Τρίτη 31 Μαΐου 2011

Αθηνόδωρος Πάνκαλος


Η ζωή μου έχει φερθεί απλόχερα και την ευχαριστώ για αυτό. Άλλη μία μέρα τελείωσε αγαπητό μου ημερολόγιο και νιώθω πραγματικά πως κάτι άλλαξα και σήμερα. Δεν ξέρω σε ποιον τομέα, ποτέ δεν το ξέρω, αλλά πάντα έχω αυτή την αίσθηση και μάλλον καλά κάνω, μιας και μου το επιβεβαιώνουν και οι συνεργάτες μου. Κι αυτό είναι το πιο σημαντικό, να παίρνεις την έγκριση από τους ανθρώπους που δουλεύεις μαζί και σέβεσαι και εκτιμάς.

Το πρωί δεν χρειάστηκε να πάω στο γραφείο. Πέρασα από το καφέ που συχνάζω, χαιρέτησα μερικούς φίλους από τη γειτονιά, με κέρασαν καφέ, με κόσμησαν με στολίδια και κομπλιμέντα, τους έταξα μερικά ρουσφέτια και έφυγα με την καρδιά μου γεμάτη και την τσέπη μου άδεια, μιας και το επάγγελμά μου, μου επιτρέπει να μην κουβαλάω ποτέ λεφτά.

Το μεσημέρι, πέρασα κλεφτά από το γραφείο, χαιρέτησα όσους μπορούσα, μιας και είναι δυο-τρεις εκατοντάδες, υπέγραψα μερικά χαρτιά χωρίς να τα δω, αφού ποτέ δεν χρειάζεται να τσεκάρω τι υπογράφω, δεν με αφορά, και έκανα μερικά τηλέφωνα για να περάσει η ώρα. Αφού βρήκα την ευκαιρία βέβαια, κατάφερα να κλείσω επιτέλους και τα δωμάτια στην Κορσική για τις ανοιξιάτικες διακοπές μου, έχω τρία χρόνια να πάω εκεί και με έχει πειράξει.

Δεν είχα φάει μέχρι τις 4, τόσο σκληρά δουλεύω, οπότε αποφάσισα να πάω για φαγητό στο αγαπημένο μου μαγειρείο στο κέντρο. Χαιρέτησα κι εκεί μερικούς γνωστούς και φίλους, με κεράσανε φαγητό, ο ιδιοκτήτης μου έδωσε μερικά μπουκάλια κρασί από αυτό που φτιάχνει στο χωριό αλλά και φαγητό για το βράδυ. Ευτυχώς, γιατί η γυναίκα είναι στο εξοχικό, η βοηθός έχει πάει σπίτι της και θα έπρεπε να παραγγείλω και άντε να τους εξηγώ ποιος είμαι στο τηλέφωνο για να μην πληρώσω.

Μετά από μου εξουθενωτική μέρα λοιπόν, είμαι σπίτι και νιώθω πως έχω αλλάξει τον κόσμο. Υπέγραψα πράγματα που μάλλον είναι για καλό, όπως μου υπαγόρεψαν οι φίλοι μου οι Γερμανοί, δεν χάλασα λεφτά γιατί μπορώ, βρέθηκα με τους εξίσου σκληρά εργαζόμενους συνεργάτες μου, εξυπηρέτησα μερικά ρουσφέτια για να συνεχίσω να είμαι στο επάγγελμα και απέδειξα για άλλη μια φορά πως είναι ευλογία και λειτούργημα να είσαι πολιτικός σε αυτόν τον ιστορικό τόπο.

Σε ευχαριστώ Ελλάδα…
Σε ευχαριστώ ελληνικέ λαέ…

Αθηνόδωρος Πάνκαλος

Παρασκευή 27 Μαΐου 2011

Ζήσε Μάη μου, να φας bullets.


