δύσκολα βρέχεται από σημάδια λάμψης και λειότητας. Αντιθέτως, η οξείδωση και η φθορά είναι τα πρώτα πράγματα που βλέπει όταν ανοίγει τα μάτια του. Έτσι έχει μάθει. Ο ίδιος αυτός κόσμος κουβαλάει μεγάλη ιστορία στην πλάτη του και ζει παρασιτικά. Τι σημαίνει αυτό; Πως για να αντέξει το επιπρόσθετο βάρος καβαλάει σε άλλες πλάτες. Ανθρώπινες. Εκεί καταφέρνει να αποσπά τροφή, να διογκώνεται, να κάνει οικογένεια, να δουλεύει δεκάωρα και όταν θυμάται να έχει συσπάσεις πολλαπλών οργασμών.

Αν κάποιος έχει αυταπάτες πως η ζωή του κυλάει καθημερινά φορώντας το καλό του προσωπείο, ας γελάσει εις διπλούν. Η εμπιστοσύνη που δείχνουμε όλοι μας κάθε στιγμή που περνάει ανήκει στον κόσμο της σαπίλας. Γιατί αν δεν ισχύει κάτι τέτοιο, τότε ο κόσμος μας θα έπρεπε να είναι το στρουμφοχωριό και τα παιδιά μας θα έπρεπε να βλέπουν στην τηλεόραση τον κόσμο μας. Jamais! Ο κόσμος της σαπίλας δεν γουστάρει στρουμφοπαγωτό. Αντιθέτως, επιδίδεται σε άσεμνες συνήθειες κάθε ώρα και στιγμή. Μεγαλύτερη αντίπαλός του; Μάντεψε… Η εμπιστοσύνη, που του δείχνεις έτσι κι αλλιώς.

Η εμπιστοσύνη τελικά είναι σαν αυτά τα δύσπιστα τα μηχανήματα με τα κέρματα, στα οποία πρέπει να χαρίσεις άπειρα μονόευρα για να κερδίσεις τελικά ένα καρακιτσάτο, λούτρινο βατράχι, το οποίο θα ξεχαστεί στο πρώτο μαγαζί που θα πας για καφέ. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι δεν ξόδεψες τα λεφτά μιας σαββατιάτικης εξόδου για να το αποκτήσεις. Εκτός κι αν η σαββατιάτική σου έξοδος είναι καθημερινή συνήθεια, οπότε δεν σε κόφτει και πολύ, δουλειά να υπάρχει. Τόσο για σένα όσο και για το παράσιτο που κουβαλάς. Αυτό που δεν έχεις υπολογίσει όμως είναι ότι μπορεί εσύ να έχεις μάθει να λειτουργείς σαν πελάτης μηχανημάτων, τι γίνεται όμως όταν κάποια στιγμή ένα και μόνο κέρμα θα είναι αρκετό για να φτιάξει την περιπλανούσα τύχη σου και θα σου δώσει την ευκαιρία να βάλεις stop ή pause έστω στη σαπίλα που σε λούζει πατόκορφα; Θα αδράξεις την ευκαιρία που σου θα σου δώσει το μηχάνημα, φωνάζοντας “Oh Captain, my captain” ή θα συνεχίσεις να παίζεις φανατικά μέχρι να ξεβολέψεις τον κωλαράκο σου και να καταλάβεις το προφανές; Και ποιο είναι αυτό; Όταν στέκεσαι τυχερός σε κάτι, το αρπάζεις από τα μαλλιά, δεν το αφήνεις. Και κυρίως: Δεν απαρνιέσαι την εμπιστοσύνη που σου έδειξε με το πρώτο μονόευρο.

Κύριε, κύριε! Εσείς θα ρίξετε κέρμα στον κόσμο της σαπίλας;

Πέμπτη 28 Οκτωβρίου 2010

Εγώκαιρος.


Εγώ, το: Η συνείδηση της ατομικότητας. Στη θεωρία της ψυχανάλυσης, το τμήμα της ανθρώπινης προσωπικότητας που βρίσκεται σε επαφή με τον εξωτερικό κόσμο.

Αν το τμήμα μου, που βρίσκεται σε επαφή με τον κόσμο είναι το εγώ μου, τότε θα ήθελα να είμαι πολλαπλή προσωπικότητα για να το απολαμβάνω. Γιατί αν μέσα στο εγώ μου συμπεριλαμβάνεται και το τμήμα της ανθρώπινης συνείδησης, που ευνοεί άτυπα και υποκειμενικά (δεν θα μπορούσε αλλιώς) τον εαυτό της, τότε τα λάθη παίζουν ντόμινο πίσω από το κεφάλι μου και ετοιμάζονται για σφαγή.