Όταν έχεις φτάσει στην ουρά του Μάη και , ως αποτέλεσμα, στο κατακάθι της σεζόν, προσδοκείς από το δίκαιο σύμπαν να αποζημιώσει τους κόπους σου και τα bullets στο πρόγραμμα που είχες βάλει να ακολουθήσεις κατά τη διάρκεια της τρέχουσας χρόνιας, τέτοια περίοδο πέρυσι. Αυτό που δεν έχεις υπολογίσει όμως μέσα στα bullets είναι ότι το δίκαιο σύμπαν λειτουργεί τόσο δίκαια όσο και η πολιτική σου συνείδηση - πάντα σου υπαγορεύει ότι θα ψηφίσεις και θα γίνεις ενεργός ως πολίτης, αλλά σε έχει ήδη φάει η καλοπέραση, η οποία μόλις τώρα ορίζω πως περνάει γονιδιακά από τη μία γενιά στην άλλη στα πλαίσια της Ελληνικής-και-καλά-(μοιρο)Δημοκρατίας. Με το σύμπαν λοιπόν να συνωμοτεί με την κυβέρνηση για τη δίκαιη διεξαγωγή της ζωής σου, μάλλον έχεις το παιχνίδι και τα bullets χαμένα από χέρι.

Αποφασίζεις, εύλογα ή όχι, πως το πρόγραμμα που θα φτιάξεις για τη νέα σεζόν θα απαρτίζεται από στόχους και λύσεις που θα σέβονται τον εν λόγω συνασπισμό. Υπολογίζεις τις συνθήκες, τους όρους σύμφωνα με τους οποίους θα προβείς σε ενέργειες, την υλοποίηση αυτών, τις συνέπειες, αλλά και το κόστος μιας πιθανής αποτυχίας. Κάνεις τη σούμα και βγάζεις το συμπέρασμα πως ούτε αυτό είναι αρκετό. Γιατί μια πεταλούδα θα πετάξει στο Τόκιο τον ερχόμενο Σεπτέμβριο και αυτό θα προκαλέσει τυφώνα στο Los Angeles, που εσύ υπολογίζεις να πας για διακοπές μαζί με το άλλο σου μισό. Και τότε διαπιστώνεις ότι πάντα στα σχέδια σου θα πρέπει να υπολογίζεις και την ειρωνεία της φύσης, η οποία μετά από τόση κατάχρηση το διασκεδάζει, επιστρέφοντας τα πυρά. Με λίγα λόγια: Τζίφος και πάλι.

Αφού μέσα σε όλο αυτό βάζεις σφήνα και τα καπρίτσια του καιρού, πας να ολοκληρώσεις το πρόγραμμά σου για την επόμενη σεζόν, η οποία σε θέλει υπάκουο σκυλί της τροφαντής σου συνείδησης και άξιο διάδοχο της οικογενειακής περιουσίας. Μόνο που εσύ δεν είσαι μέσα στην άτυχη γενιά των 700 ευρώ. Εσύ ανήκεις στην τρισκατάρατη-από-τις-μονόφθαλμες-μάγισσες-της-Νέας-Ορλεάνης γενιά των 600 και κάτι ευρώ, η οποία έχει ως μοναδικά της δικαιώματα τα εξής:

• Να πατάει χρόνιο pause στα όνειρα.
• Να κάνει οικονομίες από την τρύπα στο νερό, που έχει κληθεί να δημιουργήσει.
• Να κάνει πλήρες οκτάωρο στο να ψάχνει για δουλειά, χωρίς κανείς να της κολλάει ένσημα.
• Να έρχεται πρώτη στην πυραμίδα της οργής, μιας και δεν έχει τίποτα καλύτερο και φθηνότερο να κάνει.
• Να σβήνει ένα-ένα τα bullets που δεν μπορεί να πραγματοποιήσει.

Το τελευταίο από μόνο του αναιρεί τα πάντα. Και αυτό σε οδηγεί στη προφανή λύση: Να φας μια πιθανή περιουσία σα να προοριζόταν από την αρχή για μηνιαίο μισθό.

Αφού έχεις μελετήσει μέχρι και την τελευταία λεπτομέρεια για το πρόγραμμα και τους στόχους της νέας σεζόν, το ποστάρεις στο ψυγείο σου, στο desktop, στην ντουλάπα, στο γραφείο της δουλειάς (?), στη λεκάνη της τουαλέτας, αλλά και στο μαξιλάρι, μπας και γίνει με τον καιρό το πρώτο πράγμα που θα βλέπεις όταν ξυπνάς και το τελευταίο πριν πας για ύπνο. Το διαβάζεις, το μαθαίνεις απόξω κι ανακατωτά, το μουρμουρίζεις στον ύπνο σου, το τραγουδάς στον ξύπνιο σου, το μυρίζεις στον καλοκαιρινό σου ιδρώτα, το φαντάζεσαι όταν έχεις οργασμό, το ξερνάς με τον εμετό σου όταν μεθάς, το κάνεις γαργάρα όταν πλένεις τα δόντια σου, μέχρι που φτάνει ο Μάης του 2012. Τότε διαπιστώνεις πως όλοι οι παράγοντες που συντέλεσαν στο πολυπόθητο πρόγραμμά σου είναι και αυτοί που τελικά το απολαμβάνουν, ενώ εσύ βασανίζεσαι να τους ικανοποιήσεις έναν προς έναν και χωρίς περικοπές.

Τελικά, πόση εμπιστοσύνη μπορεί να έχει κάποιος σε μια χώρα, που το σύμπαν της γράφει με bullets και ο Μάης της έχει ακόμα βροχοπτώσεις;

Κυριακή 1 Μαΐου 2011

Η Ella, οι ανεμώνες και η σολ.


Μου το ζήτησε πολλάκις αυτές τις μέρες. Μου ζήτησε να την ονειρευτώ. Κι εγώ, σαν ένας άλλος καταραμένος ποιητής μέσα από κύκλο των χαμένων, το έκανα. Την ονειρεύτηκα να αράζει το κορμί της σε μια μεγάλη αιώρα, κρατώντας μια βεντάλια για να διώχνει την υγρασία του Νότου, ενώ γύρω της μαζεύτηκαν ντουζίνες χάλκινα και παίζανε ένα μοτίβο σε σολ. Εκείνη, αρχοντική όπως πάντα και με παρέα γλάστρες με γαρδένιες και ανεμώνες, άνοιξε το στόμα της και όλοι περίμεναν ότι θα τραγουδήσει. Αντί αυτού, εκείνη προτίμησε να πιει δύο γουλιές λεμονάδα για να ξεδιψάσει. Αφού ακούμπησε το ποτήρι στο πλακόστρωτο, πήρε μια βαθιά ανάσα και ξεκίνησε να μουρμουρίζει λόγια διάσπαρτα, καταλήγοντας πάντα στη φράση “Dream a little dream of me”, εκεί, στη σολ, στο “…dream of me”. Και τότε ξύπνησα, γιατί κατάλαβα ότι μέσα στο όνειρό μου, μου ζητούσε να την ονειρευτώ κι εγώ το έκανα και ονειρευόμουν το ίδιο το όνειρο. Κάτι δεν πήγαινε καλά. Σηκώθηκα, έριξα λίγο νερό στο πρόσωπό μου, άνοιξα την μπαλκονόπορτα και βγήκα να πάρω λίγο αέρα κοντά στις γλάστρες. Ορκίζομαι πως οι γαρδένιες και οι ανεμώνες ήταν οι ίδιες με αυτές που έκαναν παρέα στη φωνή της Ella, εκεί, στο σολ.

Σάββατο 30 Απριλίου 2011

Ένα αγόρι που το έλεγαν Sue.


Είναι αρχοντικός στην όψη, έως κι άγριος. Κρύβει μιαν αγάπη για τα πάντα όμως, σαν να είναι καλό να μην έχεις έγνοιες και κακές σκέψεις για κανέναν και για τίποτα. Είναι σαν κάτι ήρωες παιδικών κινουμένων σχεδίων, που στο τέλος της ημέρας σώζουν το χωριό από την καταστροφή, κερδίζουν τα λεφτά του θησαυρού, κλέβουν το φτωχό και όμορφο κορίτσι της αρεσκείας τους και πάνε σε ένα ράντζο στη Νεβάδα, για να ζήσουν ευτυχισμένοι μέχρι τα γεράματα. Η βαρύτονη φωνή του στάζει γνησιότητα, όπως των παλιών ρεμπέτηδων, και η φυσαρμόνικά του σηκώνει βαρύ μπέρμπον από τον αμερικάνικο Νότο για να την ακολουθήσεις. Είναι σαν κάτι αγόρια που οι μπαμπάδες τους, τους φωνάζουν “Sue”.