Το εγώ είναι ύπουλο, όσο και ένα τρίτο σφηνάκι – νομίζεις ότι δεν σε έχει αγγίξει καν, ενώ ήδη παραπατάς. Λειτουργεί πάντα σύμφωνα με αυτό που υποστηρίζεις, αλλά και πάντα σε συνάρτηση με αυτό που συμβαίνει γύρω σου. Κι αν αυτά (σύμφωνα με το σφηνάκι πάντα) είναι η καλή σου διάθεση, τα νεύρα σου, μια προαγωγή, ένας χωρισμός, κάποιες ενοχλητικές και αδιάκριτες αιμορροΐδες, ο κόσμος που χορεύει, η απαίσια, κλαπατσίμπαλη μουσική, οι καλές κιθάρες, το κάθισμα που δεν βολεύει, το μπαρ που εξυπηρετεί για κεράσματα, αλλά και πολλά άλλα, τότε καταλαβαίνεις ότι ο βαθμός που το εγώ σου μπορεί να σε προσδιορίσει είναι επικίνδυνος και ασταθής.

Από την άλλη βέβαια, το εγώ δεν μπορείς να το αλλάξεις. Η παρουσία του και η αναλογία του στη διαμόρφωσή σου είναι κάτι σαν το παραπάνω λάδι στη σαλάτα – άντε να την ξεπλύνεις και να ξαναβάλεις πάλι τη σωστή πρέζα. Πόρισμα; Θα τη φας όπως ακριβώς την έφτιαξες – λιπαρή, χυμώδη, ανισόρροπη στη γεύση, αλλά και ιδανική για παπάρα. Αν τώρα μπεις στη διαδικασία να παρομοιάσεις το ψωμί με τις αποφάσεις σου, παπαριασμένες στο παραπάνω και λιπαρό εγώ του φαγητού που τρως καθημερινά, την έκατσες.

Καιρός, ο : Η κατάσταση της ατμόσφαιρας που προσδιορίζεται κυρίως από τη θερμοκρασία του αέρα και του εδάφους, από την ατμοσφαιρική πίεση, από την υγρασία και από την ταχύτητα των ανέμων.

Οι άνθρωποι είναι σαν την ατμόσφαιρα πάνω-κάτω. Επηρεάζονται και προσδιορίζονται από πολλούς και αστάθμητους παράγοντες, την ίδια στιγμή που κάθε ένας παράγοντας μπορεί να φέρει και εναλλακτικό αποτέλεσμα, δρώντας με τον ίδιο και απαράλλαχτο τρόπο. Εκτός από τα έντονα καιρικά φαινόμενα, όπως είναι το πέταγμα της πεταλούδας, ο τυφώνας Κατρίνα, το πολικό ψύχος και οι 50 βαθμοί Κελσίου της ερήμου Σαχάρα. Εκεί δεν υπάρχουν και πολλά περιθώρια συναισθηματικής ευελιξίας.

Πάντα παρομοίαζα τον καιρό με την διάθεση. Θεωρώ πως, άμεσα ή έμμεσα, αυτά τα δύο είναι αλληλένδετα. Αν έχει συννεφιά, τότε η μελατονίνη κάνει πάρτι κατάθλιψης στον εγκέφαλό σου και μάλιστα σε αφήνει απρόσκλητο με το μπουκάλι στο χέρι. Αν έχει υγρασία, τότε βήχεις χωρίς λόγο και κολλάς παντού, όχι με τον καλώς εννοούμενο τρόπο, στοιχεία που μπορούν ενίοτε να σε εκνευρίσουν και να σε φέρουν σε δύσκολη θέση. Αν έχει ήλιο, οι σεξουαλικές σου διαθέσεις/επιδόσεις φτάνουν στα επαγγελματικά επίπεδα της Silicon Valley, ενώ αν χιονίζει, το λευκότερο λευκό σε ηρεμεί σε σημείο που κανένα πολιτικό debate δεν σου φαίνεται υποκριτικό. Για φαντάσου…

Τα σημάδια του καιρού συνθέτουν μια πολλαπλή προσωπικότητα, ακριβώς σαν κι αυτή που θα ήθελα να συνθέτει το εγώ μου για να επικοινωνώ με τον εξωτερικό κόσμο. Τώρα που το σκέφτομαι είναι το ίδιο πράγμα, μιας και πάλι σε μένα έχει αντίκτυπο. Αυτή η ψυχοπαθής περσόνα είναι προετοιμασμένη για όλα. Έχει τάσεις φυγής από παντού και για παντού. Προβλέπει, αλλά δεν προβλέπεται. Υγραίνει το τοπίο της που και που, αλλά επανέρχεται στα στεγνά της για να κρατήσει τις ισορροπίες. Βγάζει χρώματα για ανταμοιβή, την ίδια στιγμή που αερίζεται δημόσια, χωρίς να ντρέπεται. Ιδρώνει για να χαρίζει ευδαιμονία και τεστοστερόνη, αλλά καμιά φορά ασπρίζει κιόλας για να μην κακομαθαίνει τους θαμώνες της. Προσαρμόζεται με την εποχή, αλλά ποτέ δεν χαρίζει κάστανα σε μια αναπάντεχη αλλαγή, αν και εφόσον τη γουστάρει. Κι αν πέφτει σε κατάθλιψη που και που, έχει το εγώ της να παίζει ντόμινο με τα λάθη του για ψυχαγωγία.

Κοίτα να δεις. Τελικά, μόνο Αιγόκερως θα μπορούσα να είμαι.