Σπανίως χαμογελούσε.
Σπανίως ρίσκαρε να αλλοιώσει τη φράντζα του.
Σπανίως τσαλακωνόταν και σπανίως θυσίαζε τα ακόρντα του για αθέμιτους σκοπούς.
Πάντα, όμως, έπαιζε με αγάπη.
Johnny, αδερφέ μου, σε ακούω.

Παρασκευή 22 Απριλίου 2011

Μετρώντας προβατάκια με τη Bessie Smith.


Μου αρέσει να κουράζομαι να ακούω Bessie Smith. Κουράζομαι κυριολεκτικά, όχι μεταφορικά. Προσπαθώ να ακούσω προσεκτικά, καθώς οι βρωμιές και οι θόρυβοι με ενοχλούν και με ελκύουν την ίδια στιγμή, αλλά το μόνο που καταφέρνω είναι να με τραβάει στον γκρεμό το δράμα της και οι πρώιμες τεχνικές ηχογράφησης της δεκαετίας του 1920. Γιατί αν το δράμα έγινε τραγούδι κάποια στιγμή στην ιστορία της ζωής, τότε σίγουρα θα ήθελε να ακουστεί με τη φωνή της. Και αν οι πρώιμες τεχνικές ηχογράφησης θέλησαν να αφήσουν κληρονομιά μερικές μελωδίες καρδιάς, τότε επέλεξαν εκείνη για αγγελιαφόρο τους. Κι αν η Janis Joplin έμελε να γίνει η μετέπειτα αγαπημένη μου, το οφείλει στη Bessie. Είμαι τόσο νυσταγμένος, αλλά αρνούμαι να σβήσω τη φωνή της από το player, ενώ με τη σειρά του αυτό μου γνέφει με το φάσμα συχνοτήτων να μην το κάνω, σχηματίζοντας με όσα hertz έχει στη διάθεσή του τη λέξη «όχι» κάθε φορά που χασμουριέμαι. Θα αρχίσω να μετράω προβατάκια λοιπόν, μπας και σταματήσω να επιθυμώ τα blues της και πέσω για ύπνο.

Παρασκευή 1 Απριλίου 2011

Περπατώντας με την Adele.


Θέλω μια μέρα να γνωρίσω την Adele. Να πάμε για μπύρες σε ένα bar του Λονδίνου και να τη δω να σιγοψιθυρίζει το “Something’s got a hold on me” της Etta, ξεφυσώντας τον καπνό της και να γουστάρω. Να με κάνει μεταμεσονύχτια τσάρκα στις γειτονιές που έχει περπατήσει και να μου δείξει την επιγραφή από νέον του πρώτου δισκοπωλείου που αγόραζε δίσκους της Aretha. Να μας ξημερώσει η μέρα σε κάποια πλατεία και να τραγουδάμε μαζί το “Chasing pavements” με τα βλέφαρα βαριά, τα γάντια ψευτοκομμένα και τις ανάσες να εκπνέουν παγωνιά. Να της πω “You bloody nailed it” και να μου απαντήσει “That was the beer singing my dear, not me”. Να βγει ο ήλιος αγκαζέ με τον πρώτο πρωινό κόσμο, να πούμε “Καλημέρα, μιλάμε μετά” και να πάμε για ύπνο. Και όχι, δεν ζητάω πολλά.

Δευτέρα 21 Μαρτίου 2011

Είμαι loser baby.


Είμαι ήδη εξαγριωμένος από την Πανσέληνο του Σαββάτου. Πανσέληνος και Σάββατο είναι μεγάλη υπόθεση, κάτι σαν τη Μέρκελ και τον Παπανδρέου στο ίδιο πάνελ ενός κεντρικού δελτίου ειδήσεων – φρίκη. Παρόλα αυτά, προσπαθώ να μη φορτώσω περισσότερο και ξυρίζω τις σκληρές τρίχες που φύτρωσαν τα ξημερώματα της Παρασκευής στους ώμους μου. Και καθώς τις ξεφορτώνομαι στο καλάθι της τουαλέτας μαζί με τα πρώτα υγρά της ημέρας, συνειδητοποιώ το προφανές – τίποτα δεν είναι στο χέρι μου.

Η μυρωδιά του καφέ και του τσιγάρου στο κυλικείο της κλινικής, Δευτέρα πλέον, μου φέρνει στο νου γνώριμες εικόνες από το παρελθόν. Πολλές εικόνες και καμία συγκεκριμένα με μεγάλη συναισθηματική αξία. Ξέρεις τώρα, παρέες, ξυπνήματα άγουρα, τυπικές Κυριακές, μοναξιές, δημιουργίες και άλλα τέτοια. Βέβαια, δεν έχω επιλογή, οπότε υπομένω με το χαμόγελο του Τζόκερ. Παίρνω καφέ, τοστ κι ένα πακέτο χαρτομάντηλα για την αλλεργία μου που έκανε έκτακτη εμφάνιση και περιμένω να γίνει η δουλειά. Οικογενειακή υπόθεση, δεν είναι το θέμα αυτό, η αναμονή είναι το θέμα. Γιατί κατά τη διάρκεια αυτής έρχεται η μεταμόρφωση.

Από τις τρίχες του ξημερώματος της Παρασκευής μέχρι το κυλικείο της Δευτέρας, έχουν μεσολαβήσει δύο μερόνυχτα. Το Σάββατο, η μέρα ήταν αφιερωμένη σε σπίτια φίλων και προσωπική αναζήτηση. Κι εκεί που λες πως από Δευτέρα θα αναθεωρήσεις, σε πιάνει φαγούρα στο λαιμό και καταλαβαίνεις πως παραπύκνωσαν τα μούσια σου κι έχουν γίνει ένα με το στέρνο και το μαλλί, φτάνουν σχεδόν κούτελο. Ένα αβγοειδές, τριχωτό πράγμα με δύο λαδί μπίλιες σε λευκό καμβά και δύο σειρές λευκά ορθογώνια που διψούν για οδοντικό νήμα. Τακτοποιείς τα θέματά σου και οι αναζητήσεις προσπαθούν να βρουν νόημα στην παραζάλη της μεταμόρφωσης. Στο μεταξύ, οι τρίχες στους ώμους αρχίσουν να ξαναβγαίνουν με πείσμα, καθώς ρίχνεις κλεφτές ματιές στην πανσέληνο, που μοιάζει με βραδινό ήλιο και ενδείκνυται για περιπέτειες, όργια, βακχείες και καταχρήσεις. Εσύ απέχεις και σε κάποια cool κοινότητα θα σε αποκαλούσαν “Loser”.

Στο ξύπνημα της Κυριακής είσαι βαρύς. Η αλλεργία σε έχει στραγγίξει, οι τρίχες σε κόβουν, το κεφάλι έχει αρχίσει πάλι να φουντώνει και καθώς ρίχνεις νερό στο πρόσωπό σου, καταλαβαίνεις ότι ο λευκός καμβάς που περιβάλλει τις λαδί μπίλιες έχει γίνει σκοτεινός, σχεδόν πορφυρός, όπως στο μυθιστόρημα της Alice Walker. Πας να ανοίξεις περισσότερο τα βλέφαρα με τα χέρια, αλλά η τριβή έχει χαθεί από το χνούδι, το ίδιο και τα δαχτυλικά αποτυπώματα. Δέχεσαι την αλλαγή σου σαν να την περίμενες από πάντα, από παιδί, από τον πλακούντα. Και μέχρι το βράδυ την έχουν παρατηρήσει και μερικοί φίλοι και σου λένε πως ανησυχούν, πως κάτι σου συμβαίνει, πως μπορεί να βρίσκεσαι στα πρώτα στάδια της κατάθλιψης και να μην το ξέρεις. Πού να καταλάβουν κι αυτοί! Δεν μπορούν να διακρίνουν το κουκούλι της μεταμόρφωσης. Θα έρθει κι η σειρά τους, μακάρι να μπορούσαν να το αποφύγουν.

Το βράδυ της Κυριακής, πέφτεις για ύπνο, τρεμάμενος από ένα τηλέφωνο που επιτάχυνε τη μεταμόρφωση. Και πριν το καταλάβεις, τρίβεις τα δόντια σου και μασάς τη γλώσσα σου με τους κυνόδοντες, που είναι πιο γαμψοί από ποτέ. Όσο για τη γλώσσα, επουλώνεται στιγμιαία, σαν να μην πληγώθηκε ποτέ. Δύο ποτέ που ποτέ δεν τα περίμενες στα πλαίσια μια τυπικής Κυριακής. Πρέπει κάτι να κάνεις, αλλά προτιμάς να κάνεις το κορόιδο και να δεις πού θα σε βγάλει όλο αυτό. Την ίδια στιγμή που σε παίρνει ο ύπνος, μια συνταγή μαγειρεύεται από μάγισσες των Ορλεανών, της παλιάς και της Νέας, με τη Janis και τον Bobby να είναι πρωταγωνιστές στο δράμα σου και υπαίτιοι για τη μεταμόρφωση. Κι όχι για να σε αλλάξουν, αλλά για να προστατέψουν προσωρινά. Εσύ όμως απέχεις, γιατί τους έχεις πλάσει με τη φαντασία σου και θαρρείς πως δεν υπάρχουν, παρά μόνο στα γραφτά σου. Σε κάποια cool κοινότητα θα σε αποκαλούσαν “Φαντασιόπληκτο”.

Το πρωί της Δευτέρας και λίγα λεπτά πριν από το καθιερωμένο ραντεβού στο γιατρό (είπαμε, οικογενειακή υπόθεση, δεν είναι το θέμα), καταφέρνεις με μεγάλη επιτυχία να ρίξεις στάχτη στα μάτια του μπαμπά και της μαμάς. Οι τρίχες είναι αξυρισιές, ο πορφυρός καμβάς είναι αλλεργία, οι κυνόδοντες θέλουν οδοντίατρο και η κατάθλιψη που διέγνωσαν οι φίλοι είναι νύστα, που θα φύγει με την πρώτη κούπα γαλλικού καφέ με δύο κουταλιές μαύρης ζάχαρης και φρέσκο γάλα (το εβαπορέ σου πέφτει βαρύ, σου φέρνει καούρες και ρέψιμο). Και όλα είναι μέλι-γάλα. Η ίδια η cool κοινότητα θα σε αποκαλούσε “Καπάτσο”.

Η μυρωδιά του καφέ και του τσιγάρου είναι έντονη τόσες ώρες αναμονής στο κυλικείο της κλινικής. Και καθώς ακούω soft-rock, top-40 κομμάτια στο ραδιόφωνο, πίνοντας νοσοκομειακό γαλλικό με λευκή ζάχαρη και εβαπορέ γάλα, ατενίζοντας το γκρίζο που σκεπάζει τις βρώμικες ταράτσες των Δυτικών προαστίων με τους κλασικούς θερμοσίφωνες, καθώς ντουζίνες νεφροπαθών και των συνοδών αυτών κάνουν παρέλαση προς δική μου τέρψη, εξοργίζομαι μπροστά σε όλους και χωρίς να το επιδιώκω, το κουκούλι σκάει. Και μαζί του σκάω κι εγώ. Φανερώνω τον πορφυρό καμβά, τους πιο γαμψούς από ποτέ κυνόδοντες, τα αξύριστα μούσια και κανείς δεν φαίνεται να ασχολείται με τη μεταμόρφωση. Μέχρι κι ο μπαμπάς ομολογεί: “Τελείωσα, πάμε;”. Η γνωστή cool κοινότητα θα σε αποκαλούσε “Προδότη” που έχεις πέσει τόσο χαμηλά.

Η μεταμόρφωση, καλή ή κακή, θεμιτή ή ανεπιθύμητη, έρχεται και για σένα. Πρόσεξε πού και πώς θα σε πετύχει. Και, κυρίως, πρόσεξε να μην σε προσπεράσει και δεν την πάρεις χαμπάρι. Συμβουλή; Κράτα το κουκούλι, θα το χρειαστείς. Εγώ το έπλυνα, το σιδέρωσα και το έχω δίπλα από το μαξιλάρι για να το βάλω με την πρώτη ευκαιρία. Η μεταμόρφωση είναι πάντα προσωρινή κι εξυπηρετεί τις συνθήκες. Όταν θα επανέλθεις, η cool κοινότητα θα σε αποκαλεί πλέον “Ήρωα”. Όχι ότι θα έπρεπε να σε απασχολεί.